Μπέττυ Λιβανού: Η διαχρονική ηθοποιός με το αναμφισβήτητο class μιλά για τη ζωή της

Μπέττυ Λιβανού:  Η διαχρονική ηθοποιός με το αναμφισβήτητο class μιλά για τη ζωή της
Φωτογραφία: Ιωάννα Τζετζούμη

H διαχρονική ηθοποιός αποκαλύπτει την ηλικία της, μιλά για το δώρο της ομορφιάς, καθώς και για τη σχέση της με τον σκηνοθέτη Γιώργο Πανουσόπουλο και τις κόρες τους.

Tου Άρη Καβατζίκη

Η ζωή της φέρθηκε με γενναιοδωρία κι εκείνη με τη σειρά της απολαμβάνει τις στιγμές, χωρίς τη λύσσα των στερημένων ανθρώπων. Σίγουρα συγκινείσαι, όταν απέναντί σου κάθεται η γυναίκα που αγάπησες το 1984 στην ταινία «Ξαφνικός Έρωτας», πίνοντας το πράσινο τσάι της, ζεν, ακουμπώντας στους βελούδινους τόνους της φωνής της.

Είχατε το μικρόβιο της υποκριτικής από μικρή;
Όλα έγιναν συμπτωματικά, αλλά κοιτάζοντας πίσω, βλέπω πως δεν υπήρχε περίπτωση στη ζωή μου να κάνω τίποτε άλλο. Από το δημοτικό έπαιζα στο θέατρο. Στη γειτονιά μου, στην Ακαδημία Πλάτωνος, υπήρχε ένα κέντρο νεότητος κι εκεί έπαιρνα συνεχώς τους πρώτους ρόλους από τον δάσκαλο-ηθοποιό, που είχε αναλάβει τα πολιτιστικά. Με κυνήγησε το επάγγελμα, δεν το κυνήγησα εγώ.

Περάσατε, όμως, και από το χώρο της διαφήμισης.
Ναι! Πριν κάνω την πρώτη μου ταινία, έκανα καριέρα μοντέλου. Πασαρέλα, φωτογραφίσεις, καμπάνιες. Εξάλλου, ο Φίνος με είδε σε μια σειρά διαφημιστικών για τα τσιγάρα Κεράνης, που μάλιστα ήταν χωρίς ήχο. Με κάλεσαν στον Φίνο το 1970 και μου πρότειναν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Οι Αμαρτωλοί», σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, με συμπρωταγωνιστή τον Χρήστο Νομικό, που και για εκείνον ήταν το βάπτισμα του πυρός. Ήμουν 19 ετών τότε. Ρώτησα κατευθείαν τι λεφτά θα πάρω και μου είπαν ότι οι υπόλοιποι νέοι ηθοποιοί θα το έκαναν δωρεάν. Εγώ, όμως, τους εξήγησα ότι δούλευα ως μοντέλο, έβγαζα πολύ καλά λεφτά και δε θα το έκανα δωρεάν. Τελικά, πληρώθηκα.

Την ηλικία σας τη λέτε;
Φυσικά. Γεννήθηκα το 1951.

Mε τη διαφήμιση πώς ξεκινήσατε;
Και αυτό έγινε μαγικά. Ξεκίνησα με κάποιον παραγωγό διαφημιστικών, όπου δούλευε ως βοηθός ο Κώστας Κουτσομύτης. Με πήραν για να κάνω μια σειρά διαφημιστικών της «Μίσκο» και από τότε δούλευαν συνέχεια μαζί μου. Την εποχή του σχολείου, λοιπόν, εγώ είχα πολύ χοντρό χαρτζιλίκι. Ήμουν 15-16 ετών! Και αργότερα, για ένα χρόνο, πήγα περίφημα ως μοντέλο, με πασαρέλες, φωτογραφίσεις, διαφημιστικά, είχα μόνιμους πελάτες, όπως ο «Λαμπρόπουλος» με το πολυκατάστημα.

Μετά την πρώτη σας ταινία, τι έγινε;
Μου ζήτησε ο Φίνος να κάνουμε συμβόλαιο για τρεις ταινίες το χρόνο. Ήμουν από τα τελευταία «χρυσά» κορίτσια του, γιατί μετά από τρία χρόνια έκλεισε, καθώς είχε ήδη ξεκινήσει η τηλεόραση.

Μια δεύτερη καριέρα είχατε και στην τηλεόραση, με τα τηλεπαιχνίδια.
Για εκείνα ευθύνεται ο Νίκος Μαστοράκης. Γνωριστήκαμε σε μια φωτογράφιση, όπου έκανα το σήμα της μουσικής εκπομπής που είχε –ήμασταν στη φωτογράφιση μαζί με τη Νίνα Βλάχου, η οποία μετέπειτα έγινε δημοσιογράφος– και από εκεί άρχισε η τηλεοπτική μου καριέρα. Ήταν ζωντανές οι εκπομπές τότε, καθώς δεν υπήρχαν βίντεο.

Άρα, ήσασταν πολύ προβεβλημένο πρόσωπο, με σινεμά και τηλεόραση ταυτόχρονα.
Η εποχή δεν είχε την υπερπροβολή των ημερών μας. Η τηλεόραση ήταν στη γέννησή της. Δε συνέβαινε αυτό που γίνεται σήμερα. Η προβολή ήταν, πράγματι, ακαριαία, τόσο που έπαθα αγοραφοβία. Ψάχναμε να πάμε κάπου για φαγητό και δεν ήθελα κόσμο. Μου έπεσε βαριά η προβολή. Την έχω πληρώσει με την αγοραφοβία, αφού ακόμη και σήμερα στο σινεμά δε σηκώνομαι στο διάλειμμα να περάσω από το διάδρομο.

Σας κυνηγούσαν και για την προσωπική σας ζωή τότε;
Όχι, λόγω της αναγνωρισιμότητας. Δεν υπήρχε το σημερινό κουτσομπολιό.

Η καριέρα σας, πάντως, δεν τελείωσε με τον Φίνο.
Όχι, γιατί ακολούθησε μια νέα καριέρα στον νέο ελληνικό κινηματογράφο, και είμαι η μοναδική που τα κατάφερα. Και ήμουν η μόνη κινηματογραφική ηθοποιός. Για τριάντα χρόνια, από τότε που εμφανίστηκα στη δουλειά, δεν έκανα επιμόνως θέατρο. Αφενός γιατί ήμουν σε μια δίνη με τα γυρίσματα και τα συνεχή ταξίδια και από την άλλη επειδή αντιμετώπιζα το θέατρο πολύ σοβαρά. Έλεγα ότι είναι σοβαρό και δεν ξέρω αν μπορώ να το κάνω.

Σε σχολή υποκριτικής, τελικά, πήγατε;
Όχι. Τα έκανα όλα εμπειρικά και στην πράξη, τίποτε στη θεωρία. Ασχολήθηκα πολύ με τη δουλειά μου. Διάβασα πολύ και την εξέλιξα, γιατί ανέκαθεν ήμουν απαιτητική από τον εαυτό μου. Ποτέ δε μου έδινα άριστα. Πάντα έβρισκα ψεγάδια. Με διακατέχει τελειομανία σε ό,τι κάνω.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης ήταν απαιτητικός;
Ήταν πολύ απαιτητικός. Ευτυχώς, μία μόνο φορά μου φώναξε και όχι λόγω υποκριτικής. Είχαμε κάνει ένα χαζό ξενύχτι, την επόμενη είχαμε ένα μεγάλο γύρισμα στη Ζάκυνθο για τον «Επαναστάτη Ποπολάρο», και δε θυμόμουν τρεις ατάκες. Φώναξε!


Ο Νίκος Μαστοράκης ήταν δύσκολος συνεργάτης;
Με τους άλλους ναι, μ’ εμένα όχι.

Επίσης, σας ακολουθεί η φήμη ότι περάσατε από τα καλλιστεία.
Δεν ισχύει. Προφανώς, η φήμη βγήκε από την εμπορικότερη ταινία που έκανα στον Φίνο, την «Αμαρτία της Ομορφιάς», όπου υποτίθεται ότι ήμουν Σταρ Ελλάς και είχα πεθερά την Τασσώ Καββαδία. Με είδαν με την κορόνα και την κορδέλα και δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση.

Η ομορφιά σας υπήρξε δώρο;
Ε, ναι, δώρο είναι. Με διευκόλυνε. Μου την έκανε δώρο η φύση, δεν κοπίασα. Κοπίασα για να φτιάξω, όμως, μια καλή ηθοποιό, να γίνω ένας σκεπτόμενος και δίκαιος άνθρωπος.

Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία;
Η καθεμία έχει αγαπημένα πράγματα για ξεχωριστούς λόγους. Ξεχωριστή ήταν σίγουρα ο «Ξαφνικός Έρωτας», καθώς ήταν μια όμορφη συγκυρία, βγήκε εκτός Ελλάδος, βασίστηκε στο υπέροχο μυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη και είχε την καταπληκτική μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη με τη φωνή της Ελένης Βιτάλη. Είχε απήχηση και ξανάφερε τον κόσμο στο σινεμά, το 1984. Είχε προηγηθεί, βέβαια, η ταινία «Οι Απέναντι», το 1980, που επίσης έφερε κόσμο στις αίθουσες. Και πριν, το 1979, ήταν το «Ταξίδι του Μέλιτος», για το οποίο πήρα βραβείο Β΄ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Με το σύζυγό σας, Γιώργο Πανουσόπουλο, πώς γνωριστήκατε;
Ήταν διαφημιστής και εγώ μοντέλο. Ήταν μεταξύ των τεσσάρων ανθρώπων –Αρώνης, Ευθυμιάδης, Μάγος, Πανουσόπουλος– που έφτιαξαν την πρώτη διαφημιστική εταιρεία στην Ελλάδα. Αργότερα πέρασε στο σινεμά, γιατί αυτό αγαπάει να κάνει.

Πόσα χρόνια είστε μαζί;
Συμπληρώσαμε 40 χρόνια.

Επιλέξατε κάποια στιγμή να ζήσετε στην Αίγινα. Γιατί;
Δεν αντέχαμε τους ρυθμούς της Αθήνας. Είχαμε και οι δύο, από σύμπτωση, αγάπη για τη φύση. Φύγαμε στην Αίγινα, δε, όταν στην Αθήνα τα πράγματα «έβραζαν» επαγγελματικά. Ο «Ξαφνικός Έρωτας» έγινε όταν ήμασταν στο νησί. Μετά από πέντε χρόνια καταλάβαμε ότι δεν μπορούσε να διαρκέσει, γιατί ήταν παράνοια. Ομολογουμένως, ήταν πολύ όμορφα χρόνια. Το σπίτι, η βάρκα μας, η ψαραγορά, οι φίλοι μας, ωραίες συνάξεις.

Εκτός από ηθοποιός…
Μαζεύω και χόρτα. Είμαι και νοικοκυρά. Κάτι που δε συνάδει με τον τρόπο ζωής των ηθοποιών. Το διαπιστώνω φέτος με την «Ωραία μου Κυρία», καθώς πηγαίνω για ύπνο στις 3, ενώ εγώ ξεκινούσα τη μέρα μου στις 7 το πρωί.

Είχατε να βρεθείτε στη σκηνή από το 2008. Επιστρέψατε με την «Ωραία μου Κυρία». Ιδέα του Αλέξανδρου Ρήγα, φαντάζομαι, ο οποίος σας προσέγγισε και είπατε «ναι».
Όχι, δεν είπα «ναι». Δεν το λέω εύκολα. Δεν είχα κάνει ποτέ κομεντί στο θέατρο. Προσπαθούσα να βρω το στίγμα μου και δεν το έβρισκα. Επέμεινε πολύ ο Αλέξανδρος. Στην επίσημη πρεμιέρα, και έχοντας ακούσει πολύ θετικά λόγια από συναδέλφους, του είπα: «Τελικά, Αλέξανδρε, δικαιώθηκες». Για να κάνω θέατρο, πρέπει κάτι να με εμπνεύσει. Δεν είμαι ηθοποιός καριέρας, δεν ψάχνω δουλειά κάθε σεζόν. Είμαι έξω από το κύκλωμα και ενίοτε μπαίνω μέσα.

Έχετε δύο κόρες. Εξ αποστάσεως, χρονικά πλέον, τι μαμά υπήρξατε;
Αναγνωρίζω τα δικαιώματα του άλλου, δε θέλω να καταπιέζω κανέναν. Μπορεί να το κάνω κατά λάθος, ίσως. Πιστεύω ότι η ελεύθερη βούληση και σκέψη βοηθά κάθε άνθρωπο να δημιουργήσει τη δική του προσωπικότητα. Προσπάθησα να είμαι περισσότερο μαμά-φίλη, παρά μαμά-μαμά. Και νομίζω ότι τα κατάφερα, καθώς τα κορίτσια μου μπορούν να μου εμπιστευτούν τα πάντα, και δε συμβαίνει με όλες τις μαμάδες αυτό. Νιώθουν την ασφάλεια να με εμπιστευτούν, που σημαίνει ότι κάπου τα έχω καταφέρει.

Συνήθως, στα κορίτσια που μεγαλώνουν δίπλα σε μια προβεβλημένη και όμορφη μαμά, δημιουργούνται ανταγωνισμοί. Είχατε να αντιμετωπίσετε τέτοιες καταστάσεις;
Με τη Δέσποινα όχι, με τη Μαργαρίτα ναι. Είχε μια πολύ δύσκολη εφηβεία και ουσιαστικά έβγαλε όλο της τον ανταγωνισμό επάνω μου. Δούλεψε πολύ με τον εαυτό της, έμεινε τέσσερα χρόνια στην Αγγλία και νομίζω ότι πλέον ξεπεράστηκε.

Η μαμά τι κάνει στον ανταγωνισμό από την κόρη;
Υπομονή! Δεν είναι απλή κατάσταση. Είχα κάποιες εξάρσεις, αλλά οι γυναίκες ξέρουμε να δικαιολογούμε και να κατανοούμε.

Ήσασταν πάντα ζεν;
Όλοι μου λένε ότι θαυμάζουν την ηρεμία μου. Οπότε, κι εγώ το έχω πιστέψει!

Πώς είναι η ζωή σας στο κτήμα, στην Παιανία, όπου επιλέξατε να ζείτε;
Σηκώνομαι το πρωί, κάνω τις δουλειές μου, έχω και μια θεατρική ομάδα εδώ και έξι χρόνια, κι αυτό καλύπτει τη δημιουργικότητά μου. Καλλιεργούμε ελιές, κάνουμε λάδι, έχουμε λαχανόκηπο, ζωάκια.

Η δουλειά δημιούργησε ποτέ πρόβλημα στη σχέση σας;
Όχι. Ξέρω την αγάπη του Γιώργου για το σινεμά και όπου μπορώ τον βοηθάω.

Το πέρασμα του χρόνου και η ομορφιά που χάνεται σας βασάνισαν ποτέ;
Καθόλου, ποτέ. Είμαι ένας ευχαριστημένος άνθρωπος, έχω περάσει πολύ ωραία στη ζωή μου, μου χαρίστηκαν πράγματα απλόχερα, δεν έχω κανένα απωθημένο και καμία μιζέρια. Δεν κυνήγησα ποτέ την ομορφιά, ούτε αγχώθηκα να τη διατηρήσω. Η ομορφιά ήταν διαβατήριο. Ως νέα είχα τις ανασφάλειές μου, τώρα πλέον κατάλαβα ότι υπήρξα όμορφη. Δε μ’ αρέσουν οι γυναίκες που μεταμορφώνονται και γίνονται άλλες στο κυνήγι της ομορφιάς. Προτιμώ ένα γερασμένο πρόσωπο με την εμπειρία του.

Επιμέλεια: Χρήστος Αλεξανδρόπουλος
Μακιγιάζ – χτένισμα: Δημήτρης Σταματίου (D-Tales)
Ευχαριστούμε το ξενοδοχείο «Hilton», Βασιλίσσης Σοφίας 46, Αθήνα, τηλ. 210 728100, www.hiltonathens.gr για την ευγενική φιλοξενία.

Πηγή : Περιοδικό Hello! τεύχος 100

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *