Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Αγκινάρες αλά πολίτα

Η Αλέκα τεμάχισε την πίτα που είχε ψήσει το βράδυ της προηγουμένης για τον κουμπάρο της κι έβαλε τα κομμάτια σ’ ένα μεγάλο πράσινο τάπερ. Ήτανε ήδη δέκα και μισή το πρωί της Δευτέρας, είχε φτιάξει πρασόρυζο για μεσημεριανό, κι έτσι μπορούσε να πεταχτεί για καμιά ωρίτσα στο σπίτι του Λύσανδρου και της Παύλας. Θα ζητούσε βοήθεια για το χατίρι της Δήμητρας, είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Ως πρώην ανώτατος αξιωματικός της αστυνομίας και επί σειρά ετών αστυνομικός διευθυντής Λάρνακος, ο Λύσανδρος θα μπορούσε «να μάθει πέντε πράγματα για έναν κερατά». Ελάχιστες φορές έχει δει τον Παρασκευά η Αλέκα κι η Δήμητρα σπανίως μιλάει γι’ αυτόν. Αφήνει ωστόσο να εννοηθεί πως δεν θα τη χαλούσε να τον παντρευτεί, «ε, ποιο είναι το πρόβλημα», αναρωτιέται όλο και συχνότερα η χήρα. Στο κατώφλι των πενήντα να κάνει παιδί είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο για τη Δήμητρα, αλλά «ας ανοίξει κι αυτή η καημένη ένα σπίτι, μ’ έναν μεταφορέα οπωροκηπευτικών, έστω».

Η Παύλα ενθουσιάστηκε όταν την είδε στην είσοδο της οικίας τους στην περιοχή Φανερωμένης, «Λύσανδρε, έλα να δεις ποια μας καταδέχτηκε!». Ο πρώην αστυνόμος έσπευσε στο χολ, «ελπίζω να μην ενοχλώ», άρχισε τα καμώματα η Αλέκα. «Τι ενόχληση, ο Λύσανδρος κάτι έλεγε εδώ και ώρα, ποιο είναι το θέμα της διάλεξης ούτε που κατάλαβα, έμαθα να μη δίνω σημασία, Αλέκα μου, για λόγους επιβίωσης». Αφού είπαν τα νέα τους για ασθένειες, συντάξεις και αχάριστα παιδιά, η Αλέκα μπήκε στο προκείμενο. «Είναι μόνο του το κορίτσι, έχουν περάσει τα χρόνια, πρέπει κάτι να κάνουμε. Μάθε, να χαρείς, τι καπνό φουμάρει αυτός ο Παρασκευάς που γυρίζει το νησί μ’ ένα μπλε φορτηγό ξέχειλο ζαρζαβατικά». Η απάντηση του Λύσανδρου ήταν λακωνικότατη, τόσο που η Παύλα θαύμασε την Αλέκα για το επίτευγμά της, «άστο πάνω μου».

Αυτό ακριβώς ήθελε να ακούσει η κολλυβοποιός. Ήτανε δώδεκα και είκοσι, ώρα να πηγαίνει. Είχε να αγοράσει ψωμί ολικής άλεσης και να φτιάξει και μια σαλάτα, λάχανο καρότο, που προτιμά η Πολυτίμη. Τους ασπάστηκε και τους δύο, υποσχέθηκε να έρχεται συχνότερα να τους βλέπει –αυτά που λένε οι άνθρωποι χωρίς να πείθουν ούτε εαυτούς ούτε αλλήλους– και δήλωσε στον Λύσανδρο πως περιμένει με αγωνία τα ευρήματα της έρευνάς του. «Στο καλό, Αλέκα μου», η Παύλα, «κι ο Θεός να μας δίνει κουράγιο, εσένα να αντέχεις τη μάνα και την κόρη σου, κι εμένα δύο γιους σαν ξένους κι έναν άντρα που δεν βγάζει τον σκασμό». «Αχ, κι εμένα που έβγαλε τον σκασμό προ πολλού, τι να πω, που όλα απ’ τα δυο μου χέρια πρέπει να περάσουν, ενώ πεθαίνεις και μετά είσαι μια ζωή κωλυόμενος». Μέχρι τη μία ήτανε πίσω στο σπίτι.

Μετά το μεσημέρι ο μητροπολίτης Κιτίου Σεραφείμ –κατόπιν υπενθύμισης απ’ τον αρχιμανδρίτη Χριστομάριο– τηλεφώνησε στον πρωτοσύγκελο της αρχιεπισκοπής ζητώντας να μιλήσει με τον αρχιεπίσκοπο Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου Αθηναγόρα, «τον γκραν πάπα» όπως τον αποκαλεί το μητροπολιτικό περιβάλλον. Ο Αθηναγόρας είχε «άτυπη συνάντηση» με τον πρέσβη της Ρωσίας. Ο πρωτοσύγκελος δεσμεύτηκε πως θα επικοινωνούσε ο ίδιος ο προκαθήμενος με τη μητρόπολη «μόλις αποδεσμευτεί». Πράγματι, σε λιγότερο από μια ώρα το τηλέφωνο του μητροπολίτη Κιτίου κτύπησε, «εν Χριστώ τω Θεώ λίαν αγαπητέ και περιπόθητε αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών μετριότητος, Αθηναγόρας εδώ». «Στην υποκρισία δεν είσαι αρχιεπίσκοπος, Αθηναγόρα μου, οικουμενικός πατριάρχης είσαι». Υπήρχε ανέκαθεν μεγάλη οικειότητα μεταξύ τους, υπήρξαν άλλωστε συμφοιτητές στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, προτού ο μετέπειτα μητροπολίτης Κιτίου συνεχίσει με σπουδές φιλοσοφίας στη Σορβόννη.

Ο Σεραφείμ, ο οποίος αισθανόταν ανέλπιστα καλά σήμερα, παρέθεσε στον αρχιεπίσκοπο το πόρισμα του πατρός Χριστομάριου για τα «κόλλυβα του Αγίου Λαζάρου», όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται το ζήτημα στους εκκλησιαστικούς και λαϊκούς κύκλους. Το ύφος του τώρα ήταν επίσημο και σοβαρό, τέρμα τα χαριτολογήματα. «Μακαριότατε, έχουμε αναγάγει –και δεν θέλω να αποδώσω ευθύνες ούτε κίνητρα– ένα μη θέμα σε μείζον πρόβλημα. Ωσάν να μην έχουμε σοβαρότερα ζητήματα, πνευματικά τε και κοινωνικά να ασχοληθούμε. Περιποιεί τιμή στην Εκκλησία αυτή η στάση;». Ο Κύπρου αντέτεινε πως στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, πλησίον της αρχιεπισκοπής, ένας δίσκος την παρελθούσα Κυριακή έφερε τον δισκοβόλο του Μύρωνα. «Ε, και τι έγινε, σκανδαλίστηκε η αδελφότης;», σάρκασε ο Κιτίου. «Δεσπότη μου, δεν σε αναγνωρίζω», απάντησε ο αρχιεπίσκοπος, «εάν συνεχιστεί αυτή η τάση, σε λίγο θα δούμε τη Φρύνη την εταίρα σε κόλλυβα!». «Μακαριότατε, με όλο το σέβας, φοβούμαι πως υπερβάλλεις, δεν διαφωνώ πως πρέπει να παρακολουθούμε την κατάσταση, και αυτό ακριβώς πράττουμε με πάσα σοβαρότητα. Αν έχουμε κάποιο έκτροπο, θα πάω εγώ ο ίδιος στο εργαστήριο και θα τους κόψω τον κώλο, δεν θα επιτρέψω σε μια χήρα και σ’ ένα παιδαρέλι να διασύρουν την Εκκλησία». Το επιτηδευμένο κρεσέντο του μητροπολίτη ικανοποίησε για την ώρα τον αρχιεπίσκοπο. Το τηλεφώνημα ολοκληρώθηκε με την πρόσκληση του Κιτίου προς τον Αθηναγόρα για γεύμα όποτε ευκαιρήσει. «Φτιάξε αγκινάρες αλά πολίτα κι έρχομαι εχθές», «έγινε, γκραν πάπα μου», απάντησε πρόσχαρα ο Σεραφείμ.

Το πρωί της Τρίτης ο Στέφανος έφτασε στο εργαστήριο νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο. Η Αλέκα είχε ανοίξει τα παράθυρα και είχε πιάσει το σκούπισμα. Ο ζωγράφος είχε μια εμφανή αδημονία. Την καλημέρισε και χωρίς να χάσει χρόνο εκσφενδόνισε αυτά που είχε ανακαλύψει. «Θες να δεις τον Μηνά σου σήμερα; Είναι εξήντα δύο χρονών, καθηγητής γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας. Δεν είναι παντρεμένος και ζει με την Peanut Βutter, μια λευκή, περσική γάτα. Ζωγραφίζει και παίζει ακορντεόν. Έχει γενέθλια στις δώδεκα Οκτωβρίου, είναι Ζυγός». Η Αλέκα άκουσε τη ριπή των πληροφοριών χωρίς να πει τίποτα. Και όχι, δεν ήθελε να δει πώς είναι ο Μηνάς σήμερα. Όχι τώρα. Πήγε απλώς και κάθισε κάτω απ’ τον τιμοκατάλογο του «Μπουκιά και συχώριο» και σταύρωσε τα χέρια. Μονάχα αυτό. Κι ήτανε σαν νέα, σαν γριά, σαν ευτυχισμένη και σαν απόλυτα δυστυχής.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *