Μπουκιά και συχώριο

Κυανή Αυγή

Ο Στέφανος της έφερε νερό, έχοντας συνειδητοποιήσει πως η εισαγωγή του στο ζήτημα «Μηνάς Πράσινος» ήταν ατυχέστατη, «πόσο μαλάκας είσαι!», έψεξε τον εαυτό του. Δεν έπρεπε να δώσει όλες αυτές τις πληροφορίες μονοκοπανιά στην Αλέκα, ρωτώντας τη μάλιστα με τόση αναίδεια «θες να δεις τον Μηνά σου σήμερα;», έτοιμος να της τρίψει το κινητό στη μούρη. «Με συγχωρείς, απ’ τον ενθουσιασμό μου στα είπα μαζεμένα», «πού τόνε βρήκες αγόρι μου τον ενθουσιασμό, στο γήρας που μου κτυπά την πόρτα ή στα χρόνια που παρήλθαν άπρακτα;» ήταν η απάντηση-ράπισμα της Αλέκας. Ήπιε λίγο νερό κι άρχισε να εξιστορεί μια συνάντησή της με τον Μηνά στον Βασιλικό Κήπο των Αθηνών. «Είχαμε δώσει ραντεβού στην προτομή του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, φορούσα ένα γαλάζιο φόρεμα με κίτρινη ζώνη, ήτανε Τετάρτη απόγευμα, τέλη Απριλίου. Εκείνος έφτασε με καθυστέρηση λίγων λεπτών».

Άρχισε κατόπιν ένα παραλήρημα διανθισμένο με φυτά, ενδημικά και εξωτικά, κάποια επιλεγμένα απ’ τη βασίλισσα Αμαλία αυτοπροσώπως, αγάλματα και αρχαίες στήλες, ένα λέοντα, ένα αρσενικό παγώνι, καμιά εικοσαριά πάπιες και άπειρες υποσχέσεις αιώνιας αγάπης. Στο τέλος καθίσανε στο καφενείο του Κήπου. Η Αλέκα παρήγγειλε βυσσινάδα κι ο Μηνάς μια γκαζόζα. Της έπιασε για πρώτη φορά το χέρι και τη φίλησε στο μάγουλο. Το δεξί. Εκεί εξέπνευσε η εφηβεία της. Στα δεκαέξι και μισό. «Δεν πρόκειται να ξαναπάω στον Βασιλικό Κήπο, ως ελάχιστη ένδειξη σεβασμού στο κορίτσι που νομίζω πως ήμουν κάποτε». Έκλαιγε, χωρίς ήχο και δίχως λέξεις, θρηνώντας ένας Θεός ξέρει τι και ποιον. «Γιατί κλαις;», ρώτησε αμήχανα ο νεαρός. «Για τη ζωή που μας εμπαίζει. Που τολμήσαμε να εισέλθουμε παρείσακτοι στον κόλπο της. Που τολμήσαμε να ζήσουμε κι εμείς μέσα στις πρασινάδες και τα ύδατα… Τον Αύγουστο ήταν με υποτροφία στην Αμερική. Προτίμησε τις πέτρες και τα απολιθώματα της γεωλογίας… Ας έπαιρνε μιαν άλλη, γιατί τους τριλοβίτες, Χριστέ μου; Δεν θέλω να τον δω τώρα, παιδί μου, άσε κάτω το κινητό, θα σου πω όταν θα είμαι έτοιμη». Ο Στέφανος της χαμογέλασε με κατανόηση κι αποσύρθηκε στη δική του χώρα. Έπιασε το μολύβι κι άνοιξε το τετράδιό του. Οι ιδέες για τα μοτίβα της επόμενης παρτίδας κολλύβων άρχισαν να μορφοποιούνται στο μυαλό του. Έπρεπε να κάνει μια πρόχειρη καταγραφή πριν τις χάσει, όπως χάνουν οι άνθρωποι το μέλλον, που τους έρχεται όταν είναι πλέον αργά, σαν ψέμα και σαν απώτατο πριν.

«Πότε θα πας στη Δελχί;», ρώτησε μετά από λίγο ο Στέφανος, που αισθανόταν υπεύθυνος για την εμφανή υποτροπή στην ψυχική διάθεση της εργοδότριάς του. «Θέλω, μα δεν έχω το κουράγιο», «θα τη δω αύριο, θα ζητήσω κι ένα ραντεβού για σένα, δεν έχεις κάτι να χάσεις», ο ζωγράφος βρήκε τρόπο να εξιλεωθεί. «Αχ, πολύ σ’ ευχαριστώ, δεν της λες την επόμενη φορά να εστιάσει στα μελλούμενα;». Ο νεαρός της είπε αυτό που είχε διαπιστώσει και η ίδια η Αλέκα, «η Δελχί δεν δέχεται παρεμβάσεις». Κατά τη δεύτερη συνεδρία με τη μελλοντολόγο ο Στέφανος είχε αποτολμήσει να την κατευθύνει σε φλέγουσες περιοχές του βίου του. «Αν ήθελα ποδηγέτηση, θα είχε παντρευτεί», του έκοψε τη φόρα η Δελχί. Μετά την έπιασε ένα νευρικό γέλιο κι ένας έντονος τσιγαρόβηχας, που έκανε τη Χαριτίνη να έρθει εσπευσμένα, κούτσα-κούτσα με τις πατερίτσες, και να τη ρωτήσει εάν ήθελε τσάι με μέλι.

«Παρακολουθώ τη ζωή μου σαν σίριαλ», δήλωσε στο ξεκάρφωτο η Αλέκα, αφού είχαν προηγηθεί πολλά λεπτά αφηρημένης ενατένισης. «Δεν καταλαβαίνω», αντέδρασε ο Στέφανος. «Το βασικό μου κίνητρο για να συνεχίσω να ζω είναι για να δω τι θα γίνει μετά. Και κυρίως τι στο διάολο θα γίνει στο τέλος». «Ενδιαφέρον», απάντησε εκείνος, χωρίς να έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Η Αλέκα επέστρεψε εκ νέου στις σκέψεις της. Όχι για πολύ όμως, διότι ήρθε στο εργαστήριο η Πολυτίμη, κραδαίνοντας μια φυλλάδα του χαμού, την «Κυανή Αυγή». Αφού έκανε διάφορα σκέρτσα με την εφημερίδα αφήνοντας την κόρη της παντελώς αδιάφορη, την πέταξε μπροστά της, «σου είπα ένα εκατομμύριο φορές να μην αγοράζεις αυτό το φασιστικό έκτρωμα», την αποπήρε η Αλέκα. «Μα είσαι πρωτοσέλιδο, κόρη μου, κι εσύ μου λες να μην την αγοράζω», η Πολυτίμη έπαιρνε την εκδίκησή της. «Έκτροπα σε εκκλησία των Περβολιών» ο τίτλος. Η Πολυτίμη άνοιξε την εφημερίδα και έπιασε την απαγγελία σαν γηραιά παρουσιάστρια της ΕΡΤ που την έφερε ανέλπιστα στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη.

Σύμφωνα με το άρθρο, η «μόδα που ξεκίνησε από τον Άγιο Λάζαρο της Λάρνακας άρχισε να μολύνει τις μικρές κοινότητες του νησιού». Σε μνημόσυνο στο χωριό Περβόλια, στα κόλλυβα ενός ιστορικού στελέχους της αριστεράς υπήρχε ζωγραφισμένο ένα σφυροδρέπανο, με αποτέλεσμα την ώρα της δέησης να λάβει χώρα ένας έντονος διαπληκτισμός μεταξύ των οικείων του και ενός μέλους του κοινοτικού συμβουλίου που ανήκει στη δεξιά. Η κατάσταση εκτραχύνθηκε σε σημείο που ο ιερέας σταμάτησε τις ευχές και απαίτησε να επανέλθει αμέσως η τάξη. Του κάκου. Το μέλος του κοινοτικού συμβουλίου ζήτησε να αφαιρεθεί αμέσως απ’ τον ναό ο συγκεκριμένος δίσκος που έφερε «το σύμβολο της αθεΐας και του μηδενισμού». Η δέηση διεκόπη μέχρι που ηρέμησαν τα πνεύματα με τη μεσολάβηση των ψυχραιμότερων. Το άρθρο τελείωνε με την προτροπή όπως οι εθνικόφρονες κοινότητες της νήσου –ο Άγιος Θεόδωρος της Λάρνακας και το Μάμμαρι, λόγου χάριν– αντιδράσουν αναλόγως, κοσμώντας τα κόλλυβά τους «με τα τετιμημένα σύμβολα του έθνους».

Η πρώτη αντίδραση της Αλέκας ήταν να αφήσει τη σιωπή να απλωθεί στο εργαστήριο. Να καλύψει το δάπεδο, το μεγάλο τραπέζι, τους δίσκους, τα καζάνια και τους τοίχους. Έπειτα είπε το εξής με μια ανησυχητική απάθεια, «θα έπρεπε ο άνθρωπος να είχε την επιλογή να επιστρέψει τη ζωή του… πίσω στην αντιπροσωπεία, βρε αδερφέ… ιδού, σας την έφερα, πάρτε την εσείς και ζήστε, εγώ δεν αντέχω άλλα σκατά». «Αυτά λες και θα μας κάψει ο Θεός», απάντησε η Πολυτίμη, τακτοποιώντας το φουλάρι της, σημάδι πως ετοιμαζόταν να ξεχυθεί στους δρόμους της πόλεως.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *