Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Ποινικός κώδικας

Τι ήθελε να πει ο Λύσανδρος για τη Δήμητρα μ’ εκείνο το «δεν έχει ιδέα»; Η αιχμή βεβαίως αφορούσε τον επί εννέα έτη γκόμενό της Παρασκευά. Τον περιβόητο διανομέα οπωροκηπευτικών, που δεν λέει να της κάνει κι αυτηνής μια πρόταση γάμου, να πάρει τη χαρά. Αφού αμόλησε τη βόμβα, σιώπησε εκ νέου. Πού ήταν η ατέρμονη λογοδιάρροια που του προσάπτει η σύζυγός του Παύλα; Έβηξε, «απορία ψάλτου βηξ», σκέφτηκε η Αλέκα. «Για πες, βρε Λύσανδρε, και μ’ έσκασες», δεν άντεξε άλλο και είπε να τον πιέσει. «Ο λεγάμενος είναι απ’ τον Αστρομερίτη», δήλωσε ο πρώην αστυνόμος. Αυτό το γνώριζε η Αλέκα, όπως και το ότι μαζεύει τα λαχανικά απ’ τους παραγωγούς της περιοχής και τα διανέμει ανά το παγκύπριο, συμπεριλαμβανομένης ασφαλώς και της Λάρνακας. Πάλι σιωπή ο Λύσανδρος. Να του έφερνε κι άλλο ραβανί; Μα αν της πάθαινε καμιά υπεργλυκαιμία στο χολ; Όχι, δεν θα του έφερνε. Ξαναμίλησε, «άκου, Αλέκα μου…». Η κτητική αντωνυμία κτύπησε συναγερμό μέσα της. Μ’ αυτήν ακριβώς την αντωνυμία της είχε ανακοινώσει και τον αδόκητο θάνατο του συζύγου της.

Όταν υπέστη το οξύ καρδιακό επεισόδιο ο Τιμολέων, τον μετέφερε το ασθενοφόρο στα επείγοντα. Δεν πολυκαταλάβαινε η Αλέκα τι γινόταν. Ούτε που θυμόταν πώς σχημάτισε τον αριθμό των πρώτων βοηθειών. Η Ελευθερία κρατούσε ένα μεταλλικό κουτί με χρωματιστά μολύβια και έκλαιγε γοερά. Πέντε χρονών κοριτσάκι. Μέσα σ’ εκείνο το πανδαιμόνιο η Αλέκα πήρε τηλέφωνο τον Λύσανδρο, που ήρθε άρον άρον με τη στολή του αξιωματικού της αστυνομίας. Πήγανε μαζί στο νοσοκομείο. Την άφησε μαζί με την κόρη της σ’ ένα παγκάκι κοντά στην είσοδο. Σε πέντε λεπτά ήτανε έξω, «Αλέκα μου, ο Τίμος έφυγε». Πέντε λέξεις όλες κι όλες. Λες και δεν άξιζε ο Τίμος κάτι παραπάνω. Κατόπιν της εξήγησε πως όταν τον πιάσανε με το φορείο απ’ το σπίτι, ήτανε ήδη νεκρός. Και τώρα ξανά, τριάντα χρόνια αργότερα, αυτή η άτιμη η αντωνυμία απ’ το στόμα του Λύσανδρου.

«Ο λόγος που ο Παρασκευάς δεν έχει κάνει πρόταση γάμου στη φίλη σου, και που δεν πρόκειται να της κάνει ούτε στον αιώνα τον άπαντα, είναι γιατί η διγαμία είναι ποινικό αδίκημα». «Μα, η Δήμητρα είναι ελεύθερη». «Αλέκα, συγκεντρώσου!». Της εξήγησε πως εδώ και είκοσι τέσσερα χρόνια ο προκομμένος είναι παντρεμένος με μια Φιλιππινέζα που είχε γνωρίσει σε καμπαρέ κάποια σκιώδη εσπέρα της νιότης του. Αγαπήθηκαν, αυτή εγκατέλειψε τη νύχτα, παντρεύτηκαν κι απέκτησαν ένα γιο, που είναι τώρα πρωτοετής φοιτητής σε κάποιο ιδιωτικό πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας. Η γυναίκα του χαίρει της εκτίμησης του χωριού, βαφτίστηκε ορθόδοξη χριστιανή, φέρει το όνομα «Χριστίνα» κι εργάζεται ως ταμίας σε φούρνο της περιοχής. «Μα, στη Δήμητρα είπε πως μένει με τη μάνα του και πως πασχίζει να φέρει οικιακή βοηθό απ’ τη Σρι Λάνκα για να έρχεται συχνότερα στη Λάρνακα». «Κολοκύθια τούμπανα», απάντησε κοφτά ο Λύσανδρος.

Κι έτσι, στα καλά καθούμενα, και χωρίς να συντρέχει και κάποιος ιδιαίτερος λόγος –με μοναδικό κίνητρο να ανταμείψει τις προσπάθειες της Δήμητρας να αποκαταστήσει την Ελευθερία– η Αλέκα βρέθηκε να κρατάει μια ωρολογιακή βόμβα, την οποία όφειλε να παραδώσει αυτούσια στην επιστήθια φίλη της. Επέπρωτο να είναι αυτή ο κομιστής της θλιβερής πληροφορίας. Πώς λες σ’ έναν τόσο κοντινό σου άνθρωπο πως εδώ και εννέα χρόνια ζει ένα ψέμα; Πως έχει πέσει θύμα ενός καθάρματος που την παρέλαβε στα σαράντα και την έφερε στα πενήντα, καταστρέφοντάς της μια καίριας σημασίας δεκαετία; «Αχ, κακό που με βρήκε… πώς θα πω στη Δήμητρα τέτοιο πράγμα… ας πέθαινα καλύτερα», πάντα υπερβολική. «Θα την απαλλάξεις απ’ την κακότητα και την αδικία, δες το απ’ την καλή πλευρά», ο Λύσανδρος. «Ποια καλή και ποια στραβή, Λύσανδρέ μου, πάνε τα χρόνια του κοριτσιού, πάνε σαν τα οπωροκηπευτικά… Την κατάρα μου να ’χει ο παλιάνθρωπος! Που να τον χέσει πατόκορφα όλη η Άπω Ανατολή και να μη βρεθεί χέρι να τον ξεσκατίσει, άγιε μου Νεκτάριε». Πάντα διατηρούσε μια θρησκευτικότητα στην κατάρα η Αλέκα, για λόγους κάλυψης, αλλά και αποτελεσματικότητας.

Ο Λύσανδρος έκανε να σηκωθεί. Τον είχε αγγαρέψει η Παύλα να της αγοράσει μελιτζάνες για το φαΐ της επομένης. Πάντα προνοητική και προγραμματισμένη, «να φανταστείς έχει έτοιμα τα πάντα για την κηδεία της, τα ρούχα, τα παπούτσια… υποθέτω και τα δικά μου, δεν βρήκα ακόμη το θάρρος να ρωτήσω», «μη χειρότερα, νέοι άνθρωποι!», αντέδρασε η κολλυβοποιός. Ο Λύσανδρος υποσχέθηκε να βγούνε προσεχώς για φαγητό, «να θυμηθούμε τα παλιά». Η Αλέκα μνημόνευσε τις εξόδους τους τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής της στη νήσο. Και τις εκδρομές που είχανε κάνει οι τέσσερίς τους. Με τον Λύσανδρο και την Παύλα είχανε πάει για πρώτη φορά στα Λουτρά της Αφροδίτης και την Παναγία της Ασίνου, στα Λεύκαρα και το Όμοδος, στα Καληδόνια και την Κοιλάδα των Κέδρων. Τα χρόνια της νεότητάς της έληξαν ακαριαία με την ανακοπή του Τίμου, αποκτώντας αυτοστιγμεί την αλήθεια και το ψέμα του μύθου. «Εμείς ήμασταν, βρε Λύσανδρε, στην κίτρινη Φίατ ή κάποιοι άλλοι που μας έμοιαζαν και που δραπέτευσαν έγκαιρα σ’ άλλες ζωές, πιο δικαιωμένες;…». «Εμείς ήμασταν, Αλέκα μου…», απάντησε ο Λύσανδρος με βουρκωμένο το βλέμμα. Η Αλέκα τον αγκάλιασε και έβαλε τα κλάματα. Δεν ήξερε γιατί έκλαιγε. Για ποιο απ’ όλα; Για τον Τίμο, για τη Δήμητρα, για την Ελευθερία, για τον Μηνά, για τον Στέφανο, για την αφεντιά της; Για όλους. Μα προπάντων για τη ζωή που δεν δείχνει την παραμικρή λύπηση για κανένα.

Ο Λύσανδρος περίμενε μέχρι που την είδε να ηρεμεί. Δεν ανησύχησε απ’ την αντίδρασή της. Είχε συναίσθηση της σοβαρότητας της αποκάλυψης. Της συνέστησε να μην πιέσει τον εαυτό της και να μιλήσει στη Δήμητρα όταν θα είναι έτοιμη, «περίμενε εννέα χρόνια η αλήθεια, αν περιμένει ακόμη δυο βδομάδες, δεν χάθηκε ο κόσμος». Σωστά. Ο κουμπάρος την αποχαιρέτησε και κίνησε για τις μελιτζάνες της Παύλας. Η Αλέκα σκέφτηκε πως εκείνη δεν έχει κάποιον να της φέρει ολίγες μελιτζάνες, ένα κιλό αρακά ή και μια γουλιά βιτριόλι, «αχρείαστο να ’ναι, αγία μου Μαρκέλλα».

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *