[ Γιάννης Χατζηγεωργίου - 16:00 ]
Μια θάλασσα γεμάτη από πτώματα
[ ΓΛΥΚΕΣ ΑΛΧΗΜΕΙΕΣ - 09:05 ]
Πιτάκια στο φούρνο µε σοκοπάστα
[ ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ - 05:07 ]
Αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκη
[ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ - 00:01 ]
23 Νοεμβριου, 1992
[ Ημερησιες προβλεψεις - 00:01 ]
Τι λένε τ' άστρα για σήμερα, 23 Νοεμβρίου
[ Εβδομαδιαιες προβλεψεις - 00:01 ]
Τα ζώδια την εβδομάδα 23 - 29 Νοεμβρίου
[ Κωνσταντίνος Χάμπαλης - 12:13 ]
Bεζίρης στη θέση του...βεζίρη





 
19/3/2014
 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΝΚΟΓΛΟΥ

Πώς ο Ρεμπώ του άνοιξε ένα ανεξάντλητο πεδίο αυτοαναζήτησης

 
 
Του Γιώργου Σαββινίδη
         
0 Σχόλια
 
O Γιάννης Στάνκογλου είναι ενθουσιασμένος με την παραγωγή «Είμαι ένας άλλος». Όχι μόνο γιατί συνεργάζεται ξανά με τη σύζυγό του, Αλίκη Δανέζη-Κνούτσεν. Ούτε επειδή επιπλέον έχει την ευκαιρία να καταδυθεί στην ποίηση και τη φιλοσοφία ζωής του αγαπημένου του Αρθούρου Ρεμπώ. Αλλά επειδή μια δουλειά που ξεκίνησε από μια δική του πεποίθηση και τη δική του ανάγκη να εκφραστεί βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στην Αθήνα, αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα την οποία «οργώνει» εδώ και περίπου ένα μήνα με μια μακρά και τολμηρή -για τα δεδομένα της εποχής και του τύπου της παράστασης- περιοδεία. Το έργο του Σουηδού ακαδημαϊκού και θεατρικού συγγραφέα Μίκαελ Αζάρ δεν είναι βιογραφικό αλλά διαπνέεται από τον θαυμασμό του για το φαινόμενο Ρεμπώ. Δεδομένου του ολιγόμηνου περάσματος του ποιητή από την Κύπρο και την καταγωγή της σκηνοθέτιδας της παράστασης, η περιοδεία στο νησί έμοιαζε σχεδόν νομοτελειακή. 
 
Τι σε ώθησε να «μπλέξεις» με μια θεωρητικά «δύσκολη» παράσταση; Η διαπίστωση ότι ο κόσμος έχει ανάγκη από κάτι διαφορετικό. Το νιώθω ακόμη περισσότερο τώρα με αυτή την περιοδεία. Είναι εμφανές τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα ότι οι θεατές έχουν αρχίσει να «ψάχνονται» για το να δούνε, αναζητούν την καλή παράσταση και προτιμούν τα θέατρα που έχουν μάθει ότι αξίζουν τον κόπο. Φαίνεται ότι έχουν αφήσει στην άκρη την τηλεόραση κι έχουν στραφεί περισσότερο προς το θέατρο και γενικότερα σε πράγματα που μας βάζουν σε μια διαδικασία σκέψης και προβληματισμού. 
 
Βλέπεις να συμβαίνει το ίδιο και στην επαρχία; Σε μεγάλο βαθμό. Αρχικά ένιωσα ότι παίρναμε ένα ρίσκο όταν αποφασίσαμε να βγούμε σε μεγάλη περιοδεία μ’ έναν τέτοιο μονόλογο και να πάμε σε πόλεις που δεν τολμούν να πάνε συχνά τον χειμώνα θίασοι για παραστάσεις. Τελικά, διαπίστωσα ότι το ρίσκο ήταν μόνο στο μυαλό μου. Ο κόσμος διψά να δει κάτι που δεν είναι σώνει και καλά γνωστό και εύπεπτο. Και το εισπράττω μετά από κάθε παράσταση, όταν έρχονται για να μοιραστούν μαζί μου κάποια από τα ερωτήματα που θέτει το κείμενο. 
 
Είναι η διάσταση που δίνει ο συγγραφέας ή το έργο και η προσωπικότητα του Ρεμπώ που κάνουν πιο ελκυστική αυτή την παράσταση; Είναι όλα. Ο Αζάρ έχει εμπνευστεί από την προσωπικότητα και την ποίηση του Ρεμπώ, αλλά έχει φτιάξει ένα δικό του κείμενο, που είναι ταυτόχρονα πρωτόγονο και σύγχρονο. Ο χαρακτήρας θέτει ερωτήματα που λίγο-πολύ ο καθένας θέτει στον εαυτό του. Κι είναι σαν να σε επαναφέρει σε κάτι που ενδεχομένως αποφεύγεις να σκέφτεσαι συχνά, που αφήνεις στην άκρη. Ασχολείται με θέματα οντολογικά, όπως ο θάνατος, η σχέση με την κοινωνία, η ελευθερία, η επαναστατικότητα. Ο Αζάρ αποτυπώνει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση τη δική του οπτική πάνω στην ποίηση και τη ζωή του Ρεμπώ και βάζει λόγια στον ηθοποιό για να τον κάνει λίγο πιο «σημερινό».
 
Το γεγονός ότι πρόκειται για μονόλογο συνεπάγεται κάποιες ιδιαίτερες απαιτήσεις; Βεβαίως. Τόσο ως προς την κατανάλωση δυνάμεων από τον ηθοποιό, όσο και από πλευράς της πρόκλησης να κρατήσεις τους θεατές όντας μόνος επί σκηνής για μια ώρα. Θεωρώ πάντως ότι εν προκειμένω μας βοηθά το κείμενο, αλλά και η σκηνοθεσία της Αλίκης. 
 
Μια συνεργασία με την Αλίκη Δανέζη- Κνούτσεν διαφέρει σε σχέση με μια οποιαδήποτε συνεργασία με σκηνοθέτη; Η προσπάθειά μας είναι να μη διαφέρει. Η αλήθεια όμως είναι ότι επί της ουσίας διαφέρει γιατί η Αλίκη ξέρει τις «ευκολίες» μου και δεν μου επιτρέπει να κινηθώ προς αυτή την κατεύθυνση. Από την άλλη, είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο επικοινωνώ και συνεννοούμαι, έχουμε δουλέψει αρκετές φορές μαζί στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Νομίζω ότι αυτή η δουλειά είναι ακόμη μια καλή σύμπραξη. 


 
Δεν προκύπτουν διαφωνίες; Προκύπτουν αρκετές διαφωνίες και συγκρούσεις, αλλά είναι δημιουργικές, οδηγούν σ’  ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Δεν γίνεται διαφορετικά, εγώ πιστεύω πολύ στη «δημιουργική σύγκρουση». Δεν μ’ ενδιαφέρει όταν γίνεται για άλλους σκοπούς. Αν όμως προκύπτει επειδή όλοι επιζητούμε το καλύτερο αποτέλεσμα και την ίδια στιγμή υπάρχει επικοινωνία, είναι κάτι παραπάνω από θεμιτή. 
 
Σε ποιο βαθμό αυτοσκηνοθετείσαι γενικότερα, αλλά και ειδικότερα όταν πρόκειται για μονόλογο; Στην προκειμένη περίπτωση η Αλίκη έρχεται μαζί μου στην περιοδεία και βλέπει τις παραστάσεις. Ο ηθοποιός χρειάζεται κάποιες φορές να του κρατάνε τα γκέμια. Είναι αλήθεια ότι συχνά μπορεί να ναρκισσευόμαστε και να λέμε «να, τώρα συγκινήσαμε τον κόσμο ας το κρατήσουμε αυτό κι ας συνεχίζουμε να το κάνουμε». Εγώ προσπαθώ να το αποφύγω. Η Αλίκη όταν το βλέπει μού το λέει. Μετά από κάθε παράσταση ακολουθεί μεταξύ μας κουβέντα σε σχέση με το συνολικό αποτέλεσμα κι αυτό έχει θετικές επιδράσεις. 
 
Τι ωθεί κάποιον να πηγαίνει να δει ένα έργο που μπορεί να τον οδηγήσει σε ενοχλητικές διαπιστώσεις, να του χαλάσει τη ζαχαρένια του; Αρκετά έχουμε διαποτιστεί με ζάχαρη σε Ελλάδα και Κύπρο, λίγο-πολύ είχαμε αφεθεί στις ευκολίες μας. Είναι καιρός να παλέψουμε για κάτι καλύτερο απ’ αυτό που μας περικυκλώνει, να μπούμε στη διαδικασία να σκεφτούμε. Συχνά πράττουμε κάτι που δεν θέλουμε, σαν να μην είμαστε ο εαυτός μας. Είναι ζήτημα αυτογνωσίας, αυτό το «είμαι ένας άλλος» ισχύει για όλους. 
 
Πώς αντιμετώπισες τον Ρεμπώ την πρώτη φορά που τον διάβασες και πώς τον αντιμετωπίζεις τώρα; Την πρώτη φορά που πήρα βιβλίο του στα χέρια μου, στα 22 μου, εισέπραξα κάτι καθαρό, ενστικτώδες και φωτεινό. Ωστόσο, επειδή οι ποιητικές συλλογές του είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία και τις έχω συνέχεια δίπλα μου, στην πορεία ανακαλύπτω πράγματα που δεν τα είχα δει πριν. Είναι ένας ποιητής που δεν έχει ταβάνι και πάτο, κάθε φορά που τον μελετάς διανοίγονται νέες προοπτικές. Γι’ αυτό επηρέασε την παγκόσμια λογοτεχνία και τόσους καλλιτέχνες και κινήματα στη φιλοσοφία και την τέχνη. Για μένα υπήρξε ο πρώτος πανκ, αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι. Και τώρα, με τη δουλειά αυτή, νιώθω ότι ο Ρεμπώ μού έχει ανοίξει ένα τεράστιο πεδίο αυτοαναζήτησης και με στρέφει σε πιο δημιουργικά πράγματα. Στις μέρες μας έχουμε ανάγκη οι καλλιτέχνες να κάνουμε κάτι που να είναι «αυτοπράξη», κάτι που να έχει σκοπό. Να μην εκπληρώνουμε μόνο το όραμα κάποιου άλλου. 
 
Τι θα γινόταν, πιστεύεις, αν δεν σταματούσε να γράφει τόσο νωρίς; Σταμάτησε να γράφει κι άρχισε να ζει μ’ έναν τρόπο διαφορετικό, αλλά συνάμα το ίδιο ποιητικό. Ήταν σαν να ζούσε την ποίηση, αντί να τη γράφει. Του άρεσε ν’ ανακαλύπτει συνεχώς πράγματα. Μάθαινε γρήγορα γλώσσες. Η φυγή τον χαρακτήριζε. Η διαπίστωσή μου όταν τον πρωτοδιάβασα ήταν ότι επειδή συνειδητοποιούσε το σύνολο, το όλον, ήταν σαν να τον τρομάζανε οι ίδιες του οι σκέψεις. Γι’ αυτό ίσως βρισκόταν σε διαρκή κίνηση. Κατά κάποιο τρόπο, έτσι ήταν και η γραφή του. Ανάμεσα στις περιπλανήσεις του πέρασε και από την Κύπρο. Είναι κι αυτός ένας λόγος που επιδιώξαμε να παρουσιάσουμε την παράσταση στο νησί. Ξέρουμε ότι βρισκόταν στο Τρόοδος και εργαζόταν μέχρι που κοίταξε κάτω τη θάλασσα και αποφάσισε να κατέβει με τα πόδια μέχρι τη Λεμεσό, να πάρει το καράβι και να φύγει, μέσω Σουέζ, στα βάθη της Αβησσυνίας. 

Φώτο: Πηνελόπη Μασούρη
 

Πηγή: Φιλελεύθερος

 
Copyright © 2014, All Rights Reserved.