Επιστροφή στο πρωτόπλαστο

«Για μένα η προσευχή είναι σημαντική. Μην την κοροϊδέψεις ξανά την προσευχή μου. Είσαι κωλοτούμπας και διπρόσωπος», Γιώργος Αγγελόπουλος, Survivor.

Τα παιδιά αυτά κάθισαν απέναντί μου στο μετρό –και εύχομαι, πραγματικά, να μην κάνω καμιά ανοησία δημοσιεύοντας αυτή την τόσο τρυφερή εικόνα, λίγο μετά από ένα χωρισμό, μερικά παρατεταμένα νεύρα, κάποια παρεξήγηση ή ένα καλά κρυμμένο μυστικό που τελικά θα τους «προδώσει» απ’ το παπαρατσικό μου κλικ. Φαίνονται δύο παιδιά σαν γεννημένα απ’ το ίδιο υλικό –χωρίς ψευδαισθήσεις, εξωραϊσμούς, ωραιοποιήσεις κάποιου σαθρού μέλλοντος ή συναναστροφών αναίτιων, μόνο ή αποκλειστικά για το θεαθήναι. Ίσως γι’ αυτό μου έκαναν εντύπωση. Γιατί έδειχναν μη συμπλεγματικά, κάποια στιγμή το αγόρι τής άγγιξε το σβέρκο, της είπε τρυφερά κάτι στ’ αφτί, εκείνη γέλασε –θα γελούσε ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν της περιέγραφε το ρέκβιεμ σε νέα ελληνική– κι ύστερα έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του ως αποθέωση του βαθύτερου που δεν ανέλυαν, γιατί το ζούσαν.

Ήταν Σάββατο βράδυ. Το μετρό είχε γεμίσει από αρχαιογιάπηδες, παλιούς νοσταλγούς των εποχών των παχιών αγελάδων και των διπλοφορεμένων Rolex, πρώην συνοδοιπόρους κάποιων πλουσιόπαιδων που θέλησαν να τινάξουν την μπάνκα στον αέρα ατιμωρητί και που τώρα τους αρκεί η δημόσια συγκοινωνία στο άδοξο παρόν τους. Τους συναναστράφηκα πολύ αυτούς τους ανθρώπους –κυρίως λόγω δουλειάς. Στην αρχή μου προξενούσαν απέχθεια, μετά τους σνόμπαρα, ύστερα τους αντιμετώπιζα με κατανόηση και με μία κάποια ένδειξη συμπόνιας, γνωρίζοντας την ανίκητη λύπη που θα κουβαλήσουν το βράδυ στο σπίτι τους έπειτα από άλλο ένα επιτυχημένο shooting με τη Βίκυ Καγιά –δεν έμαθαν, δυστυχώς, ποτέ πού είναι το καλό κρασί και πότε πρέπει να περιμένεις για να ανοίξει μία κλειστή πόρτα προτού εξαφανιστείς για τα καλά.

Είχαν, οι περισσότεροι, την αγωνία του φαίνεσθαι (οι τύψεις, ο φθόνος, μα κυρίως τα κόμπλεξ, γίνονταν σμπαράλια μέσα στο κεφάλι τους και ανακατεύονταν σαν μίξερ μέσα στην επιθετική τους φτήνια), επιθυμούσαν να διαχωρίζεται χωρίς αιδώ το χάσμα που θα έπρεπε να τους ξεχωρίζει από την πλέμπα που τους γέννησε ζώντας για να χαστουκίζουν, μια ζωή εκδικούμενοι το χαστούκι που κάποτε έφαγαν μικροί (ή όπως αλλιώς θέλησαν να ονομάσουν το «τραύμα») και έκαναν τη δίψα της δράσης αγωνία, τρέμουλο και άγχος –αιωνίως απαισιόδοξοι κατά βάθος, ενώ θα έπρεπε το κουσούρι τους να γινόταν η σημαία κι ο θρίαμβός τους.

Κάπως, μεγαλώνοντας, τους κατάλαβα. Τους κατάλαβε και το κοινό όταν πια αποφάσισαν να χαμηλώσουν το υπερυψωμένο φρύδι, την προσβλητική άνεση σε οτιδήποτε ξέφευγε από ό,τι δεν ήξεραν μέχρι τα 20 τους χρόνια, έμαθαν κάπως να ξεχωρίζουν την εμπάθεια από την αντιπάθεια και να γίνονται συμπαθείς –ίσως γιατί η επέλαση του αυθεντικού ερχόταν πια σαν στρατηλάτης να σαρώσει οτιδήποτε δήθεν είχε προηγηθεί στα χρόνια του ανύπαρκτου χρήματος και μιας μίζερης λογιστικής σπαρμένης από «αγαπούλα μου», «τρε μπανάλ», «σικ», «μωρή» και «κοτέτσια». Το χάσμα μέχρι το 2008 έμοιαζε απροσπέλαστο –νομίζω πως η κατηγορία μίας κάστας υπερεκτιμημένων ανθρώπων που ονομάζονταν στιλίστες αντικατόπτριζε τι ακριβώς συνέβαινε τότε.

Κι ύστερα αποκτήσαμε όλοι το αίσθημα εκείνο της απορίας και της επιστροφής στα βασικά –τέρμα τα ντεμέκ, σαν να ανακαλύπταμε και πάλι τον τροχό. Κι είναι αυτή η ενσυνείδητη εποχή –γιατί είναι ενσυνείδητη!– μέσα στη φτώχεια και τη μιζέρια της έλλειψης ρευστού, που κάνει τα πάντα διάφανα, σκορπίζοντας μία ακατανίκητη, γήινη χαρά –όχι ευδαιμονία, προς θεού, (ποτέ, άλλωστε, δεν πίστεψα τα δελτία ειδήσεων που φωταγωγούν μόνο την κακή πλευρά της ζωής, γιατί πράγματι ο κόσμος συνεχίζει να ανακαλύπτει νέα στέκια, να κυκλοφορεί τα Σάββατα, να γεμίζει τους δρόμους και τα φαγάδικα, που πλέον έγιναν νέας κοπής κι αυτά, και φθηνότερα).

Επιστροφή, λοιπόν, στο ορίτζιναλ, που κάποτε λοιδορήθηκε (επειδή εκτροχιάστηκε). Ίσως γι’ αυτό αρέσει τόσο πολύ στο «Survivor» ο Γιώργος Αγγελόπουλος (νικητής ήδη!) και κανείς δεν ασχολείται με τα κοντινά πλάνα στους κοιλιακούς του Σπαλιάρα –να, μια ένδειξη είναι κι αυτό. Ζούμε στην εποχή που το γυάλινο βλέμμα αντικαταστάθηκε (μάλλον) από το υγρό κι η επιθετική φτήνια από την μπέσα, στην εποχή της αποθέωσης των λαϊκών παιδιών που, καλή ώρα, φιλιούνται, όπως στη φωτογραφία που τράβηξα, με πάθος στα μετρό χωρίς να ντρέπονται, που χτυπάνε το χέρι στο τραπέζι και προσβάλλονται από όποιον τους κοροϊδέψει καθώς προσεύχονται, που είναι γεμάτοι ειλικρινείς ερωτήσεις για όλα, που φοράνε φανελάκια κολλητά αντί για κοστούμια και που τραγουδάνε «δε θέλω τη συμπόνια κανενός» αντί για «shake it». Αλληλούια –επιστροφή στα χωματένια.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *