Οι λίγοι που έχουν άνοιξη

Οι λίγοι που έχουν άνοιξη

Ο χειμώνας υποχωρεί, με μιαν άνοιξη να μη βιάζεται καθόλου να κάνει είσοδο θριαμβική, με χειροκρότημα και υποκλίσεις. Τις νύχτες η πόλη ερημώνει ακόμη πιο πολύ. Τηλεμεταφέρεται στον Άγιο Δομίνικο, παίζει παιχνίδια κατασκήνωσης και παθαίνει παράκρουση κατινοποίησης. Αν δεν έχεις πάθει ιδρυματοποίηση στο ντόπιο lifestyle, η προβλεψιμότητα και η ομοιογένεια προκαλεί εσωτερικές κατακρημνίσεις σαν αυτές στα όνειρα, που πέφτεις ξαφνικά και ξυπνάς λίγο πριν συνθλιβείς στην όποια στερεή επιφάνεια.

Άλλως, θα γράψεις για τα ίδια: Η τσίχλα του Καρβέλλα, η αγένεια, οι σύντομοι, γελοίοι έρωτες ανθρώπων που αγαπούν μόνο τον εαυτό τους, το αίσχος του Survivor, τι φόρεσε η Μενεγάκη και σε ποιον σήκωσε το δεξί της φρύδι της, το αυτόνομο και θυμωμένο. Θα έχεις εθιστεί στην ασχήμια της ομοιομορφίας. Όπου όλες μοιάζουν μεταξύ τους, με τα ίδια ζυγωματικά, φρύδια σαν το σχήμα της Nike, χείλη, στήθη, μύτες –είναι τόσο εξουθενωτικό, που είσαι έτοιμος, γραφιά μου, να υμνήσεις το πρώτο στραβό δοντάκι που θα τολμήσει να εμφανιστεί σε κοσμικό κάλεσμα ή στη μικρή οθόνη της οικοσκευής σου.
Θα παρακολουθείς συζητήσεις της σαχλαμάρας, τάχα μου όλο υπονοούμενα, και από κάτω κείμενα που θυμίζουν έναν ακατάληπτο, παράλληλο, τσεχωφικό λόγο. Και ακόμα χειρότερα; Θα το θεωρήσεις λογικό να συμμετέχεις σ’ αυτές. Θα έχεις κάποιον να μισείς, άλλον κάθε φορά, αλλά σεσημασμένο, παρουσιαστή ή πολιτικό ή υποψήφιο προς αποχώρηση. Θα θεωρείς τόλμη τη βρισιά, κριτική το κράξιμο, άποψη τη δημαγωγία, μόρφωση την τσιτατολογία και επιτυχία τη συσσώρευση υλικών σκουπιδιών της μόδας μιας σεζόν. Και θα ξεχνάς να δεις την αλήθεια και τη ζωή εκτός τηλεόρασης, εκτός πασαρέλας τάχα μου μόδας με τραγουδιστές που δεν τραγουδάνε και ηθοποιούς που δεν υποκρίνονται.

Στο δίπλωμα της στροφής από Εθνική για Ιερά Οδό, ένα κορίτσι και ένα αγόρι, αργά το μεσημέρι μιας άδειας Κυριακής, έχουν αφήσει τα ποδήλατά τους στο πλάι. Φοράνε τα σακίδιά τους. Έχουν καθίσει σε ένα πεζοδρόμιο, μπροστά από ένα κλειστό μαγαζί με εποχιακά είδη, που πριν είχε αποκριάτικα και τώρα έπιπλα κήπου. Αγκαλιάζονται σφιχτά. Αυτή ακουμπά στον ώμο του και γαντζώνεται απ’ τις πλάτες του σαν να ‘ναι ναυαγός και βρήκε σχεδία σίγουρη. Αυτός της φιλά το μέτωπο, εκεί που αρχίζουν τα μαλλιά. Βαράνε κάτι κόρνες, είναι βρόμικα, μα δεν τους νοιάζει. Οι δυο τους έχουν την άνοιξη.

Μια γυναίκα, ξανθιά, σε ένα πάρκινγκ, όλο γελάει. Είχε φτιάξει τη βαλίτσα της να πάει στη μάνα της στη Ρουμανία, που είχε να τη δει χρόνια –ο καιρός αυτός δεν κερδίζεται, μόνο σε κατατροπώνει– αλλά είχε αναβληθεί το ταξίδι. Είχε όμως τη βαλίτσα έτοιμη, να περιμένει. Τώρα, αυτό το Πάσχα, τα κατάφερε. Θα φιλήσει τη μάνα της στα χείλια. Χαμογελάει πλατιά, όλο φως, και γύρω της μυρίζει φρέζες.

Μια άλλη, νέα γυναίκα, μελαχρινή αυτή, λέει πως απ’ το μπαλκονάκι της στο κέντρο φαίνεται η Ακρόπολη και πίνει κάθε πρωί το τσάι της, με μια κουταλιά μέλι, κοιτάζοντας την πολυτελή καταδίκη της, που πιο prive δεν έχει. Μαζεύει όλα τα καπάκια απ’ τα πλαστικά μπουκάλια. Της φέρνουν και οι φίλοι της. Κατάφερε να αγοράσει έτσι δυο καροτσάκια αναπηρικά. Δεν νιώθει πως όπως χειρονομεί, αναδύει οσμή από μοσχομπίζελα και σαν να εκπέμπει φεγγοβόλα, ουρανί και μοβ χρώματα.

Και ένα αγόρι, που κυκλοφορεί μόνο με το ποδήλατό του, μεγάλωσε τον αδελφό του, δουλεύει και πάει πανεπιστήμιο και βοηθά τη μάνα του στην επιβίωση. Και ένας φίλος που φτιάχνει φωτιστικά από ξύλα και πεταμένα υλικά, τα κάνει να διώχνουν σκοτάδια και να καμαρώνουν την παρατημένη ομορφιά τους. Και ένας νέος μπαμπάς, που πάει βόλτα το μωρό του μαζί με το σκυλάκι τους, έχοντας εξασφαλίσει πως θα αργήσουν και τα δυο να νιώσουν τρόμο. Και ένας καλλιτέχνης του δρόμου που κάνει παντομίμα στο μεγάλο φανάρι και ένας τραγουδιστής που με την κιθάρα του λέει Χατζιδάκι στην άκρη της οδού με τα μεγάλα μπουζούκια. Όλοι αυτοί έχουν μόνιμη άνοιξη και μπορεί –ίσως, δεν ξέρω– να τη φέρουν και σε μας. Καλό μας Πάσχα λοιπόν.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *