Η πίστη

Ω, γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατον μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού Παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;

Αυτές τις μέρες που η προδιαγεγραμμένη Ανάσταση θα μου συμβεί σε κάποιο μοναστήρι των κατεχομένων –μάλλον στο Βαρώσι, στον Άγιο Γεώργιο ίσως– σκέφτομαι (ξανά) τι είναι η πίστη. Κι αν ακολουθείται φυσιολογικά ο κύκλος του παιδιού που κάποτε πήγαινε στο κατηχητικό κι έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του πόσες φορές θα Τον επικαλεστεί ή θα παραμένει εν ειρήνη και κατά γράμμα –τηρώντας και τις 10 εντολές του Μωυσή–, που ύστερα αλλαξοπίστησε ή αμφισβήτησε (ακόμη και η γιόγκα, διάβασα κάπου, είναι εκτός των χριστιανικών γραφών), αλλά στο τέλος, στη δυσκολία, στην αγωνία και στη μοναξιά, επέστρεψε εκεί όπου πάντα ανήκε: στην πρωτόγονη, αθώα ευλάβεια με την οποία έκανε τρεις φορές σταυρό έξω από τα καμπαναριά –«πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω».

Στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, της οδού Μετοχίου, κρατούσα κάποτε τα εξαπτέρυγα και γι’ αυτό ξυπνούσα απ’ τις 7 το πρωί τις Κυριακές, «για να προλάβω σκάμνο», να πούμε δυο τρεις κουβέντες με τον ιερέα, πρόεδρο τότε της Επιτροπής Αγνοουμένων, να μυρίσω θυμιατό και λιβάνι και να καλημερίσω τις μαυροντυμένες «γιαγιάδες» μου, που μ’ έλεγαν «εγγονό», έχοντας πάντα κάτι γλυκό στην τσάντα τους για να με τρατάρουν, έχοντας παραμείνει νηστικός για να μεταλάβω και να φάω κόλλυβα –που πάντα μ’ άρεσαν για τα ρόδια και το στάρι τους στο χάρτινο σακουλάκι, σχεδόν παρακαλώντας για συχνά μνημόσυνα και ξαφνικούς θανάτους. Πίστευα πως αμαρτία ήταν ακόμη και το γυμνό μου σώμα στον καθρέφτη μετά το μπάνιο, έτσι όπως το παρατηρούσα γνωρίζοντάς το, πως η προσευχή επιβάλλεται όπως και το «Κύριε ελέησον» κάθε βράδυ, πως Τετάρτη και Παρασκευή παρέμεναν ημέρες νηστείας απαρέγκλιτα, χωρίς διάλογο με απίστους και μη γενναίους. Στην άφτιαχτη ακόμη ψυχή μου ίσως όλο αυτό να ήταν ταυτόχρονα παραμύθι και πραγματικότητα, ανάγκη αλλιώτικης θέασης του κόσμου –έξω από τα μαθήματα και τον ανταγωνισμό στις σχολικές τάξεις, έχοντας την πεποίθηση πως κάτι άλλο, κάτι ανώτερο και μοναδικό, συμβαίνει είτε επάνω από τα κεφάλια μας, είτε μέσα στην ψυχή μας, είτε στον ουρανό, και μεταλαμπαδεύεται. Ίσως σ’ εμένα. Ίσως ως «ο εκλεκτός».

Όταν είπα πρώτη φορά στους γονείς μου ότι θέλω να γίνω παπάς, να μη δώσω προεισαγωγικές εξετάσεις και να φοιτήσω στην Ιερατική Σχολή, κοντά στους Κύκκους, κάπως τα χρειάστηκαν. Κι όταν η αγάπη μου στα μοναστήρια του Αγίου Ηρακλειδίου και της Χρυσαλινιώτισσας μετατρεπόταν σε εμμονή, έπρεπε κάπως «να συνέλθω». Δεν ήταν δύσκολο να συμβεί. Χρειάστηκαν δυο τρεις ώρες κουβέντας μ’ ένα φίλο μας, επιστήμονα σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου, για να κλονιστεί το «οικοδόμημα» χρόνων με τη λογική –όπως οι σοφιστές συνομιλούσαν κάποτε με την αντίθετη γνώμη πείθοντας με επιχειρήματα. «Υπάρχει όντως θεός;», είπα την επόμενη μέρα στον θεολόγο καθηγητή μου των θρησκευτικών, αφού οι πρωτόπλαστοι δεν ήταν σαρξ εκ της σαρκός Του, αλλά απλώς «δύο άνθρωποι που έζησαν στη Μεσοποταμία και διευκόλυναν το έργο της καινούριας θρησκείας προκειμένου να σωθεί ένας λαός απ’ τους εχθρούς και να συσπειρωθεί». Ανέφερα και το όπιο. Είπα και για τον Καζαντζάκη. Ζητήθηκε να αποβληθώ, γιατί επέμεινα. Κι ας ήξερα απ’ έξω όλο το «Υπερμάχω». Ένα «άλλαξες» άκουσα. Πράγματι είχα αλλάξει και φαινόταν επικίνδυνη η μεταβολή: μπαίνοντας πια στην εφηβεία όλα κατέρρεαν σαν απογευματινό κύμα που γύρισε ανάστροφα και κατέστρεφε τους πύργους που είχαν χτίσει τα μωρά απ’ το πρωί στην παραλία. Διαλύοντας τα πάντα σε μια στιγμή.

Τη δύναμη του Θεού τη χρειάστηκα σε ένα προσωπικό μου πρόβλημα, πρόπερσι, τέτοιο περίπου καιρό, όταν μπαινόβγαινα στα νοσοκομεία για έναν δικό μου άνθρωπο. Όχι τόσο για μένα. Αλλά για εκείνους που κάθονταν σε κάτι άβολα παγκάκια έξω από το Γενικό Νοσοκομείο ή μέσα στους θαλάμους των ασθενών τους υπομένοντας, αβέβαιοι αν εκείνο ήταν το τελευταίο βράδυ τους, η προτελευταία αναπνοή, το μισοτελειωμένο «πρόσεχε» που δεν θα προλάβαινε να τελειώσει ποτέ στο καταληκτικό φωνήεν. Θυμάμαι που αυθόρμητα σήκωσα το κεφάλι κοιτώντας τον άσπρο τοίχο και Τον παρακάλεσα για ένα παιδί, νέο πολύ, που μετά από σοβαρό ατύχημα με τη μηχανή αιωρούνταν μεταξύ ουρανού και γης –με τη μάνα του παραδίπλα, βουβά απελπισμένη, να ρωτάει αν ο γιος της «θα τα καταφέρει» ή να δωρίσει τα όργανά του «για να ζήσουν άλλοι». Δεν ξέρω τι απέγινε εκείνος ο 19χρονος. Αλλά ναι, ήμουνα πια βέβαιος πως Εκείνος υπάρχει. Πως ζει. Το είχα δει στα μάτια της. Κι όπως κάθισα στο μικρό κουζινάκι, είπα απέξω το Τροπάριο της Κασσιανής, όπως το είχα θυμηθεί απ’ τις αγγελικές φωνές των καλογριών των μοναστηριών, όλων των καλά θαμμένων μου αναμνήσεων που είχαν λουφάξει κάποια χρόνια μαζί με την παιδική μου ηλικία. Κι είπα πως πιστεύω. Κι έβαλα το χέρι στην καρδιά μου. Κι είπα ξανά πως πιστεύω. Πως πιστεύω στο θαύμα.

Φωτο: Στην Αγία Τριάδα Γιαλούσας.

Πηγή : Γιάννης Χατζηγεωργίου

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *