Κάποτε: Ο γύρος του θανάτου

Κάποτε: Ο γύρος του θανάτου

«… Και σου’ χα πει, στο γύρο του θανάτου/ θα σ’ αγαπώ και πέρα απ’ τη ζωή / θα με σκοτώσεις αν με προδώσεις/ και θα χαθώ στου κόσμου τη βουή…», Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος.

Στο φασισμό της μετριοκρατίας («μετριοπάθεια», μετριοφροσύνη», «μετριότης μετριοτήτων τα πάντα απαράλλαχτα») δεν ανήκε ποτέ ο Λούκας. «Είμαι ο καλύτερος οδηγός στους “γύρους του θανάτου”!», μου είπε. Το εννοούσε, υψώνοντας το ανάστημά του εκατοστά δεκάδες από το έδαφος των αγριόχορτων καθώς στεκόταν με τα αθλητικά του παπούτσια στο σκληρόχωμα του χωριού που δεν ήταν ούτε ακριβώς Λευκωσία ούτε Λάρνακα, μα κάπου ενδιάμεσα, περίπου σε ίσες αποστάσεις – χωρίς βουνό, χωρίς θάλασσα. Γινόταν δίμετρος ξαφνικά εμφυτεύοντας στον εαυτό του την πίστη πως ό,τι και να γίνει, όποιο ατύχημα κι αν μετατραπεί σε δυστύχημα, η μηχανή, ο χωρίς κράνος «γύρος» που πάταγε επάνω στα φαινομενικά καλά συνδεδεμένα μεταξύ τους βαριά -διπλά και τριπλά στην ένωσή τους- ξύλα, το ανασήκωμα των ώμων στον ήχο της σκληρής ροκ μουσικής που κάπου από το βάθος -μεταδιδόμενη από κάτι παλιά μεγάφωνα- μας ξεκούφαινε, τα χέρια που σήκωνε αφήνοντας μετέωρο το τιμόνι -με ιαχές «πώς γίνεται;», πώς το κάνει;», «θα πέσει;»-, τον καθιστούσαν κάτι σαν νεκροζώντανο σταρ – που θα επιβίωνε!

Ο Λούκας καταγόταν από την Πάφο. Μου περιέγραψε μια ιστορία λίγο μελό και τραγική ταυτόχρονα (ένας χωρισμός, ο πατριός που τον έφτυνε, μια φυγή από το σπίτι στα 14 του, λίγοι μήνες με ύπνο σε χωράφια στην Πέγεια, η πρώτη μεγάλου κυβισμού μηχανή του με χρήματα από την κληρονομιά του παππού), και στεκόταν πια μπροστά μου στις πραγματικές του διαστάσεις -1,65 ύψος- με ανακατεμένα τα καστανόξανθα μαλλιά του στον ήλιο του Σεπτεμβρίου, χωρίς καμία απάντηση να μου δώσει στην κοινή απορία (και των υπολοίπων θαμώνων, στο πανηγύρι του Σταυρού των Λυμπιών): «Πώς το κάνεις, λοιπόν;».

Είχε, μου είπε, μία συγγενή σχέση με το θάνατο – δεν τον τρόμαζε αν αφορούσε τον ίδιο, τον αποστρεφόταν, όμως, σαν χτικιό στις σπάνιες εκλάμψεις εσωτερικής ευαισθησίας που τον καθιστούσαν με μώλωπες και απτό. «Αν είσαι δειλός θα κάνεις τα πάντα εκτός από το να ξεπεράσεις τη δειλία σου. Πουθενά δεν κωλώνω!». «Γιατί βγάζεις το κράνος σου καθώς αιωρείσαι στο κουβούκλιο;». «Γιατί είμαι φτιαγμένος από τα όριά μου. Δεν θα ξεπεράσω ποτέ αυτό από το οποίο έχω φτιαχτεί», είπε.

Συντετριμμένος από την πραγματικότητα παιδιόθεν θεωρούσε πως δεν θα του ήταν εύκολο να συγκρουστεί με τη νομοτέλεια όταν του πρότειναν να μπει στην ομάδα των «γύρων του θανάτου» που έκανε βόλτα (μέσα σ’ ένα μεγάλο φορτηγό όλα τα σύνεργα, μεγάλα και μικρά, εξέδρες και εξαρτήματα) στα πανηγύρια της Κύπρου – γι’ αυτό και δεν το απέτρεψε, ως κάτι «της μοίρας γραφτό». «Τίποτα δεν έπαθα. Ποτέ. Αλλά δεν ξέρω αν θα τελειώσω ζωντανός το πρόγραμμά μου στο τέλος – είμαι ο καλύτερος και πρέπει πάντα να ξεπερνώ σε επικινδυνότητα ό,τι οι άλλοι κάνουν. Αυτοί αποφασίζουν, αλλά εγώ εκτελώ!». «Γίνεσαι πιο ευτυχισμένος αναπτύσσοντας ταχύτητες στη δυνατή συμπίεση, μυρίζοντας καμένο λάστιχο και τρομάζοντας τους θεατές;». «Μόνο αυτό μου φέρνει ευτυχία». «Και τι άλλο;». «Ότι φοβούνται για μένα μην πέσω και σκοτωθώ. Αλλά τον εαυτό τους φοβούνται. Μην φοβηθούν από τον φόβο τού να μην αντέξουν να δουν κάποιον να πεθαίνει μπροστά τους».

Στο διάλειμμά του, τρώγοντας από την καντίνα του πανηγυριού σάντουιτς ρόστο-χαλλούμι-ντομάτα, μου είπε πως θέλει να κάνει πολλά παιδιά. Κάποια στιγμή. Φίλησε το σταυρό που φορούσε στο λαιμό του – «μεγάλη η χάρη Του, η μέρα του είναι». Μετά γέλασε. «Είσαι μόνο 19!». «Σάμπως θα τα μεγάλωνα ποτέ ο ίδιος; Μόνα τους και μετά, μούλικα ακόμη, μέσα στο “γύρο”, ισότιμοι συμπαίκτες στην κομμένη εξάτμιση». «Αυτό είναι δυστυχία!». «Την ευτυχία την βλέπεις μόνο στις ρεκλάμες της τηλεόρασης για πλυντήρια και μαρμελάδες. Χέσε με με την “ευτυχία”!».

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Λογικά ο «γύρος του θανάτου» θα έχει καταργηθεί πια – πουθενά δεν τον βλέπω. Δεν ξέρω τι κάνει στη ζωή του ο Λούκας (στείλε e-mail αν το διάβασες αυτό, σύντροφε), τι αντικατέστησε το πληρωμένο του με τέσσερις λίρες «παιχνίδι», το μετέωρο μεταξύ γης και ουρανού, πέντε φορές τη βραδιά, τρεις μέρες συνεχόμενες και μετά σε άλλο χωριό, στήσιμο ξεστήσιμο. «Έχω το ρόλο μου, τον συγκεκριμένο. Θα τιμήσω τα λεφτά σου για να ξανάρθεις. Έτσι πάει». «Όταν είσαι πάνω στη μηχανή, χωρίς κράνος, όταν αναπτύσσεις ταχύτητα μεταξύ πατώματος, θεατών και οροφής, τι σκέφτεσαι;». «Τίποτα. Τίποτα. Απολύτως τίποτα».

Στη φωτογραφία ο Πάρης Μόσχος.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *