Ο Στεφάν Φυσεντζίδης μάς άνοιξε το σπίτι του στην παλιά Λευκωσία (εικόνες)

Ο Στεφάν Φυσεντζίδης μάς άνοιξε το σπίτι του στην παλιά Λευκωσία (εικόνες)

Ο Στεφάν Φυσεντζίδης μάς άνοιξε το σπίτι του στην παλιά Λευκωσία (εικόνες)
Φωτογραφία: Παναγιώτης Μηνά

Μέσα στο Ermou 300, πίσω από μια μεγάλη ξύλινη πόρτα, κρύβεται το σπίτι του αρχιτέκτονα ιδιοκτήτη του. Ένα καταφύγιο που τον βοηθά κάθε μέρα να δραπετεύει από τη θλίψη που του προκαλεί η εικόνα της υπόλοιπης πόλης.

Από την Νταϊάνα Αζά

O bartender κουνά τα υλικά στο shaker, όταν ο Στεφάν εμφανίζεται μπροστά μου από μια μυστική, θαρρείς, είσοδο, παραγγέλνοντάς μας από ένα κοκτέιλ και ρωτώντας με πόσα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία μας συνέντευξη. Τότε, που είχε διαμορφώσει το Ερμού 300, από ένα αναπαλαιωμένο χάνι του 1800 στο αρχιτεκτονικό του γραφείο και εκθεσιακό χώρο, επιλέγοντας μια περιοχή όπου εκείνη την εποχή σύχναζαν μόνο… φαντάσματα. «Ήμουν φοιτητής στο Παρίσι όταν το γραφείο στο οποίο εργαζόμουν μού πρότεινε ένα αναπάντεχα καλό συμβόλαιο. Ήθελα όμως να επιστρέψω, θέλοντας να δραστηριοποιηθώ στην Παλιά Λευκωσία.

Κι αυτό γιατί τη θαύμαζα από μικρός. Έπαιρνα θυμάμαι το ποδήλατό μου και έκανα βόλτες στους έρημους δρόμους και στη Νεκρή Ζώνη, με τα Ηνωμένα Έθνη να με κυνηγούν! Τα σχέδια, ώστε το σπίτι του να δημιουργηθεί ακριβώς δίπλα από το γραφείο -και τώρα εστιατόριό του- υπήρχαν από την αρχή, ο ίδιος όμως δεν ήταν τόσο σίγουρος αν ήθελε να μένει στον ίδιο ακριβώς χώρο όπου θα βρισκόταν και η δουλειά του. «Είναι κουραστικό, χωρίς αμφιβολία. Γιατί ακόμα κι όταν έρχεσαι σπίτι για να χαλαρώσεις, είσαι ακόμα στο χώρο εργασίας σου και στην ατμόσφαιρα της δουλειάς, ιδιαίτερα τώρα με το εστιατόριο όπου θες δεν θες, πρέπει να δίνεις την παρουσία σου. Έχει όμως και τα καλά του, αφού με το που τελειώνεις μπορείς να πας στο σπίτι, να κάνεις μια βουτιά στην πισίνα, ένα μπάνιο και να επιστρέψεις, χωρίς να σπαταλήσεις καθόλου χρόνο στη διαδρομή.

LA VIE PARISIENNE
«Σχεδίασε αυτό που έχεις στο μυαλό σου! Να μη σε απασχολεί αν είναι υλοποιήσιμο, δεν σε αφορά στο παρόν στάδιο πώς θα σταθεί το κτίριο. Γιατί όταν γίνεις κάποια μέρα αρχιτέκτονας, θα έχεις τόσους περιορισμούς που δεν θα μπορείς να ονειρεύεσαι…», τον συμβούλευαν οι καθηγητές του στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι κι αυτός τους άκουγε γεμάτος προσήλωση, απολαμβάνοντας κάθε λεπτό και απορροφώντας και την παραμικρή συμβουλή. «Πόσο δίκαιο είχαν τελικά!». Η σχέση του με την αρχιτεκτονική άρχισε από πολύ νωρίς. Από τα πρώτα του χρόνια, που περνούσε τις ελεύθερές του ώρες στο γραφείο του πατέρα του, ψαχουλεύοντας τις μακέτες, που ήταν τόσο μικροσκοπικές, μα κάθε φορά εξελίσσονταν σε κάτι τόσο μεγάλο, τόσο εντυπωσιακό. Δεν ήταν πάντα όμως αυτά τα σχέδιά του για το μέλλον.

«Ο πατέρας μου ήταν καλαθοσφαιριστής και αρχηγός του ΑΠΟΕΛ, αργότερα πρόεδρος της ομάδας. Θέλοντας και μη, από μικρός πήγαινα μαζί του στα παιχνίδια, έπαιζα μπάσκετ και μετά τένις φτάνοντας μέχρι την Εθνική Κύπρου. Εκεί που σκεφτόμουν να ασχοληθώ επαγγελματικά με το τένις, είχα ένα σοβαρό αυτοκινητικό δυστύχημα που ήταν πλέον αδύνατο να παραμείνω στον αθλητισμό και έτσι πήγα για σπουδές αρχιτεκτονικής». Παρουσιάζοντας και μόνο το portfolio του έγινε αποδεκτός σε μια από τις πιο φημισμένες σχολές στον κόσμο, στη χώρα από όπου κατάγεται η μητέρα του. Επιστρέφοντας στην Κύπρο, ασχολήθηκε πρώτα με το interior design, σχεδιάζοντας χώρους όπως το εστιατόριο Cos’ altro στη Μακαρίου, το Zoo Lounge και το Ζοο Club και μετά με την αρχιτεκτονική. «Κι ενώ είχαμε 30-40 έργα το χρόνο, ήρθε η κρίση, και ως επακόλουθο, οι δουλειές μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ευτυχώς όμως αντέξαμε, κυρίως λόγω του Ερμού 300 που άλλαξε μορφή και δραστηριότητες ουκ ολίγες φορές και το οποίο αγκάλιασε ο κόσμος. Το εστιατόριο ήταν ένα πολύ καλό διάλειμμα και πηγή έμπνευσης για εμένα, μια παύση που την είχα ανάγκη. Τώρα, επέστρεψα στην αρχιτεκτονική και αντιλαμβάνομαι πόσο μου έχει λείψει…».

ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ
«Ο μικρόκοσμος του Ερμού 300 από την καγκελόπορτα και μέσα είναι ένας παράδεισος τον οποίο απολαμβάνω καθημερινά με τη γυναίκα μου, τα σκυλιά και τα γατάκια μας», σχολιάζει, ανοίγοντας την καγκελόπορτα που ενώνει τους δύο χώρους. Με το που μπαίνεις, αντιλαμβάνεσαι πως το σπίτι είναι σχεδιασμένο από έναν άνθρωπο που ναι μεν είναι υπέρ της εξέλιξης, αλλά που παράλληλα σέβεται το παρελθόν του και την ιστορία του. Ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο με το εστιατόριο και το μπαρ, το κτίριο, οι φοινικιές, η πισίνα και τα πολύχρωμα έπιπλα, δημιουργούν ένα υπέροχο σκηνικό, γεμάτο χρώμα και ζωή.  Κοιτάζοντας προσεκτικά τους τοίχους περιμετρικά, βλέπεις τις παλιές στάμνες, οι οποίες διατηρούνται ανέπαφες στη θέση τους. «Ρωτώντας τους παλιούς κατοίκους της περιοχής, μάθαμε ότι παλιά ο χώρος λειτουργούσε ως χάνι, στον πιο εμπορικό και πολυσύχναστο δρόμο της παλιάς Λευκωσίας, με τον κόσμο να έρχεται με τα ζώα του και τις άμαξές του για να κάνουν αγοραπωλησίες στην αυλή και να διανυκτερεύσουν στις κάμαρες πριν αναχωρήσουν την επομένη. Στις ταΐστρες (στάμνες) έβαζαν, νερό, σανό και άχυρα, δένοντας τα ζώα στους κρίκους που παραμένουν στην αρχική τους μορφή μέχρι και σήμερα». Μέσω μιας mix and match αισθητικής, το αναπαλαίωσε «παντρεύοντας» τα ιστορικά στοιχεία με τα μοντέρνα και συνδυάζοντας το παλιό με το νέο. Οι εικόνες του «πριν» και του «μετά», δεν μπορούν παρά να τον εξιτάρουν, «σε σημείο που μερικές φορές ξυπνώ, βλέπω τις παλιές φωτογραφίες του χώρου και δεν μπορώ να πιστέψω τι έχω κατορθώσει… Και σκέψου ότι ήταν το πρώτο μου αρχιτεκτονικό έργο, το οποίο ακόμη και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, θεωρώ πως ίσως να είναι και το καλύτερο». Την ίδια ώρα που το Ερμού 300 απολάμβανε διεθνή αναγνώριση φθάνοντας μέχρι και τη Νέα Υόρκη όπου οι New York Times του αφιέρωσαν χώρο στο ένθετό τους, στην Κύπρο δεν έλειψαν αυτοί που τον κατέκριναν, κρίνοντας τον τρόπο με τον οποίο το έκανε ως «ανορθόδοξο». «Στα μάτια των αρμοδίων ήταν απαγορευμένο να προσθέτεις μοντέρνες πινελιές εντός του διατηρητέου. Σε σημείο που, ανάμεσα σε άλλα, μας είχαν πει να σοβατίσουμε την πέτρα και τους ντολμάδες και να βάλουμε ψευδοροφές (κρύβοντας τα παραδοσιακά βολίτζια και σανίδια της ξύλινης οροφής), για να μη διακρίνεται ο εμφανής ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός.

Ευτυχώς κάποια χρόνια μετά, αυτή η παγκόσμια τάση των εμφανών εγκαταστάσεων έγινε μόδα και στην Κύπρο». Κατά την αναπαλαίωση, στο χώρο βρέθηκαν πιθάρια του 14ου αιώνα, ειδώλια με κοντάρια και λαγούμια, με τον Στεφάν να προσφέρεται να διαμορφώσει την αυλή σε μουσείο, «θυσιάζοντας» την πισίνα και τοποθετώντας γυάλινο πάτωμα και ειδικό φωτισμό που να προβάλλουν τα αρχαία, παραχωρώντας το κλειδί της αυλής του στο κράτος, ώστε να προγραμματίζονται επισκέψεις από μαθητές και τουρίστες. «Αντί αυτού, ήρθαν, έσκαψαν, έβαλαν ό,τι βρήκαν σε κιβώτια και μας είπαν πως μπορούμε να φτιάξουμε την πισίνα μας. Εγώ όμως θα προτιμούσα το Ερμού 300, όχι μόνο την αυλή αλλά και ολόκληρο το σπίτι, να γινόταν μουσείο κι ας μην το απολαμβάναμε όπως σήμερα. Θα προτιμούσα να αξιοποιούσαμε τα αρχαία στο χώρο αυτό και να παραδίδαμε κάτι στη νέα γενιά ώστε να μάθει την ιστορία του τόπου, παρά να απολάμβανα σήμερα την πισίνα μου. Δέκα χρόνια μετά, οι ίδιοι άνθρωποι που μας απαγόρευσαν αυτή την ιδέα της μεταλλικής κατασκευής πάνω από τα αρχαία, ακόμη χύνουν μπετόν πάνω στους ιστορικούς και αρχαιολογικούς μας χώρους για να παραδώσουν (κάποτε) πλατείες και δημαρχεία».

ΚΡΥΦΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Για εκείνον, η αρχιτεκτονική έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την κοινωνιολογία. «Έχουμε την τάση να κάνουμε τα σπίτια μας όσο πιο εντυπωσιακά μπορούμε για τα μάτια του κόσμου. Πολλές φορές έρχονται στο γραφείο μου με ένα περιοδικό και θέλουν το σπίτι τους να γίνει ακριβώς έτσι. Όμως, ο κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικό τρόπο ζωής, κάνει διαφορετική δουλειά, έχει διαφορετικές συνήθειες. ‘Έτσι, το κάθε σπίτι έχει τις ιδιομορφίες του, ανάλογα με τον ιδιοκτήτη του». Ο ίδιος, το δωμάτιό του το έχει μόνο για να κοιμάται, περνώντας όλες τις υπόλοιπες ώρες στο σαλόνι και φυσικά την αυλή, την οποία φρόντισε ώστε να απολαμβάνει από οποιοδήποτε μέρος του σπιτιού. «Το πολύχρωμο σαλονάκι του εξωτερικού χώρου είναι το αγαπημένο μου σημείο, γιατί το μοναδικό πράγμα που βλέπεις όταν βρίσκεσαι εκεί είναι η πισίνα, οι φοινικιές, η πέτρα, ο ουρανός και τίποτα άλλο. Θα μπορούσες να είσαι σε οποιοδήποτε άλλο μέρος στον κόσμο. Ειδικά όταν είναι κλειστό το εστιατόριο, έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στα βουνά – τόση ησυχία επικρατεί!». Το σπίτι σχεδιάστηκε έχοντας ως αναφορά τη φοινικιά, την οποία δεν ήθελε να κόψει, κάτι το οποίο καθόρισε και την τελική μορφή της πισίνας. «Ήθελα να μπορείς να βλέπεις την αυλή από ολόκληρο το σπίτι, να μπαίνει στο εσωτερικό όσο το δυνατό περισσότερο φως και να ενώνεται το μέσα με το έξω», μου λέει και με οδηγεί στην κουζίνα, η οποία είναι προσβάσιμη από την αυλή, όπως και οι υπόλοιποι χώροι του σπιτιού. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο απόλυτος πρωταγωνιστής στο εσωτερικό είναι η πολύχρωμη, παιχνιδιάρικη βιβλιοθήκη που είναι φτιαγμένη αποκλειστικά από lego. «Τα lego για εμένα αντιπροσωπεύουν την παιδική μου ηλικία. Τότε που μου μπήκε το σκουλήκι της αρχιτεκτονικής!» λέει. «Μπορείς να παίζεις μαζί της, να της αλλάζεις σχήμα, να κάνεις διαφορετικούς συνδυασμούς χρωμάτων!».

ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΡΜΟΥ
«Αν δεν σεβαστείς και δεν διατηρήσεις το παρελθόν σου, δεν έχεις μέλλον», μου λέει. Θυμάμαι πως η ευχή του, μερικά χρόνια πριν ήταν να αποκτήσει ξανά ζωή η παλιά πόλη. «Σε ικανοποιεί ο τρόπος που εξελίχθηκαν τα πράγματα;», αναρωτιέμαι. «Εμπνέουν κάποιον η Λήδρας και η Ονασαγόρου, έτσι όπως κατάντησαν σήμερα;» , απαντά, δίνοντας έμφαση στο ίδιο το ενετικό τείχος. «Όλες κι όλες δύο ή τρεις πόλεις ανά το παγκόσμιο έχουν ένα ιστορικό τείχος με τάφρο σε αυτή την αρχιτεκτονική δομή και μορφή. Και εμείς αντί να το αξιοποιούμε -πέραν των ξενόφερτων συναυλιών, εκδηλώσεων και κομματικών φεστιβάλ- έχουμε μέσα λεωφορεία, αυτοκίνητα, περίπτερα και όλων των ειδών σκουπίδια. Αυτό είναι κατάντια και ασέβεια στην αρχιτεκτονική μας κληρονομιά και ιστορία». Και αναπολώντας, καταλήγει: «Παλιά λέγαμε ότι η Λευκωσία ήταν δεκάδες χρόνια μπροστά από τις υπόλοιπες πόλεις του νησιού. Τώρα είναι λες και σταμάτησε ο χρόνος και μας προσπέρασαν όλες. Είναι λυπηρό μια από τις πιο ιστορικές και ιδιαίτερες εντός των τειχών πόλεις ανά το παγκόσμιο, να μην έχει τίποτα να επιδείξει εκτός από εργοτάξια, λεωφορεία και αυτοκίνητα σταθμευμένα στην ιστορική τάφρο και κάποιες δεκάδες τουρίστες που να αναζητούν το παραδοσιακό κυπριακό στοιχείο ανάμεσα στον “ευρωπαϊκό” μιμητισμό στην πιο βρώμικη Λευκωσία όλων των εποχών…».

Πηγή : Περιοδικό Omikron, τ. 258

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *