Παραμύθι με λυπημένο τέλος

Παραμύθι με λυπημένο τέλος

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως αρχίζουν όλα τα παραμύθια, ζούσε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Το αγόρι δεν γνώριζε για την ύπαρξη του κοριτσιού και το ίδιο ίσχυε και αντιστρόφως. Τόσο το αγόρι, όσο και το κορίτσι βίωσαν όμορφα παιδικά χρόνια και κατόπιν εφηβικά, όλα τους εμποτισμένα με αναμνήσεις που μοσχοβολούσαν αγάπη, αρχικά οικογενειακή και φιλική, κι έπειτα, δειλά – δειλά, ερωτική. Την τελευταία μορφή αγάπης την ανακάλυψαν και οι δυο κάπου κοντά στην εφηβεία, κάπου ανάμεσα σε μισοτελειωμένους καφέδες, υπερχειλισμένα τασάκια, βραδινούς περιπάτους σε πάρκα και φιλιά δοσμένα στο σινεμά. Εντρύφησαν και οι δυο στην αγάπη, ή τουλάχιστον νόμιζαν ότι αυτό που απολάμβαναν με όλες τους τις αισθήσεις ήταν αγάπη. Σκέφτονταν πως, αν έχει γεύση αγάπης και μυρίζει αγάπη, τότε δεν μπορεί παρά να είναι αγάπη. Δεν τους είχε πει κανείς τότε πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός. Ούτε πως ό,τι συστήνεται ως αγάπη μπορεί να είναι κάτι άλλο, μασκαρεμένο. Όταν είσαι έφηβος, τείνεις να μεταφράζεις την ταχυπαλμία σε αγάπη – κάθε έξτρα παλμός πέρα των φυσιολογικών και μια διαφορετική επιβεβαίωση αγάπης. Η εφηβική καρδιά αφορμή θέλει για ν’ αγαπήσει, και η δική τους δεν αποτελούσε εξαίρεση, έτσι πέρασαν την εφηβεία τους μέσα στη σαγηνευτική φούσκα της φαινομενικής αγάπης κι έπειτα οι δρόμοι τους, οι οποίοι δεν είχαν μέχρι τότε διασταυρωθεί, τους οδήγησαν μακριά από τα οικεία λημέρια της εφηβείας – το αγόρι πήγε στρατό και το κορίτσι για σπουδές στο εξωτερικό.

Χώρισαν, κατά κάποιο τρόπο, χωρίς να έχουν ποτέ συναντηθεί.

Τα χρόνια πέρασαν, δυο συγκεκριμένα, και το αγόρι ολοκλήρωσε τη στρατιωτική θητεία του, παίρνοντας ταυτόχρονα απολυτήριο και εισιτήριο – ένα τέλος και μια νέα αρχή μαζί. Δίχως να το γνωρίζει, το αγόρι δρομολογήθηκε για την ίδια πόλη όπου σπούδαζε και το κορίτσι, η οποία δεν ήταν άλλη από το Παρίσι. Κι αν η καρδιά αφορμή γυρεύει για να ερωτευτεί οπουδήποτε στον κόσμο, στο Παρίσι δεν τη χρειάζεται, γιατί η ίδια η πόλη αποτελεί αυτή την αφορμή.

5ο Διαμέρισμα. Latin Quarter. Φοιτητές και οι δυο στη Σορβόννη, εκείνος φοιτητής Ιστορίας κι εκείνη φοιτήτρια Κοινωνιολογίας. Σε ένα διάλειμμα από τα μαθήματα, το δροσερό αεράκι του φθινοπωρινού Παρισιού συνωμότησε μ’ εκείνο της μοίρας και τα δυο μαζί τους έσπρωξαν προς τους βοτανικούς κήπους, το Jardin des Plantes, για μια δόση από πράσινο και οξυγόνο. Ήταν εκεί, περικυκλωμένοι από ένα συνονθύλευμα πολύχρωμων λουλουδιών και φυτών, που οι δρόμοι τους επιτέλους θα διασταυρώνονταν.

Εκείνος καθόταν σε ένα παγκάκι και διάβαζε την τρέχουσα έκδοση του Le Parisien. Εκείνη βόλταρε αμέριμνη στους κήπους, ενίοτε φωτογραφίζοντας το πανέμορφο χλωριδικό κολλάζ που απλωνόταν μπροστά της με τα μάτια και το μυαλό της, και άλλοτε με την κάμερά της. Η βόλτα της την οδήγησε ακριβώς μπροστά του και, στην αρχή, το μόνο που είδε ήταν ένα καθιστό κορμί με εφημερίδα για κεφάλι. Ήταν έτοιμη να προσπεράσει το παγκάκι του, και θα το έκανε αν δεν άκουγε το κινητό του να χτυπάει στη μελωδία του Άμλετ της Σελήνης. Κοντοστάθηκε. Γύρισε προς το μέρος του. Η εφημερίδα  είχε τώρα αντικατασταθεί με ένα πρόσωπο, το πιο όμορφο πρόσωπο που είχε δει ποτέ. Θυμάται τον εαυτό της να ερωτεύεται, να ερωτεύεται στη στιγμή εκείνο το πρόσωπο. Θυμάται επίσης τα λουλούδια να μυρίζουν πιο έντονα. Αυτό που δεν μπορούσε να θυμηθεί εκείνη τη στιγμή ήταν αν είχε ξαναχτυπήσει στο παρελθόν η καρδιά της τόσο έντονα. Αυτό δεν το θυμόταν, άρα δεν πρέπει να έτυχε, σκέφτηκε. Ενόσω τον περίμενε με μια συγκρατημένη ανυπομονησία να τελειώσει το τηλεφώνημα με τη μητέρα του, σκεφτόταν τι θα του έλεγε, πώς θα του συστηνόταν. Το «από Κύπρο, ε;» έπιανε πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, έτσι τον προσέγγισε μ’ αυτή τη φράση, νομιζόμενη πως την ίδια στιγμή έσπαζε και τον πάγο, μα εκείνος έμεινε να την κοιτάζει, σαν να έβλεπε οπτασία παρά άνθρωπο. Το βέλος του έρωτα που τρύπησε τις δυο νεανικές καρδιές εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα στο Jardin des Plantes, έφερε αιχμή και στα δυο του άκρα.

Αφού συνήλθαν και οι δυο από το αρχικό σοκ του κεραυνοβόλου έρωτα, άρχισαν να ανταλλάζουν ιστορίες από την πατρίδα. Περπάτησαν το πάρκο απ’ άκρη σ’ άκρη, και επισκέφτηκαν τον ζωολογικό κήπο που κρύβεται στην καρδιά του. Η ακαδημαϊκή ξενιτιά, συνδυασμένη με την ισχυρή έλξη που ένιωθε ο ένας για τον άλλο, λειτουργούσαν σαν συναισθηματικός καταλύτης για να έρθουν πιο κοντά. Βγήκαν από το πάρκο και βόλταραν κατά μήκος της Αριστερής Όχθης του Σηκουάνα, χαζεύοντας τις γεμάτες ομορφιά και κόσμο, μικρές παριζιάνικες καφετέριες, και διέσχισαν την Pont de Sully καταλήγοντας στο νησάκι Saint-Louis για παγωτό. Ο ήλιος είχε αρχίσει να αποσύρεται στον ουρανό και αποχαιρετούσε τα εμβληματικά κτίρια της γαλλικής πρωτεύουσας, βάφοντάς τα πορτοκαλιά με τις ηλιαχτίδες του. Όλα ήταν στη σωστή θέση για να κάνουν τη σκέψη του πρώτου φιλιού πραγματικότητα, μια σκέψη που γεννήθηκε στο μυαλό και των δυο από την πρώτη στιγμή που αντάλλαξαν βλέμματα.

Τελείωσαν το παγωτό τους και περπάτησαν λίγο ακόμη, τόσο όσο χρειαζόταν για να γίνει το φως ημίφως και να φτάσουν στη Στήλη της Βαστίλης, λίγο πιο κάτω από τη Δυτική όχθη. Κι εκεί, σε εκείνη την τόσο ιστορική πλατεία όπου κάποτε στεκόταν μια πέτρινη φυλακή, εκεί υπό τον ίσκιο της ιστορίας, ένωσαν για πρώτη φορά τα χείλη τους και καθώς φιλιούνταν ένιωθαν πρωτόγνωρα αισθήματα να τους κατακλύζουν την καρδιά, λες και έδιναν πρώτο φιλί για πρώτη φορά. Κατάλαβαν τότε – κατάλαβαν ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή μετρούσαν τον έρωτα με λάθος εργαλεία. Το φιλί στη Βαστίλη τους εξόπλισε με τα σωστά. Κι αφού φιλήθηκαν για αρκετή ώρα -αλλά όχι αρκετή για εκείνους-, έκαναν ένα διάλειμμα για να κοιταχτούν βαθιά στα μάτια κι έπειτα ξαναφιλήθηκαν. Κι αφού επανέλαβαν πολλές φορές την εναλλαγή μάτια-χείλη, εκείνη σχολίασε πως άρχισε να κρυώνει, έτσι εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του για να τη ζεστάνει, κι εκείνη, έτσι όπως ήταν κολλημένη πάνω του, μπορούσε να νιώσει την καρδιά του να κουτουλά βίαια το εσωτερικό του στέρνου του, έτσι χαμογέλασε ευτυχισμένη και δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν η αγκαλιά του που τη ζέσταινε πιο πολύ ή η καρδιά του.

Μουδιασμένοι όπως ήταν και οι δυο από έρωτα, πήραν το δρόμο της επιστροφής προς το 5οΔιαμέρισμα, τη γειτονιά τους, αυτή τη φορά κατά μήκος της Δυτικής Όχθης, σταματώντας σε τακτά χρονικά διαστήματα για να φιληθούν παρά τον Σηκουάνα, δίπλα από ζωγράφους του δρόμου και συγγραφείς που αναζητούσαν την έμπνευση στη θέα των ήσυχων νερών του ποταμού, τα οποία αντανακλούσαν το σεληνόφως και το έστελναν πίσω στην πηγή του. Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω πήραν το ασανσέρ για το διαμέρισμα του αγοριού. Έμενε μόνος του, σε ένα μικρό, κουρασμένο από το χρόνο μονάρι, μα το θεώρησαν αρκετό για να στεγάσει τον έρωτά τους, στον οποίο επένδυσαν όλο το βράδυ, ακούγοντας Nina Simone και Edith Piaf.

Το πρωί ξύπνησαν μαζί, χωρίς να έχουν στ’ αλήθεια κοιμηθεί, και πήραν για πρόγευμα κρουασάν και καφέ στη Μονμάρτη. Πανεπιστήμιο δεν πάτησαν για μια ολόκληρη εβδομάδα – ο έρωτας τους ήταν πιο σημαντικός από τη διδαχή, έτσι τον καλομάθαιναν με κρασί, τυριά, μπαγκέτες, και γερές δόσεις από Nina Simone και Edith Piaf. Αποσυνδέθηκαν από τον υπόλοιπο κόσμο και έκαναν το Παρίσι νησί τους, με εκείνους μοναδικούς ναυαγούς πάνω σ’ αυτό. Η φλόγα του έρωτα τους έκαιγε όλο και πιο δυνατά με τον καιρό και συνέχισε να καίει έτσι για όλα τα χρόνια που σπούδαζαν μαζί στην Πόλη του Φωτός.

Τρία χρόνια πέρασαν από εκείνο το πρώτο φιλί στη Βαστίλη. Το κορίτσι είχε παρατείνει τις σπουδές του για να μείνει μαζί με το αγόρι, αποφοίτησαν μαζί και πήραν τα πτυχία και τον έρωτά τους και τα έφεραν στην Κύπρο. Η αλήθεια είναι πως θα προτιμούσαν να έμεναν στο Παρίσι, στην πόλη που γέννησε και μεγάλωσε τον έρωτά τους, μα οι συνθήκες δεν τους το επέτρεπαν, έτσι επέστρεψαν πίσω στα πάτρια εδάφη. Ο έρωτάς τους, αν και μεταστεγάστηκε, δεν άλλαξε χαρακτήρα. Όχι αρχικά τουλάχιστον. Κάποιους μήνες αργότερα, όμως, κάτι άρχισε να αλλάζει στην καρδιά του αγοριού, κάτι που είχε να κάνει με τους παλμούς της, με τη συχνότητα και την έντασή τους. Είχε παρατηρήσει πως η καρδιά του δεν χτυπούσε το ίδιο πια. Σκέφτηκε πως ίσως να έλειπε το Παρίσι από μέσα της. Μετά το ξανασκέφτηκε και κατάλαβε πως δεν ήταν εκεί το πρόβλημα. Είδε πίσω, τα τελευταία τρία χρόνια. Έπειτα είδε μπροστά, τα επόμενα εξήντα. Φοβήθηκε. Δεν ένιωθε έτοιμος να δεσμεύσει την καρδιά του για όλη του την υπόλοιπη ζωή, να την παραχωρήσει ολοκληρωτικά σε ένα και μόνο άτομο, αν και αγαπούσε το τελευταίο με όλη τη δύναμη που αυτή διέθετε. Ένιωθε πως του έλειπαν εμπειρίες, ερωτικές εμπειρίες, πως δεν είχε πειραματιστεί αρκετά στον έρωτα ούτως ώστε να μπορέσει να κατασταλάξει στη μονογαμία. Κλείστηκε στον εαυτό του και τις σκέψεις του για τρεις μέρες και τρεις νύχτες και όταν βγήκε τελικά από το σκοτάδι του μυαλού του, της ανακοίνωσε πως θέλει να περάσει λίγο χρόνο μόνος του για να βρει τον εαυτό του. Στην αρχή το κορίτσι δεν μπορούσε να καταλάβει τις λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του αγοριού. Μετά άρχισε σιγά – σιγά να συνειδητοποιεί τι ήθελε να της πει. Δεν μπόρεσε να του απαντήσει – από το πρόσωπο της έβγαιναν μόνο δάκρυα παρά λόγια. Τον άφησε να φύγει, με την ελπίδα να καταλάβει το λάθος του γρήγορα και να επιστρέψει σ’ αυτήν. Εκείνος έφυγε. Κοίταξε πίσω του μια-δυο φορές στην πορεία, αλλά στο τέλος έφυγε.

Το αγόρι περιπλανήθηκε ερωτικά για αρκετούς μήνες, για να καταλάβει όμως στο τέλος πως το κορίτσι που άφησε ήταν ο μοναδικός θησαυρός που δεν αποδείχτηκε άνθρακας, το χρυσάφι που έλαμπε και ήταν 100% ατόφιο. Την πήρε τηλέφωνο, σχεδόν ένα χρόνο μετά που έφυγε μακριά της. Του απάντησε μια αντρική φωνή. Δίστασε για λίγο, νομίζοντας πως έχει κάνει λάθος στο νούμερο. Μετά το ξανακοίταξε και συνειδητοποίησε πως ήταν το σωστό. Ζήτησε το κορίτσι, και ο άντρας του την έδωσε. Τη ρώτησε τι κάνει και ποιος ήταν εκείνος που απάντησε το τηλέφωνο. Εκείνη δεν του είπε πολλά, αλλά του ζήτησε να βρεθούν για καφέ.

Στο δρόμο για την καφετέρια το αγόρι δέχτηκε «επίθεση» από τις αναμνήσεις του και είδε στο μυαλό του εκείνον και εκείνη λίγα χρόνια πριν, σε ένα μικρό café στη Saint-Germain-des-Prés, να αστειεύονται και να γελάνε με την ψυχή τους, ανέμελοι, δίχως έννοιες και σχέδια για το μέλλον, αφημένοι στη μαγεία της στιγμής. Ένα δάκρυ κύλησε χωρίς να το καταλάβει και πριν προλάβει να το σκουπίσει, είδε πως είχε φτάσει στον τόπο συνάντησής τους και πως εκείνη ήταν ήδη εκεί. Δεν κατέβηκε αμέσως από το αυτοκίνητο – ήθελε πρώτα να την παρατηρήσει λίγο εκ του μακρόθεν. Έδειχνε η ίδια και συνάμα διαφορετική, δεν μπορούσε όμως να προσδιορίσει τι ακριβώς ήταν αυτό που είχε αλλάξει πάνω της.

Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε κοντά της. Εκείνη τον είδε και σηκώθηκε απότομα. Αγκαλιάστηκαν, μα η αγκαλιά ήταν ψυχρή και κούφια και δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνη την πρώτη αγκαλιά στην πλατεία της Βαστίλης. Κάθισαν, και αφού αντάλλαξαν λίγες τυπικές κουβέντες για το τι έκανε ο καθένας τον τελευταίο χρόνο, το κορίτσι του είπε πως βρισκόταν σε σχέση εδώ και τρεις μήνες – η αντρική φωνή στο τηλέφωνο άνηκε στο νέο της αίσθημα. Το αγόρι δεν μπορούσε να το πιστέψει, ούτε και ήθελε. Νόμιζε πως θα τον περίμενε να γυρίσει πίσω όταν θα ερχόταν αυτή η ώρα. Νόμιζε πως είχε αποκλειστικότητα στην καρδιά της. Νόμιζε λάθος και η συνειδητοποίηση του λάθους του πονούσε πολύ. Ξέσπασε σε κλάματα, απ’ αυτά που τα αντλεί η καρδιά και τα στέλνει στα μάτια. Το κορίτσι του πήρε το χέρι και του είπε πως κι εκείνη έκλαψε όταν αυτός έφυγε, έκλαψε πολύ – για οκτώ ολόκληρους μήνες έκλαιγε. Έκλαψε μέχρι που στέγνωσε εσωτερικά, μέχρι που η καρδιά της έγινε έρημος κι όταν κατάλαβε πλέον πως δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι, πως έπρεπε να αρχίσει πάλι η καρδιά της να χτυπά για να μην πεθάνει, αναδύθηκε από το κρεβάτι στο οποίο είχε βουλιάξει και βγήκε έξω στον κόσμο, δειλά – δειλά. Τρεις βδομάδες αργότερα, γνώρισε ένα πολύ καλό παιδί και έκτοτε είναι μαζί. Του είπε πως η καρδιά της δεν χτυπά όπως χτυπούσε για εκείνον, πως η φλόγα του έρωτα δεν καίει το ίδιο καύσιμο, μα η συναισθηματική σιγουριά που της προσφέρει την κάνει να θέλει να μείνει μαζί του.

Ενόσω εκείνη μιλούσε, το αγόρι την άκουγε με προσοχή, με κάθε της λέξη, κάθε της αποκάλυψη να του χαρακώνει την καρδιά. Της είπε πως δεν θέλει να μείνουν φίλοι, δεν μπορεί. Της είπε πως δεν πρόκειται ποτέ να βρει άλλη σαν κι εκείνη, πως ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Της είπε πως δεν θα σβήσει ποτέ το Παρίσι τους από την καρδιά του. Μετά έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του παλτού του, έβγαλε δυο μικρά, τετράγωνα, πλαστικά αντικείμενα, τα ακούμπησε πάνω στο τραπέζι, της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο, ένα τελευταίο φιλί, και έφυγε, παίρνοντας μαζί του τη θρυμματισμένη καρδιά του. Εκείνη κοίταξε πάνω στο τραπέζι. Τα μικρά, τετράγωνα, πλαστικά αντικείμενα έγραφαν πάνω «Nina Simone» και «Edith Piaf». Ήταν τα CD με τις μεγαλύτερες τους επιτυχίες, τα CD που άκουγαν στο repeat την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν μαζί, μα δεν κοιμήθηκαν στ’ αλήθεια. Της άφησε ένα κομμάτι από την ιστορία τους. Ήταν η σειρά της τώρα να ξεσπάσει σε κλάματα. Οι βρύσες της καρδιάς της είχαν ανοίξει πάλι, για τα καλά. Έκλαψε για εκείνον, μα δεν επέστρεψε κοντά του. Προτίμησε το σίγουρο στοίχημα. Δεν ήθελε άλλον πόνο, δεν θα το άντεχε η καρδιά της. Εκείνος έμεινε μόνος για πολύ καιρό. Όταν τελικά βρήκε τα πόδια του, επιδόθηκε σε μια αλυσιδωτή αντίδραση από αποτυχημένες σχέσεις. Εκεί, επιβεβαίωσε τα λόγια που της είχε πει την τελευταία φορά που συναντήθηκαν:  «δεν πρόκειται ποτέ να βρω άλλη σαν κι εσένα». Μετάνιωσε που έφυγε, δεν μπορούσε όμως να κάνει κάτι γι’ αυτό. Δεν μπορούσε να φέρει το Παρίσι πίσω. Εκείνη παντρεύτηκε το σίγουρο στοίχημά της και καταστάλαξε συναισθηματικά. Κάποιες νύχτες όμως, όταν ο άντρας της κοιμόταν, έβγαινε στο μπαλκόνι, άναβε τσιγάρο, και στον καπνό του έβλεπε την επιβλητική Στήλη της Βαστίλης να δεσπόζει αγέρωχη μπροστά της. Εκείνος της χάιδευε τρυφερά τα ξανθά της μαλλιά και οι δυο τους ακύρωναν τον κόσμο γύρω τους μ’ ένα φιλί που έμοιαζε να έχει διάρκεια όσο όλη τους η ζωή.

Για μια στιγμή, μια απειροελάχιστη στιγμή, βρισκόταν πάλι εκεί, πίσω στο Παρίσι.

Des yeux qui font baisser les miens

Un rire qui se perd sur sa bouche

Voila le portrait sans retouche

De l’homme auquel j’appartiens

 

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *