Σαν παλιό σινεμά

Σαν παλιό σινεμά

Τις καλές τις ταινίες δύσκολα τις ξεχνάς, πόσο μάλλον όταν τις έχεις δει σε έναν από τους παλιούς κινηματογράφους της δεκαετίας του ’90, όταν οι τελευταίοι μεσουρανούσαν και πρόσφεραν στο σινεφιλικό κοινό κάτι παραπάνω από μια απλή προβολή ταινίας –πρόσφεραν την κατάλληλη υποδομή και ατμόσφαιρα για να καταστεί η θέαση μιας ταινίας εμπειρία. Από τα βελούδινα (συνήθως κόκκινα) καθίσματα, μέχρι τον εξώστη, ο οποίος λειτουργούσε σαν προμαχώνας για πείραγμα των από κάτω, μέσω εκτόξευσης οβίδων φτιαγμένων από αχνιστό ποπκορν και από τις «καρτέλες προεπισκόπησης» (preview cards) οι οποίες ήταν αναρτημένες σε γυάλινη βιτρίνα στην είσοδο του κινηματογράφου και έδειχναν σκηνές από την ταινία που προβαλλόταν εκείνη τη στιγμή (ήταν ένας από τους λίγους τρόπους που είχαμε για να παίρνουμε μια πρώτη γεύση από τις ταινίες που παίζονταν, αφού τότε δεν είχαμε YouTube ή IMDb για να βλέπουμε τα trailers τους!), μέχρι το διάλειμμα, όπου και τρέχαμε στην καντίνα για αναψυκτικό και δεύτερη μερίδα ποπκορν κι έπειτα για τσιγάρο -και το τελευταίο πάντα μας «έτρωγε» λίγα λεπτά από την αρχή του δεύτερου μέρους της ταινίας.

Ο κινηματογράφος τότε, ήταν χώρος συνεύρεσης της παρέας – ήταν η γειτονική αλάνα, επενδυμένη με καθίσματα, πανί προβολής και ηχοσύστημα και όλοι οι κολλητοί καθισμένοι σε μια ολόκληρη σειρά, να μοιραζόμαστε παρέα φιλμικές σκηνές που άφησαν εποχή, όπως την αποκάλυψη του δολοφόνου στο πρώτο «Scream», τον Jim να ερωτοτροπεί με το σπιτικό κέικ της μαμάς στο πρώτο «American Pie», τον Jim Carrey να βάζει την πράσινη μάσκα και να μεταμορφώνεται σε μια υπερκινητική καρικατούρα του εαυτού του, τον Mel Gibson να ουρλιάζει «freeeeeddoooooooooooommm» και τον Jack να βουλιάζει στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού, με τη Rose να του φωνάζει τσιριχτά «come back, come back». Οι παλιοί κινηματογράφοι είχαν κάτι το μαγικό, κάτι σαν λίπασμα του μνημονικού συστήματος, και οι αξιομνημόνευτες σκηνές από τις ταινίες που είδαμε σε πανί τη δεκαετία του ’90 χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο μυαλό μας, μαζί τους και οι καταστάσεις που λάμβαναν χώρα ενόσω βλέπαμε τις εν λόγω ταινίες, όπως το τρανταχτό γέλιο του κολλητού που καθόταν δίπλα μας στο «Ace Ventura» ή το σφίξιμο του χεριού από το αίσθημα, σε βαθμό πίεσης μέγγενης, στο «I Know What You Did Last Summer» ή τις λυκίσιες κραυγές βγαλμένες από τα δικά μας στόματα όταν πρωτοεμφανίστηκε η Cameron Diaz στο «The Mask», στη σκηνή στην τράπεζα. Θα με πιστέψεις αν σου πω πως, κάποτε που πετυχαίνω ή βάζω σκοπίμως αυτές τις θρυλικές ταινίες στην τηλεόραση, 20 χρόνια και κάτι ψιλά μετά που τις πρωτοείδα, νιώθω το γέλιο μου και το κλάμα μου και το ξάφνιασμά μου και την ανατριχίλα μου και όλα εκείνα τα συναισθήματα που οι συγκεκριμένες ταινίες μου δημιούργησαν όταν τις είδα για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη, να είναι τόσο έντονα όσο και τότε, κι έτσι να με στέλνουν σε ταξίδι πίσω στο χρόνο και να με κάνουν πάλι 15 και να νιώθω πως τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε, παρά μόνο το μέγεθος της οθόνης και το χέρι που σφίγγει το δικό μου, το οποίο σφίξιμο είναι εξίσου επίπονο με τότε, μα επειδή το κάνει το πιο όμορφο χέρι του κόσμου, το χέρι που εγώ επέλεξα να σφίγγει το δικό μου κάθε φορά που θα βλέπουμε ταινία τρόμου μαζί, για όλη μας την υπόλοιπη ζωή, του συγχωρώ την σύνθλιψη των δαχτύλων μου.

Ορισμένες από τις πιο όμορφες μου αναμνήσεις έχουν πλαστεί μπροστά από τα φωτεινά πανιά του ’90 και σε καθένα από τα πολλά τετραγωνικά μέτρα των σινεμά που τα φιλοξενούσαν. Θυμάμαι να με παίρνει απ’ το χέρι ο αγαπημένος μου πατερούλης, στον οποίο οφείλω το γονίδιο του σινεφιλισμού, και να πηγαίνουμε στο ασπροπράσινο Μετροπόλ για να δούμε ταινίες όπως το «Arachnophobia» και το «Bram Stoker’s Dracula», κι ας ήμουν μόλις 10-12 χρονών και τα έργα αυτά “ακατάλληλα” για την ηλικία μου – όταν σε κρατάει ο μπαμπάς σου απ’ το χέρι, δεν μπορούν να σε βλάψουν ούτε φονικές αράχνες, ούτε αιμοδιψή βαμπίρ. Έπειτα γκρέμισαν το Μετροπόλ και το μετέτρεψαν σε παρκινγκ, μα εμείς δεν πτοηθήκαμε, έτσι διασταυρώναμε πιο συχνά το δρόμο και πηγαίναμε απέναντι, στο Ζήνα Πάλας, και απολαμβάναμε τις ταινίες μας με ένα χάρτινο ποτήρι ζεστής σοκολάτας στο χέρι, τις πλείστες φορές στα μπροστινά καθίσματα του εξώστη ούτως ώστε να έχουμε πανοραμική θέα στο πανοραμικό πανί. Δεν έλειπαν φυσικά και οι επισκέψεις στους υπόλοιπους κινηματογράφους της Λευκωσίας – στο Όπερα, στο Πάνθεον, στο Οθέλλος και τα καλοκαίρια στο θερινό Ακροπόλ, όπου και παραγγέλναμε πίτσα από γειτονική πιτσαρία και την απολαμβάναμε σαν βλέπαμε, τόσο την ταινία όσο και τις πυγολαμπίδες να γυροφέρνουν το φωτεινό πανί σαν κινούμενα αστέρια σ’ έναν μίνι-ουρανό, ο οποίος άναβε μόνο για μας και μας πρόσφερε 2ωρες αποδράσεις από την καθημερινότητα.

Είναι αστείο το πώς ορισμένες λεπτομέρειες, οι οποίες όταν τις ζεις σου φαίνονται ασήμαντες και δεν τους δίνεις σημασία, αυτές ακριβώς οι λεπτομέρειες αποτελούν τη σκανδάλη που πυροδοτεί τη μεγάλη εικόνα των αναμνήσεων, της οποίας οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες αποτελούν μέρος. Λεπτομέρειες όπως οι αχνιστές σούπες που διέθετε η καντίνα του Όπερα σε ποτήρι, οι πυγολαμπίδες του Ακροπόλ, οι μεγάλοι ξύλινοι δοκοί που κρέμονταν από το ταβάνι του Ζήνα Πάλας και οι βαρετές κόκκινες βελούδινες κουρτίνες που οδηγούσαν στην κυρίως αίθουσα του τελευταίου, το παραδοσιακό box office του Μετροπόλ, η μακρόστενη διαρρύθμιση της κυρίως αίθουσας του Πάνθεον 2 και η θέα στο δρόμο από την τεράστια γυάλινη τζαμαρία του Οθέλλος. Μπορεί όλες αυτές οι λεπτομέρειες να αποτελούν πλέον ένα γλυκό παρελθόν, μα στο μυαλό μας εμάς που χαρήκαμε τους παλιούς κινηματογράφους στις δόξες τους, οι λεπτομέρειες αυτές παίζουν και ξαναπαίζουν, σαν κλασσική αγαπημένη ταινία, κοντράροντας σθεναρά την ψυχρή και απρόσωπη μοντέρνα εκδοχή του κινηματογράφου με τις πολλαπλές αίθουσες. Από τη μέρα που το καρούλι του σελιλόιντ συμπυκνώθηκε σε ψηφιακό αρχείο και το φωτεινό πανί απογυμνώθηκε από τις βελούδινες του κουρτίνες, οι οποίες πρόσθεταν τη λέξη ‘theatre’ μετά το ‘movie’, για να αποδώσουν τον ‘κινηματογράφο’ στα αγγλικά, και στο τέλος αυτή η νέα εκδοχή της 7ης τέχνης ενσωματώθηκε μέσα σε εμπορικά κέντρα, και από εμπειρία έγινε προϊόν, άλλαξα κι εγώ με τη σειρά μου – έπαψα πλέον να καταχωρώ φιλμικές σκηνές και εικόνες στο μυαλό μου, στο ίδιο συρτάρι με τις πιο όμορφες μου αναμνήσεις και δεν νιώθω πλέον το ίδιο σκίρτημα στην καρδιά και σφίξιμο στο χέρι που ένιωθα παλιά στο Ζήνα Πάλας και στο Μετροπόλ και στο Όπερα και στο Πάνθεον και στο Οθέλλος και σε όποιον άλλο κινηματογράφο έκανε διάλειμμα στη μέση της ταινίας και δεν βιαζόταν να ξεκινήσει την επόμενη και να σε πετάξει έξω, στον επόμενο κρίκο της καταναλωτικής αλυσίδας, για ένα ακόμη καπουτσίνο ή burger. Συγγνώμη, αλλά δεν θα πάρω. Θέλω το σινεμά μου να έχει το πολύ δυο αίθουσες και τα καθίσματα του να θυμίζουν αυτά του θεάτρου και το πανί να αποκαλύπτεται με άνοιγμα αυλαίας και να κάθομαι πίσω – πίσω, κοντά στο παραθυράκι προβολής και να ακούω ανεπαίσθητα το «τρρρρρρρρ» που κάνει το καρούλι σαν γυρίζει, και στα μισά της ταινίας να γίνεται διάλειμμα και να βγαίνω έξω και να συζητώ με τους φίλους μου για το τι είδαμε στο πρώτο μέρος, και να πιθανολογούμε για το δεύτερο μισό της ταινίας, υποκινούμενοι από την αγωνία της κινηματογραφικής λίμπο που επιφέρει το διάλειμμα, και να πηγαίνουμε πάλι πίσω στην αίθουσα, 3 λεπτά μετά το κουδούνι, όσο ακριβώς χρειαζόμασταν για να τελειώσουμε το τσιγάρο που κάναμε, και να ρίχνουμε λίγο από το φρεσκοαγορασμένο μας ποπκορν 2-3 καθίσματα μπροστά, σε γνωστά ή άγνωστα σβέρκα και να τελειώνει η ταινία και να κλείνει η αυλαία και να βγαίνουμε έξω, στον δρόμο, κι από κει να συνεχίζουμε την εφηβική μας, βραδινή έξοδο. Θέλω να είναι πάλι 1997, και να δω τον Τιτανικό στο Οθέλλος, και να πάρω τα δυο μου διαλείμματα. Θέλω τη μαγεία της κινηματογραφικής αίθουσας να ζωντανέψει και να με ταξιδέψει στα μέρη που απεικονίζονται στο σελιλόιντ. Δύσκολο, το ξέρω. Γι’ αυτό και παίζω μέσα μου όλες εκείνες τις όμορφες αναμνήσεις που ταινίες και κινηματογράφοι του ’90 μου χάρισαν. Τις παίζω σαν την δική μου προσωπική ταινία, στη μηχανή προβολής του μυαλού μου, η οποία τροφοδοτείται με καρούλι κι όχι με ψηφιακό αρχείο. Στο μυαλό μου, το παλιό καλό σινεμά δεν πέθανε, και ακόμη μπορώ να μυρίσω και να γευτώ το αχνιστό βουτυρωμένο ποπκορν και να νιώσω στο χέρι μου το μικρό χάρτινο εισιτήριο και να δω πάνω δεξιά στην οθόνη τον μαύρο κύκλο που επισημαίνει στον χειριστή του (συμβατικού) προτζέκτορα πως πρέπει να αλλάξει καρούλι και να ακούσω το Dolby Surround ηχοσύστημα.

And now, our feature presentation…

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *