Ο καλύτερός μου φίλος

Ο καλύτερός μου φίλος

Ο καλύτερός μου φίλος

«Άλλη μέρα άλλη τύχη, άλλη λύπη και χαρά. Βγαίνουν κρίνα πέφτουν τείχη σε μια νύχτα μοναχά».
Μαριανίνα Κριεζή

Όπως συμβαίνει με όλους, αραιά ή συχνότερα, υπάρχουν στιγμές που μπαίνω στο σπίτι και αισθάνομαι εξουθενωτικά, τελειωτικά και απόλυτα λυπημένος. Κάνω μια δουλειά που μου αρέσει, βλέπω λαμπερά πρόσωπα κάθε πρωί στους διαδρόμους ενός μεγάλου πλατό που σκορπά χαρά, βγάζω ικανοποιητικά λεφτά συναντώντας ευειδή αγόρια και κορίτσια, φιλόδοξους καλλιτέχνες και προσηνείς ποιητές, οργανώνω αναίτιες βόλτες τα Σαββατοκύριακα ακούγοντας Cayetano και Federico Aubele καθισμένος σ’ ένα μαγικό πεζούλι της Πειραιώς με φόντο ένα μεγαλειώδες, ανοιγμένο απ’ την παλάμη χέρι, το sex είναι πανεύκολο, το ίδιο και τα ψέματά του. Κοιτάω τους Πακιστανούς και τους Μπαγκλαντεσιανούς τριγύρω να συνεννοούνται στα φωναχτά αντί να ψιθυρίζουν την ανάγκη τους για επούλωση στην πληγή και σκέφτομαι πως πάντα αυτούς που πήγαιναν να φύγουν ή έφευγαν αγάπησα τελικά. Που κλείνουν πίσω τους την πόρτα μια μέρα ομιχλώδη χωρίς ν’ αφήνουν ένα σημείωμα πίσω -παλιό και ειλικρινές.
Σα να κόβεις το σκοτάδι με μαχαίρι πεισματικά, μέχρι να αναβλύσει πίδακας αισιοδοξίας.
Είναι τότε που ένα ποτάμι φουσκώνει μέσα μου παλλόμενο, τρικυμιώδες, και θυμάμαι τον κύριο Ντίνο, τον μοναδικό άνθρωπο που μ’ έκανε να κλάψω γοερά, στην έξοδο του σπιτιού του στη Θεσσαλονίκη, στην οδό Σκεπαστού, εκείνο το βροχερό απόγευμα του Απρίλη, μ’ αυτό το «δεν μπορείτε να ξέρετε πόσο αγωνίστηκα πριν λυγίσω» στ’ αφτιά μου, για τον οποίο μου έλεγε ο Γιώργος Χρονάς τις προάλλες πως κινείται σπάνια και μιλάει ελάχιστα πια στα 84 του χρόνια.
Πριν από δύο βδομάδες θάψαμε τη Μυρτώ. Την είδα μέσα στο φέρετρο και της άγγιξα το κεφάλι. Δεν έκλαψα -της χαμογέλασα. Τουλάχιστον ήταν ωραία εκείνο το απόγευμα στο Μοναστηράκι, με μαργαρίτες και λεμονάδα πικρή, σκέφτηκα.
Αχ! Όσο μεγαλώνω θυμάμαι συχνότερα τους παλιούς δρόμους. Τους γεμάτους από ανάγκες και μισόκλειστα βλέφαρα, με εξόριστους και τραβεστί που διαβάζουν Παπαγιώργη και τρέμουν. Κι έπειτα κοιτάω αυτή την παιδική χαμογελαστή φωτογραφία που έχω στα αγαπημένα του κινητού μου -πρόσωπα λεπτά, με μαλλιά τότε, περισσή αφέλεια, αρυτίδωτα και απονήρευτα. Αριστερά είναι ο Νικόλας. Ο καλύτερός μου φίλος. Γνωριστήκαμε στο Γυμνάσιο Έγκωμης. Ήταν πασίγνωστος από τότε. Έκανε -και κάνει ακόμη- εκπομπή στο ραδιόφωνο, έγραφε σε περιοδικά, μιλούσε με celebrities, ήτανε φίλος με την Αλέξια, τον Χρήστο Δάντη και την Καίτη Γαρμπή -ζούσε τη φρενίτιδα της υποχθόνιας μέθεξης της επιτυχίας που πιστεύεις πως θα διαρκέσει για πάντα. Τον θαύμαζα!
Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1999, σ’ ένα ταξίδι του με συνεπιβάτες τον Μιχάλη Χατζηγιάννη και την αδελφή του, στα φώτα της Ριζοελιάς, το αυτοκίνητο ανατράπηκε, ο Νικόλας έκανε βουτιά με το κεφάλι στην άσφαλτο, παρέμεινε ακίνητος και ματωμένος μέχρι τη διάγνωση της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και μ’ ένα «μπορεί και να μη ζήσει» των γιατρών. Η μάνα του για τους επόμενους έξι μήνες με έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα τηλέφωνο. Μιλούσα μόνος μου στο ακουστικό για περίπου 10 λεπτά, χωρίς καμία ανταπόκριση, ακούγοντας ξεφύσημα μύτης, κάτι άναρθρο και βαθιά αναπνοή χωρίς λέξεις, ώστε να επαναφέρει κάποτε, σιγά σιγά, εικόνες, πρόσωπα, αναμνήσεις, στιγμές. Την πρώτη μέρα που είπε «Γιάννη!» ανέβηκα στο τραπέζι κρατώντας το σταθερό στα χέρια: «Μιλάς, μιλάς, μιλάς!».
Το αστροπελέκι της μετέωρης ζωής του Νικόλα μ’ έκανε να εκτιμήσω ό,τι έχω. Τι άξιο να ζεις! Και πόσο λίγος είναι ο χρόνος μας -λίγος και δανεικός.
Εκείνος άλλαξε τη ζωή του από τότε. Άφησε την Κύπρο, μένει μόνιμα στην Αθήνα, έκανε νέους φίλους, διόρθωσε παρέες, πότε θυμάται πότε ξεχνά, γυρνούσε φέτος το καλοκαίρι τα ελληνικά νησιά με τον τραγουδιστή Γιώργο Παπαδόπουλο και μου έστελνε φωτογραφίες από αμμουδιές σαν παλιακές καρτ ποστάλ. Το κάνει ασυναίσθητα. Αλλά ξέρει.
Είναι μαγικό να ξεβουτάς απ’ τη λάσπη ξεκινώντας να περπατάς ξανά στο χώμα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *