Στη «Γρηγόρειο Κλινική»

Στη «Γρηγόρειο Κλινική»

Από ένα προσωπικό σεξουαλικό ατύχημα, βρέθηκα τον προηγούμενο μήνα στη Λάρνακα, στον έκτο όροφο του νέου Γενικού Νοσοκομείου. 

Στο ισόγειο, η γνωστή και από άλλα μεγάλα νοσοκομεία σκοτεινή όψη ενός κατακαημένου κόσμου: Οι μεγάλες ουρές, τα λευκά χαρτάκια με αριθμούς, η αγωνία για το ΓεΣΥ και «τι θα κάμνουμε τωρά με τα φάρμακά μας;», εφιδρώσεις μόνιμες για τα παροδικά και μόνιμα που απαιτούσαν ίαση – ή την παρηγοριά της. Ρώτησα για το ασανσέρ, «είναι δίπλα από το φαρμακείο», μπήκα μαζί με ένα φορείο και τρεις νοσοκόμους. Στο δρόμο, προηγουμένως, είχα θυμηθεί εκείνη τη σπουδαία περίπτωση μίας τολμηρής γυναίκας που αποτέλεσε κάποτε την εκθαμβωτική εξαίρεση του μουντού και παραπληροφορημένου κόσμου της «καταραμένης αμαρτίας» που λέγεται aids, όταν σε προηγούμενες δεκαετίες ο HIV ήταν περίπου και η «τιμωρία» του ασθενούς, ο επερχόμενος -και, κυρίως, «δίκαιος»- θάνατος των «ανωμάλων», το αντιδιαστέλλον αντίθετο της χαράς του sex, του έρωτα, της αγάπης δύο σφικτά ενωμένων σωμάτων. Η γυναίκα αυτή ονομάζεται Φρύνη Βεναρδή – καλή της ώρα, όπου κι αν βρίσκεται, στον αθόρυβο αλλά γενναιόδωρο κόσμο που επέλεξε να ζει, μετά τον «Γολγοθά» της. Όταν προσβλήθηκε και, τελικά, πέθανε, ο γιος της, ο Γρηγόρης, εξουθενωμένος πια από την αρρώστια -άλλες δεκαετίες, άλλα μέσα, μεγαλύτεροι κίνδυνοι- εκείνη επέλεξε να κοιτάξει στο φως το επόμενο λεπτό της κηδείας και των μνημοσύνων, να κάνει την ήττα της μαζική νίκη, να πετάξει τα χαρτομάντιλα και να σκουπίσει για πάντα τα δάκρυα της δικαιολογημένης θλίψης – επέλεξε να γίνει ο νεκρός της γιος η αφορμή για να ζήσουν άλλοι δέκα, άλλοι εκατό, άλλοι χίλιοι Γρηγόρηδες στην Κύπρο, με αξιοπρέπεια, προσφέροντας ανιδιοτελώς, σε παρελθόντες καιρούς που φοβόμασταν το aids ακόμη κι απ’ το άγγιγμα των δαχτύλων σε ασθενή.

Δεν μπαίνεις εύκολα στη «Γρηγόρειο» – σημάδι πρώτο και καλό για την προστασία των ασθενών και των συγγενών τους. Κουδούνι-νοσοκόμα-«τι ζητάτε»-απάντηση-είσοδος μέσα σε ένα μικρό γραφείο-«όχι στους θαλάμους» και πάντα με συνοδεία. Ήταν Δευτέρα. Πρωί. Εξήγησα: Ατύχημα σαν δεκάδες άλλα που μπορεί να συμβούν σ’ ένα ξέφρενο σαββατόβραδο στην πόλη – λίγο το αλκοόλ που δεν αντέχεις, λίγο ο παρορμητισμός, λίγο η κούραση των προηγούμενων ημερών που μπορεί να θολώσει καμιά φορά τη λογική, λίγο η ακόλαστη ομορφιά που δεν θες να την αφήσεις να προσπεράσει και αρπάζεις λυσσαλέα. Με υπομονή -σαν σε ιδιωτικό ιατρείο που το κάθε «καλησπέρα» τιμάται 50 ευρώ- καθίσαμε με την προϊσταμένη για μισή περίπου ώρα και μου ανέφερε τους κινδύνους με ψυχραιμία – τα προηγηθέντα, τα επόμενα και τα μεθεπόμενα, «για να ξέρω». Όχι με τρόμο. Όχι σαν κάτι ανεπίδοτο στο θάνατο που με «απειλεί» – μα, σαν κάτι φυσικό. Σαν «συμβαίνει». Σαν «καθημερινότητα». Περίπου με ηρέμησε. Κι ύστερα ο γιατρός, κ. Δημητριάδης. Μου μίλησε για το PEP (Post Exposure Prophylaxis) – τη μέθοδο προστασίας μέσα σε 72 ώρες από το συμβάν, με ειδικά χάπια. «Θα σας δώσουμε τη δόση για τρεις μέρες, για να προλάβουμε το οτιδήποτε. Την Τετάρτη, που θα μπορείτε, ελάτε και για τα υπόλοιπα χάπια, από το νοσοκομείο – όλα δωρεάν». Μου πήραν αίμα, μου ανέφεραν με λεπτομέρεια τη σημασία στο κάθετί που γινόταν, μου έδωσαν αριθμό «ανωνυμίας». Ησυχία στους διαδρόμους. «Να σας πω τουλάχιστον το μικρό μου όνομα…». «Απαγορεύεται. Να πάτε στο καλό. Στις συγκεκριμένες ώρες, τη συγκεκριμένη ποσότητα των truvada και kaletra. Και θα είναι όλα εντάξει». Σχεδόν συγκινήθηκα απ’ το τόσο ενδιαφέρον, σε κάτι τόσο επισφαλές για την υγεία αλλά τόσο προστατευμένο πια από επικίνδυνους παραδρόμους ανοησίας. Είπα ένα «ευχαριστώ» – άλλα χίλια θα ’πρεπε.

Φλυαρώ. Αλλά τα γράφω αυτά, για να αποδομήσω, με ένα προσωπικό παράδειγμα, το χτικιό των «κακών κυπριακών νοσοκομείων», των «αδιάφορων γιατρών και νοσηλευτών», τα «μην μπλέξεις με τη δημόσια υγεία» – να, λοιπόν, ένα σπουδαίο δημόσιο έργο που πρέπει να κοινοποιείται, κυρίως για τους ανθρώπους του. Τα γράφω και για έναν ακόμη λόγο: Για το φετινό pride. Το σπουδαιότερο αυτού του θεσμού δεν είναι ούτε οι συναυλίες στο «αμαρτωλό» πάρκο, ούτε η μεγάλη πορεία, ούτε οι εκατοντάδες του κόσμου, ούτε τα πάρτι και οι διάσημοι τραγουδιστές. Είναι εκείνο το μικρό αντίσκηνο που στήνεται μπροστά από τα σιντριβάνια, με την ένδειξη της -επίσης σημαντικού έργου- οργάνωσης του «cy checkpoint» για δωρεάν εξετάσεις -για aids και σύφιλη-, με ένα μικρό τσιμπιματάκι στο δάχτυλο – τα αποτελέσματα δίδονται σε δευτερόλεπτα, «δώρο» στον μονάκριβό μας εαυτό που προσπαθούμε να αγαπάμε (αν δεν μου μιλούσαν, πέρσι, εκείνα τα παιδιά, για το PEP και τις παροχές στη «Γρηγόρειο», ιδέα δεν θα είχα!). Κι αν η ευτυχία δεν είναι, πράγματι, χαρούμενη, όπως έλεγε κάποτε κι ο Max Ophuls στο «Plaisir» -ούτε στα σώματα, ούτε στις καρδιές μας- ας είναι τουλάχιστον προστατευμένη. Για τα επερχόμενα ουράνια τόξα που κάποτε θα ‘ρθούν.

Πηγή : Φιλgood, τεύχος 226.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *