Η καψούρα με τον Τσίπρα

Η καψούρα με τον Τσίπρα

i-kapsoura-me-ton-tsipra

«Στην καψούρα η καλύτερη εκδοχή του ενός είναι η χειρότερη του άλλου».
Μαλβίνα Κάραλη

Στ’ αφτιά ενός πολιτικού αντιπάλου του Αλέξη Τσίπρα φαντάζει αδιανόητο πώς ένας άνθρωπος που υπέγραψε το τρίτο και -κατά τα φαινόμενα- πιο σκληρό μνημόνιο, που έφτασε στα όρια τού να απομυθοποιήσει την Αριστερά -όπως την είχαν στο μυαλό τους οι αγνοί και χωρίς δόλο, οι λίγο ρομαντικοί «σύντροφοι»-, που λαμβάνει νέα μέτρα, που κατέληξε να καταργήσει τις γνωστές προεκλογικές εξαγγελίες για διαγραφή του χρέους, «σκίσιμο των μνημονίων» και «αγορές που θα χορέψουν πεντοζάλη», καταφέρνει, ακόμη και μέσα στο παραβάν, να μεταπείσει τους «απογοητευμένους» ψηφοφόρους και να τον ξαναψηφίσουν. Είναι εκείνος που «ξεχνάει» ευνοϊκές υποσχέσεις «εκβιαζόμενος» προλαβαίνοντας μόνο να επαναλειτουργήσει την ΕΡΤ και να επαναπροσλάβει τις απολυμένες καθαρίστριες προτού προβάλουν αντίσταση οι δανειστές, κάνοντας τελικά την προηγούμενη πενταετία να μοιάζει με παιδική χαρά. Αλλά φοράει τα λευκά του πουκάμισα και γίνεται λίγο Ανδρέας Παπανδρέου και λίγο «αμνός του θεού» -τι γοητεία! Είναι το «επαναστατημένο παιδί» που κρύβει μέσα του ο Έλληνας, το καταπιεσμένο «γαμώτο», η ανεπίστρεπτη προσβολή. Ή το άλλοθι.

Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας, ελληνικού dna, μαγκιάς και χαρακτήρα; Είναι η γοητεία που ασκούν τα 40 του χρόνια; Είναι το καθαρό του πρόσωπο; Η λιτή ζωή του στη λαϊκή γειτονιά της Κυψέλης; Το -ακόμη- άφθαρτο; Η ανάγκη να πιστέψει ο Έλληνας οτιδήποτε άλλο πέρα από το παλιό δίπολο Νέας Δημοκρατίας – ΠΑ.ΣΟ.Κ.; Μπορεί και όλα αυτά μαζί. Μπορεί και τίποτε απ’ αυτά. Ένα είναι το βέβαιο: αυτό που έχει πάθει ο Έλληνας με τον Αλέξη Τσίπρα λέγεται καψούρα.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα γίνουν ποτέ καψούρηδες. Δεν είναι φτιαγμένοι όλοι για να σέρνονται στα πατώματα ακούγοντας το «Μυστικέ μου έρωτα» της Κατερίνας Στανίση, να καπνίζουν ακατάπαυστα και να πίνουν Jack Daniels μέχρι το ξημέρωμα, κλαίγοντας σπαρακτικά, με μία ροπή προς το μελόδραμα -πού να το καταλάβει αυτό ο Γερμανός ή ο Φινλανδός; «Η καψούρα δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον έρωτα. Για να καψουρευτείς κάποιον πρέπει να υπάρχει παράπονο», έγραφε κάποτε και η Μαλβίνα Κάραλη. Αυτό συμβαίνει τώρα και στη σχέση του Αλέξη Τσίπρα με τους Έλληνες. Γιατί η καψούρα προκύπτει μόνο όταν ένας έρωτας εμπεριέχει απόρριψη, πισώπλατο μαχαίρωμα, αμφιβολία, προδοσία, αγωνία, σκοτωμό και σκοτοδίνη. Στα πολιτικά δεδομένα αύξηση φόρων, ελαχιστοποίηση κοινωνικών ρυθμίσεων, πλάνη, «ψεματάκια» και αγορές ακίνητες κι ακούνητες -όσο κι αν τους έταξε το ακριβώς αντίθετο.

Υπάρχουν άνθρωποι -λόγω ιδιοσυγκρασίας ή αστικής παιδείας- που η λογική τους υπερβαίνει τον άκρατο συναισθηματισμό, αλλά είναι κι εκείνοι που φοίτησαν στο καλύτερο πανεπιστήμιο που δημιούργησε ποτέ το ελληνικό ταμπεραμέντο -κι είναι πολλοί! Που υποκλίνονται άφωνοι στο ταλέντο και στον πρωταγωνιστή.

Στο facebook και στο twitter οι περισσότεροι την προηγούμενη Κυριακή «έδιναν δεύτερη ευκαιρία στον Αλέξη». Κι έγραφαν, δικαιολογώντας κάπως -μπορεί κι ενοχικά- την επιλογή τους: «Πρόσεξε, Αλέξη! Από το υστέρημά μας σου δίνουμε την ψήφο μας, όχι από το πλεόνασμά μας. Αν ένας πολιτικός ξοδέψει το πλεόνασμα ενός λαού, μπορεί να συγχωρηθεί. Αν ξοδέψει το υστέρημά του, τέλος!». Έτσι θα ‘λεγε και ο τραυματισμένος από έρωτα νεαρός που ακούει στη διαπασών Νότη Σφακιανάκη σταματημένος με το κράνος του σε κάποια φανάρια της Εθνικής Οδού: «Θέλω να σε ξαναδώ, δε θέλω πια να ζω, χωρίς να σε αγγίζω». Ξέρει πως του ‘κανε μαλακία η γκόμενα, αλλά δεν το αντέχει -κι έτσι την παίρνει αμέσως τηλέφωνο για να της πει «σε θέλω ακόμα!».

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *