Ο πολυπράγμων και πολυσχιδής Γιάννης Τουμαζής, ανοίγει στο φωτογραφικό φακό του Hello! τις πόρτες του, ιδιαίτερης αισθητικής, σπιτιού του και μας μιλά για τη ζωή του που περιβάλλεται από τέχνη.
Του Θανάση Φωτίου
Είσαι πολλά πράγματα μαζί, έχεις πολλές ιδιότητες και διαφορετικά καθήκοντα. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΘΟΚ, διευθυντής του Δημοτικού Κέντρου Τεχνών, σκηνογράφος, πολιτικός μηχανικός, συγγραφέας επίσης, καθηγητής, θεωρητικός τέχνης… Πώς θα προσδιόριζες εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου;
Θα έλεγα πως είμαι ένας άνθρωπος με πολλά και διάφορα ενδιαφέροντα, που -δυστυχώς!- του αρέσουν οι προκλήσεις και που θέλει να βλέπει τις ιδέες του να υλοποιούνται. Μου αρέσει να παρακολουθώ τι συμβαίνει γύρω μου, να γνωρίζω κάθε φορά το πνεύμα των καιρών.
Μου δίνεις την εικόνα του ανθρώπου που δουλεύει ασταμάτητα. Είσαι εργασιομανής; Πόσες ώρες δουλεύεις;
Υποχρεωτικά δουλεύω ασταμάτητα για να μπορέσω να αντεπεξέλθω όσο καλύτερα μπορώ σε όλα αυτά με τα οποία ασχολούμαι. Δεν θα με ονόμαζα όμως εργασιομανή, ξέρω και να ξεκουράζομαι, αν και θεωρώ την οποιαδήποτε εργασία αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Τα διοικητικά καθήκοντα και οι αυξημένες υποχρεώσεις που αυτά συνεπάγονται δεν αποστερούν από τη δημιουργικότητα ενός καλλιτεχνικού ατόμου; Πώς ισορροπείς εάν ισορροπείς ή με ποιους τρόπους καλύπτεις αυτή την ανάγκη σου σήμερα;
Έχω ευτυχήσει να ασχολούμαι με θέματα που απαιτούν δημιουργικότητα ούτως ή άλλως. Αλλά και η διοίκηση χρειάζεται δημιουργική και παραγωγική σκέψη. Από την άλλη, όλος μου ο ελεύθερος χρόνος αφιερώνεται ως επί το πλείστον στη δημιουργική μου πλευρά. Για παράδειγμα το τριήμερο της 25ης Μαρτίου τέλειωσα ένα ακαδημαϊκό κείμενο για δημοσίευση, της 1ης Απριλίου ένα άλλο, το Πάσχα το ίδιο. Ξέρετε μου αρέσουν πολύ οι Κυριακές και οι αργίες, τις βρίσκω πολύ δημιουργικές: η αστική ησυχία -ιδίως του πρωινού- κεντρίζει τη δημιουργικότητά μου. Ο δε συνδυασμός διοικητικών και καλλιτεχνικών καθηκόντων βρίσκω πως μου ταιριάζει. Όσο πιο πολλά και αταίριαστα έχω να κάνω τόσο πιο παραγωγικός και δημιουργικός είμαι. Λατρεύω ακόμη να σκέφτομαι και να υλοποιώ δέκα πράγματα μαζί κάτι που πολλές φορές εκνευρίζει τους γύρω μου, ειδικά όταν μιλώ ταυτόχρονα για όλα αυτά…

Η επαφή σου με τους νέους ανθρώπους, μέσω της διδασκαλίας που κάνεις στο Frederick, τι σου προσφέρει;
Είναι ανεκτίμητη αυτή η επαφή. Αρχικά βλέπεις πώς σκέφτονται και πώς εκφράζονται τα νέα τα παιδιά, ποια είναι τα σημερινά οράματά τους και συνειδητοποιείς πως ο καιρός περνά και οι εποχές αλλάζουν. Χαίρομαι που καθημερινά αντικρίζω τη φρεσκάδα και τον ενθουσιασμό της νεανικής σκέψης, στοιχεία που δυστυχώς εμείς χάνουμε μερικές φορές.

Αλήθεια, εσύ ένας άνθρωπος το όνομα του οποίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον πολιτισμό και τις Τέχνες και μετά από τόσα χρόνια εμπλοκής, μπορείς να δώσεις απάντηση στη φαινομενικά απλή ερώτηση, «τι είναι τελικά τέχνη»;
Αυτή είναι μια ερώτηση που κάνω κάθε χρόνο στους πρωτοετείς φοιτητές μου. Και κάθε χρόνο λαμβάνω εκατόν διαφορετικές απαντήσεις και προσδιορισμούς. Προσωπικά συγκινούμαι από την Αλληγορία του Σπηλαίου από το έβδομο βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα. Ίσως τέχνη να είναι η προσπάθεια να βγούμε έξω από τη σπηλιά και να δούμε τον πραγματικό κόσμο και όχι τη σκιά του…

Ο πολιτισμός και οι Τέχνες είναι πάντοτε αλληλένδετες έννοιες;
Θα έπρεπε να είναι. Έχουμε όμως πάρα πολλά πολιτιστικά ελλείμματα, δυστυχώς θα έλεγα πολύ περισσότερα ακόμη και από αυτά τα οικονομικά που μας προέκυψαν πρόσφατα. Θα ήταν καλό να υπογράφαμε κάποτε και ένα μνημόνιο πολιτισμού, ίσως καλυφθούν αυτά τα ελλείμματα τα οποία έχουν κοινωνικοπολιτικές και άλλες καταβολές! Η εκπαίδευση θα έπρεπε να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο σε αυτό. Η σύγχρονη τέχνη υποδεικνύει τις πολιτισμικές στρεβλώσεις με έντονα κριτικό τρόπο. Στο χέρι μας είναι να συνειδητοποιήσουμε ποια θα έπρεπε να είναι η πορεία μας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και να αλλάξουμε ρότα.

Στην Κύπρο όπου τα κονδύλια για τον πολιτισμό είναι ελάχιστα και ο πολιτισμός γενικότερα αντιμετωπίζεται από την πολιτεία ως «αναγκαία υποχρέωση», τι έργο μπορεί να παραχθεί;
Και όμως ακόμη παράγεται πολύ αξιόλογο έργο. Από ανθρώπους που η δημιουργικότητά τους καταφέρνει και ανθίσταται σε αυτή τη μακρόχρονη φθορά που επιφέρει η ευρύτερη παραγνώριση του πολιτισμού στον τόπο μας. Αυτό όμως δεν μπορεί να συνεχισθεί επ’ άπειρον. Πρέπει κάποια στιγμή -και ειδικά ως χώρα που ζει σχεδόν αποκλειστικά από τον τουρισμό- να καταλάβουμε πως η πολιτιστική υποδομή, η πολιτιστική κληρονομιά αλλά και η πολιτιστική βιομηχανία αποτελούν εν δυνάμει ουσιαστικά αναπτυξιακά εργαλεία. Έχουμε δυστυχώς μείνει πολύ πίσω, ο πολιτισμός στον αναπτυγμένο κόσμο έχει σήμερα αναλάβει παγκόσμια ένα νέο στρατηγικό ρόλο και δεν εξετάζεται πλέον μόνο μέσα από ένα αφηρημένο πρίσμα, αλλά αντιμετωπίζεται ως κύριο κεφάλαιο προς αξιοποίηση, ως μόνιμος και σταθερά ανανεούμενος πόρος και ως σύνολο προϊόντων και υπηρεσιών που μπορεί και πρέπει να είναι αντικείμενο της οικονομίας της αγοράς.

Από πολλούς ακούω να λένε πως ο ΘΟΚ παραπαίει τα τελευταία χρόνια. Μπορεί να φταίει η απουσία καλλιτεχνικού διευθυντή, μπορεί να φταίνε τα περιορισμένα οικονομικά μέσα… Εσύ συμμερίζεσαι αυτές τις απόψεις;
Θα έλεγα πως μάλλον συναναστρέφεσαι με κακεντρεχείς που δυστυχώς ευδοκιμούν πολύ στο εύφρατο κλίμα μας! Εδώ και δυόμισι χρόνια, αφότου ανέλαβε το συμβούλιό μας και μάλιστα χωρίς διευθυντή (λόγω των γνωστών και σταθερά επαναλαμβανόμενων δικαστικών κωλυμάτων) θα έλεγα πως υπήρξε κοσμογονία τόσο στα διοικητικά όσο και κύρια στα καλλιτεχνικά στο ΘΟΚ. Απλά να θυμίσω πως αυτήν την εποχή έχουμε προσκληθεί στο Φεστιβάλ Αθηνών με την εξαιρετική παραγωγή «Η Τάξη μας» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού. Συνεργαζόμαστε επίσης με το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και θα ξαναπάμε Επίδαυρο (μετά από χρόνια) με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθηνού. Η οποία «Αντιγόνη» θα ταξιδέψει και πάλι στη Σαλαμίνα, όπως έκανε και πέρσι ο «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Νεοκλή Νεοκλέους. Μετά από 40 και πλέον χρόνια ξανακούστηκε ο αρχαίος τραγικός λόγος στην κοιτίδα του Ελληνικού Πολιτισμού στην Κύπρο καταγράφοντας μια μεγάλη ιστορική στιγμή. Να θυμίσω επίσης πως πέρσι γεμίσαμε το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά με το συγκλονιστικό «Τρίτο Στεφάνι» σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, που μαζί με τη «Λωξάνδρα» της Έφης Θεοδώρου σάρωσαν και τα ταμεία στο ΘΟΚ. Η Αννίτα Σαντοριναίου και η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου έφτιαξαν δύο υπέροχες ηρωίδες που συγκίνησαν τον κόσμο. Είχε όντως πολύ καιρό να έχουμε τόσες εισπράξεις αλλά και ένα τόσο καλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Αυτός δεν είναι εξάλλου ο ρόλος ενός κρατικού θεάτρου: να απευθύνεται στο ευρύ κοινό με ποιοτικές παραστάσεις; Παράλληλα, η Νέα Σκηνή με πιο πειραματικές προσεγγίσεις τόσο στο ξένο όσο και στο κυπριακό ρεπερτόριο μάς έδωσε εξίσου σημαντικά αποτελέσματα. «Το Παλάτι του Τέλους» με Κατσαρή, Σορόκου και Φυρογένη αποθεώθηκε στη Θεσσαλονίκη στο ΚΘΒΕ όπου και ταξίδεψε. Η Σαντοριναίου στο «Απόψε θα Πετάξω την Τέφρα σου» του δικού μας Κώστα Μαννούρη μας έκανε και πάλι να συγκινηθούμε. Τα παιδικά μας έσκισαν επίσης: Το βραβευμένο «Μια Γιορτή στου Αλ Νουρί» με έντονα αντιρατσιστικά και κατά της ξενοφοβίας μηνύματα, θα ταξιδέψει σύντομα στο Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο. Το «Εγώ ο Πρίγκιπας» υπήρξε ιστορικά η πιο επιτυχημένη παιδική παραγωγή του ΘΟΚ. Να μην ξεχάσω πως επιτέλους βλέπουμε και στη Λευκωσία το National Theatre Live και πως στην καινούρια σεζόν, μεταξύ άλλων, προσκαλέσαμε και τον σημαντικό Έλληνα σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά να σκηνοθετήσει. Επιπλέον καταργήσαμε τον μόνιμο θίασο δίνοντας τη δυνατότητα σε πολλαπλάσιους (και πολλούς άνεργους) ηθοποιούς να εργοδοτηθούν στον ΘΟΚ και προσφέρουμε πλέον και στους σκηνοθέτες τη δυνατότητα να επιλέγουν τους ηθοποιούς που αυτοί θέλουν. Αλλάξαμε ακόμη τα σχέδια επιχορηγήσεων που για τόσα χρόνια βρίσκονταν στο στόχαστρο, δημιουργώντας το ΘΥΜΕΛΗ που δίνει πιο δίκαια, ισότιμα και ισόνομα το δικαίωμα ουσιαστικής χρηματοδότησης για καλλιτεχνική παραγωγή. Έχοντας σαφέστατα να κάνουμε με ένα απηρχαιωμένο νομοθετικό πλαίσιο, μόλις αναλάβαμε διαχωρίσαμε τη θέση καλλιτεχνικού και γενικού διευθυντή. Στην Κύπρο βέβαια ζούμε και δυστυχώς αυτό πήρε καιρό για να περάσει από όλα τα απαραίτητα νομοτεχνικά στάδια. Επιπλέον όπως και εσείς λέτε λειτουργούμε με μειωμένους προϋπολογισμούς. Τώρα αν για όλα αυτά το κατάλληλο ρήμα είναι το παραπαίω τότε μάλλον μιλάμε διαφορετικά ελληνικά. Φανταστείτε πόσο ψηλά είναι ο πήχυς για τον νέο (και τον πρώτο στην ιστορία του ΘΟΚ) καλλιτεχνικό διευθυντή που ελπίζω να έχουμε σύντομα!

Αλήθεια, εσένα τι ήταν αυτό που σε παρότρυνε να ασχοληθείς μ’ αυτό το χώρο -εννοώ με το χώρο του πολιτισμού γενικότερα. Ποιο ερέθισμα σε οδήγησε στη σκηνογραφία και στις Τέχνες, από την επιστήμη του πολιτικού μηχανικού που σπούδασες αρχικά;
Ξέρετε ανήκω στη γενιά που αποφοίτησε μετά την εισβολή του 1974 και που τα πράγματα ήταν πολύ συγκεχυμένα. Άλλα ονειρευόμασταν, άλλα κάναμε, ήμαστε σε σύγχυση λόγω και της γενικότερης ανασφάλειας. Θυμάμαι που σκηνογραφούσα μαθητικές παραστάσεις στο Ε~ Γυμνάσιο Λεμεσού, το οποίο και τελείωσα αφού φύγαμε από την Αμμόχωστο. Και δεν ήταν ό,τι κι ό,τι: «Λεοκάντια» του Ανούιγ και το «Χάσαμε τη Θεία Στοπ» του Διαλεγμένου, εν έτει 1976-1978. Ίσως αυτά να ήταν ουσιαστικά ερεθίσματα…

Και απ’ όσα έχεις κάνει μέχρι τώρα στη ζωή σου -σκηνογραφίες, επιμέλειες εκθέσεων, συγγράμματα και τα λοιπά και τα λοιπά- για ποια πέντε αισθάνεσαι πραγματικά υπερήφανος; Θα μπορούσες να ξεχωρίσεις και να ιεραρχήσεις πέντε από τις δουλειές σου;
Δύσκολα πράγματα… Είναι πάνω από 30 χρόνια που είμαι δημιουργικά ενεργός. Χωρίς σειρά προτεραιότητας: Η σκηνογραφία για τον «ΡομπέρτοΤσούκο» του Κολτές στον ΘΟΚ, το βιβλίο μου για τον Μαρσέλ Ντισάν που εκδόθηκε από τις πανεπιστημιακές εκδόσεις του Παρισιού, η μουσειολογική μελέτη για το Δημοτικό Μουσείο Αγίας Νάπας Θάλασσα, η επιμέλεια της επιλογής των έργων και των καλλιτεχνών για τα καινούρια αεροδρόμια της Λάρνακας και της Πάφου και φυσικά οι πάρα πολλές εκθέσεις στο Κέντρο Τεχνών, ποιες να πρωτοθυμηθώ: FlashBack100 Χρόνια Design, Terra Mediterranea-In Crisis, αλλά και η πρόσφατη Glyn Hughes 1931-2014 την οποία πολύ αγάπησα. Μεγάλη τιμή ήταν για μένα και η επιμέλεια του Κυπριακού Περιπτέρου στη Μπιενάλε Βενετίας το 2011.

Να υποθέσω πως όλα τα ενδιαφέροντά σου περιστρέφονται γύρω από τους τομείς των επαγγελματικών δραστηριοτήτων σου ή θα μας πεις κάτι που μπορεί να μας ξαφνιάσει; Σε έχω δει να χορεύεις εξαιρετικά…
Κάθε άλλο! Ναι μου αρέσει πολύ ο χορός, τώρα τον έχω περιορίσει ελέω ηλικίας και βάρους! Παρακολουθώ ανελλιπώς στίβο, κολύμβηση και τένις και είμαι μεγάλος φαν του Ραφαέλ Ναδάλ που δυστυχώς έχει όλο τραυματισμούς τελευταία.

Βλέποντας το σπίτι σου θα τολμούσα να πω πως είναι μια αντανάκλαση της προσωπικότητάς σου και των πολλών στοιχείων που αυτή συνθέτει. Ιδιαίτερος χώρος, γεμάτος με πολλά και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους αντικείμενα, τα οποία ωστόσο, με κάποιο τρόπο, συνυπάρχουν αρμονικά. Συμφωνείς;
Απόλυτα. Θεωρώ πως ο χώρος που ζούμε πρέπει να εκφράζει την προσωπικότητά μας. Θέλω ο χώρος μου να έχει χιούμορ, συγκινήσεις αλλά και πολλές αναμνήσεις. Είναι εν δυνάμει μια προέκταση της όποιας προσωπικότητάς μας. Μια σκηνή θεάτρου στην οποία είμαστε εμείς οι πρωταγωνιστές.

Και από πού προέκυψαν όλα αυτά τα αντικείμενα; Από ταξίδια; Οικογενειακά κειμήλια; Από συλλεκτική επιθυμία;
Κάποιοι φίλοι με ονομάζουν ρακοσυλλέκτη των Παρισίων! Μου αρέσει να μαζεύω πράγματα, από τους τόπους που ταξιδεύω, να έχω ενθύμια και δώρα φίλων, αντικείμενα που σηματοδοτούν κάτι, που θυμίζουν στιγμές χαράς και λύπης, που μας συνδέουν με ανθρώπους και μέρη αγαπημένα.

Να υποθέσω πως κάποια από αυτά κρύβουν και μια ιστορία πίσω τους; Πώς είναι συνδεδεμένα με στιγμές της ζωής σου;
Σωστά υποθέτεις, όπως είπα και πιο πάνω πολλά κρύβουν μικρές και μεγάλες, συγκινητικές και χιουμοριστικές ιστορίες, κάθε στιγμή στη ζωή μας όλο και συνδέεται με κάποιο αντικείμενο. Μια μάσκα από το πρώτο ταξίδι στο Μεξικό, το πορσελάνινο καλογεράκι που αγόρασα από μια υπαίθρια αγορά στην Ολλανδία και που μετά εξελίχθηκε σε μια μεγάλη συλλογή, μια βυζαντινή εικόνα της Αγίας Παρασκευής που ανακάλυψα στην Πρίγκηπο.
Με τον Walter Wallace, προτομή του οποίου κοσμεί το σαλόνι σου, τι σε συνδέει;
Η προτομή έγινε από τον γλύπτη Walter Wallace και είναι δώρο ενός πολύ καλού φίλου. Στη ζωή μου ευτύχησα να έχω εξαιρετικούς φίλους που με στήριξαν και ειδικά στα δύσκολα.
Ποιο είναι το πιο πολύτιμο αντικείμενο που έχεις και δεν εννοώ από οικονομικής αξίας;
Σίγουρα η οικονομική αξία δεν καθορίζει τη σημασία των αντικειμένων. Θα έλεγα πως είναι ένα μικρό μπουκαλάκι με χώμα από τον τάφο της γιαγιάς μου στην κατεχόμενη Άχνα που μου έφερε μια φίλη όταν οι γυναίκες κατάφεραν και μπήκαν στα κατεχόμενα πριν πάρα πολλά χρόνια.

Και ποιο είναι το πιο παλιό, χρονολογικά, αντικείμενο;
Δυσκολεύομαι να το προσδιορίσω. Υπάρχουν πολλά παλιά αντικείμενα…
Στο χώρο σου υπάρχει έντονο και το εκκλησιαστικό στοιχείο. Ως έργο Τέχνης ή ένεκα μιας άλλης σχέσης;
Μου αρέσει πολύ η εκκλησιαστική τέχνη. Σε αυτήν ενυπάρχει μια έντονη θεατρικότητα που με γοητεύει. Μου αρέσει πολύ η τελετουργική πλευρά των αντικειμένων…
Επίσης βλέπει κανείς πολλά έργα -κάποια είναι και δικά σου πορτρέτα- γνωστών, κορυφαίων ζωγράφων -Ελλήνων και ξένων. Ποιους απ’ αυτούς έχεις γνωρίσει προσωπικά;
Έχω γνωρίσει και είμαι φίλος με πολλούς καλλιτέχνες. Η γνωριμία με κάθε έναν από αυτούς ήταν μια ιδιαίτερη εμπειρία. Θυμάμαι τη χαρά του Glyn Hughes όταν τον επισκέφτηκα στο παλιό του στούντιο στη Μάρκου Δράκου, κοντά στην Πύλη Πάφου και αγόρασα ένα υπέροχο έργο που είναι παρεμπιπτόντως και το αγαπημένο μου. Μου διηγήθηκε την ιστορία του που αναφερόταν στη μεταφορά του βαφτιστικού του από την Αμμόχωστο στη Λεμεσό κατά την εισβολή του 1974. Όντας Αμμοχωστιανός αισθάνθηκα πάρα πολύ περίεργα που επέλεξα αυτό το συγκεκριμένο έργο χωρίς να ξέρω την ιστορία του.

Αλήθεια, αισθάνεσαι περισσότερο Λεμεσιανός ή Λευκωσιάτης; Ή μήπως αποκλειστικά Αμμοχωστιανός;
Έχω ζήσει 14 χρόνια στην Αμμόχωστο, 14 στη Λεμεσό (και στις πόλεις που σπούδαζα στο εξωτερικό) και πάνω από 25 στη Λευκωσία. Είμαι ένας Βαρωσιώτης που αγαπά εξίσου τόσο τη Λεμεσό όσο και τη Λευκωσία!
Αν δεν κάνω λάθος, έχεις μόνο έναν αδελφό, οι ασχολίες του οποίου είναι εντελώς διαφορετικές από τις δικές σου… Ποιος έμοιασε περισσότερο στους γονείς σας;
Ο Αντώνης είναι διπλωμάτης, αυτό τον καιρό είναι ο πρέσβης μας στη Μαδρίτη. Νομίζω πως και οι δύο μας πήραμε πολλά από τους γονείς μας: τόσο από τον Ανδρέα, τον πατέρα μας, που χάσαμε νωρίς, όσο και από την Αιμιλιάνα, τη μητέρα μας, που αγωνίστηκε σκληρά για να μας στηρίξει.
Λέγαμε στην αρχή πως μου δίνεις την εικόνα του ανθρώπου που δουλεύει ασταμάτητα. Αλλά συνάμα -θα πρόσθετα- και του ανθρώπου που αγαπά την «καλή ζωή», τα ταξίδια, τα προσεγμένα εστιατόρια με καλό φαγητό… Όντως; Ποιες απολαύσεις προσφέρεις στον εαυτό σου;
Η ώρα του βραδινού φαγητού είναι απόλυτα ιερή. Μετά από την ένταση της μέρας, φαγητό και καλό κρασί σε αγαπημένο εστιατόριο είναι εκ των ων ουκ άνευ. Θα έλεγα πως είναι πλέον η μόνη σταθερή πολυτέλεια που προσφέρω στον εαυτό μου. Λόγω των πολλών ασχολιών δεν θα έλεγα πως ταξιδεύω τόσο συχνά όσο παλιά. Οι αυγουστιάτικες διακοπές είναι όμως πάντα απαραίτητες.

Απ’ όσα είδες στη ζωή σου, τι θα συνιστούσες ανεπιφύλακτα σε κάποιον να δει;
Παντού υπάρχουν πράγματα να δει κανείς κι όχι μόνο με τα μάτια. Από τα πιο ταπεινά στα πιο μεγάλα. Φτάνει να έχουμε σε εγρήγορση όλες τις αισθήσεις μας.
Και ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα που άκουσαν τ’ αφτιά σου;
Άσε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους…
Αν έπρεπε πάνω από τη ζωή σου να έβαζες ένα μότο, ποιο θα ήταν αυτό;
Je suis responsable de ma rose («Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου») από τον Μικρό Πρίγκιπα του Antoine de Saint-Exupéry.
Επιμέλεια: Άννα Αποστόλου

