Η περιπετειώδης ζωή της γυναίκας που κάποτε ήταν σύμβολο κατά της κατοχής. Πού ζει και πώς αισθάνεται σήμερα;
Του Θανάση Φωτίου
Την πρώτη φορά που την είδα, ήταν Γενάρης του 1996. Την είχαν φέρει ειδικά για να την βραβεύσουν. «Ελληνίδα της Χρονιάς»! Κρατούσε, θυμάμαι, λίγα ματσικόριδα στο χέρι και μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση που όση ώρα μιλούσε τα μάτια της ήταν βουρκωμένα και η φωνή της τρεμάμενη. Συχνά δε η ομιλία της διακοπτόταν από λυγμούς.
Εννοείται πως τότε ήταν μια γυναίκα σύμβολο. Μια σύγχρονη ηρωίδα. Στα σχολεία τα παιδιά έγραφαν εκθέσεις για τον αγώνα της. Οι κυβερνήσεις την πρόβαλλαν και την χρησιμοποιούσαν στις προεκλογικές υποσχέσεις τους. Σωματεία και ιδιώτες την βράβευαν. Στην ίδια, ωστόσο, οι βραβεύσεις μόνο λύπη προξενούσαν. «…Γιατί εμείς περιμένουμε από εσάς, ενώ εσείς… Γιατί εμείς μείναμε εκεί για να διεκδικήσετε εσείς, ενώ εσείς… Γιατί εμείς, κρατηθήκαμε για να προβάλετε τα δίκαιά μας εσείς, ενώ εσείς…».
Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα της, ο λόγος της ήταν ράπισμα. Ράπισμα σε όλους εμάς που βολευτήκαμε, σε όλους εμάς που κάναμε τον αγώνα επάγγελμα και πάνω στις πλάτες τους χτίσαμε καριέρες, πολιτικές ή άλλως πώς… Και όσο αυτή απευθυνόταν σε μας, λέγοντας: «Tι έχεις ως άνθρωπος εκεί; Μήπως την οικογένειά σου; Μήπως τους δικούς σου; Μήπως το σπίτι σου; Μήπως την περιουσία σου; Μήπως την αξιοπρέπειά σου; Κάθε μας στιγμή είναι μια πληγή…», εμείς, συγκινημένοι (τάχατες) κάναμε πως (τάχατες) καταλαβαίναμε.

Ένα χρόνο αργότερα -το 1997- αρρώστησε. Ο Κληρίδης την έφερε στις ελεύθερες περιοχές και της υποσχέθηκε ότι θα φρόντιζε προσωπικά να επιστρέψει πίσω στο σπίτι της. Τα είχαν συμφωνήσει, της είπαν, μαζί με τον Ντενκτάς. Σιγά να μην. Θυμάται την ημερομηνία σαν να είναι σήμερα. 26 Μαΐου του 1997. Όταν ένας αξιωματούχος την επισκέφτηκε την επομένη στο νοσοκομείο και της είπε, «μέχρι το Σεπτέμβρη, που θα επιστρέψεις πίσω…» κατάλαβε. «Ελένη, την πάτησες», ψιθύρισε.
Έκτοτε, προσπάθησε πολλές φορές να επιστρέψει στο χωριό της και στο σχολείο της. Μάταια. Το κατοχικό καθεστώς απαιτούσε την έκδοση ταυτότητας του ψευδοκράτους. Δέχθηκε επιθέσεις. Υπέστη μικροτραυματισμούς. Εκδιώχθηκε από το οδόφραγμα διά της βίας. Για την ίδια, όλο αυτό ισοδυναμούσε με θάνατο. Η κυβέρνηση σιγά- σιγά την περιθωριοποίησε και στη συνέχεια την ξέχασε. Η φωνή της είχε αρχίσει να τους γίνεται ενοχλητική. Στα σχολεία τα παιδιά σταδιακά έπαψαν να γράφουν εκθέσεις για τον αγώνα της. Οι καλοπερασάκηδες σταμάτησαν να την βραβεύουν. Και άρχισαν να κάνουν χιούμορ με το… μουστάκι της. Η ξεδιαντροπιά, βλέπετε, του ωχαδερφισμού. Τι κι αν την είχαν επηρεάσει τα φάρμακα, οι κορτιζόνες… Εμείς την θέλαμε με χαλάουα. Μια γυναίκα που έζησε εγκλωβισμένη τριάντα χρόνια σ’ ένα ερειπωμένο χωριό…
Κατά διαστήματα την χρησιμοποίησαν διάφοροι στις «ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές». Και την χρησιμοποίησαν και την εκμεταλλεύτηκαν. Κάποιοι δεν δίστασαν, για δικό τους όφελος, να την περιφέρουν σαν έκθεμα σε διάφορες εκδηλώσεις. Να την τραβολογούν στα οδοφράγματα, να την στήνουν σαν πανό στις «εκδηλώσεις διαμαρτυρίας». Μέχρι που σιγά σιγά η μπογιά της ξέβαψε. Δεν τους χρησίμευε άλλο πια και την ξέχασαν ακόμα κι αυτοί.
Την είχα δει ξανά το 2006, αν δεν κάνω λάθος. Οκτώ και τριάντα το βράδυ, στο δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1. Μιλούσε με σεμνότητα και ταπεινότητα όπως πάντα. Ο λόγος της σχεδόν παρακλητικός. Ούτε κατηγορούσε, ούτε κατάγγελλε κανένα. Ζητούσε από την κυβέρνηση να της παραχωρήσει -αν μπορεί- ένα καλύτερο σπίτι να μείνει. Αν μπορεί, έλεγε. Αυτό στο οποίο διέμενε χωρούσε όλο κι όλο ένα κρεβάτι, μαζί με την κουζίνα. Που λέει ο λόγος, δεύτερο άτομο στον ίδιο χώρο δύσκολο να χωρέσει.
Το 2008, είδα και πάλι το όνομά της στις εφημερίδες. «Η Ελένη Φωκά νίκησε την Τουρκία», έγραψαν. Είχε προσφύγει το 1995 καταγγέλλοντας σωρεία παραβιάσεων που αφορούσαν την κακομεταχείρισή της αλλά και την κλοπή προσωπικών της αντικειμένων, όταν προσπάθησε να μεταβεί από τις ελεύθερες περιοχές στο χωριό της, την Αγία Τριάδα. Το ΕΔΑΔ ασχολήθηκε τελικά μόνο με το άρθρο 10 που αφορά το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και επιδίκασε αποζημίωση… 300 ευρώ (!) για τα κλαπέντα αντικείμενα. Αυθόρμητα πήρα το τηλέφωνο και την κάλεσα. Η χροιά της φωνής της εξακολουθούσε να κουβαλά (ή να προκαλεί) την ίδια συγκίνηση. Τη ρώτησα για το σπίτι που ζητούσε. Τους πήρε ενάμιση χρόνο να της βρουν άλλο, μου εξήγησε. Χρειάστηκε να αλλάξει τρεις δικηγόρους για να υπάρξει «ευαισθητοποίηση». Είχε μπει στο «καινούριο» μόλις πριν από ένα μήνα. Ενός δωματίου κι αυτό. Μόνο που αυτή τη φορά ο υπουργός φάνηκε… γενναιόδωρος. Σήκωσε το βάρος της… πολεοδομικής παρέκκλισης. Και ανέλαβε την ευθύνη ώστε να της φτιάξουν -«υπό τύπο γκαράζ» της είπαν- ένα έξτρα δωμάτιο. Ναι, «υπό τύπο γκαράζ». Γι’ αυτό και η πόρτα του είναι μεγάλη για να μοιάζει με γκαράζ. Ο λόγος της τότε, ήταν διαφορετικός. Ήταν βαθιά πικραμένος. Της πήρε χρόνια να καταλάβει αλλά τελικά κατάλαβε. Ότι αυτό το κράτος -το τάχατες έννομο και ευρωπαϊκό- την έστυψε σαν λεμονόκουπα και μετά την πέταξε.

Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε. Προ ημερών σήκωσα ξανά το τηλέφωνο. Μέρες που είναι του Ιούλη, να ’ρθω αύριο το πρωί να σας δω και να πιούμε καφέ; Πήγα. Κοντέας, αριθμός 32. Μόνο τα καλά να γράψεις, μου ζητά, κι ας μου εκφράζει τα παράπονά της. Δεν της αρέσει να παραπονιέται, ούτε να παρακαλεί. Ποτέ δεν παρακάλεσε, άλλωστε. Ούτε καταδέχτηκε να πάρει βοήθεια από πουθενά. Ακόμα και μια φορά που ο αρχιεπίσκοπος της είχε δώσει 200 ευρώ, του τα επέστρεψε πίσω.
-Σας λείπει το χωριό σας –ρώτησα αφελώς.
-«Το ρωτάς; Ήμουν εκεί, αγνάντευα το βουνό και τη θάλασσα και έλεγα, πού μπορώ να σ’ αφήσω, χωριό μου; Πόσο μάλλον τώρα που είμαι μακριά».
-Δεν θέλετε να πάτε;
-Γιατί να πάω; Για να δω το σπίτι μου που χάλασε; Να πάω και να μην μπορώ να μείνω; Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, μου είχαν πει. Ακόμα, δηλαδή, απαιτούν έκδοση ταυτότητας».
– Με τα παιδιά, τους μαθητές σας, έχετε επαφή;
-«Όχι και είναι το μόνο μου παράπονο. Συγνώμη που το λέω. Καμιά φορά σκέφτομαι, άραγε να ήμουν τόσο κακή δασκάλα; Βέβαια, καταλαβαίνω, τα παιδιά μεγαλώνουν, τραβούν το δρόμο τους, δεν ξέρεις τι κουβαλούν κι αυτά, αν η ζωή τους είναι δύσκολη ή ρόδινη…».
-Πώς τα βγάζετε σήμερα πέρα; «Με τη σύνταξή μου. Δεν είμαι ούτε απαιτητική, ούτε κοσμογύριστη. Όπως έλεγε κι ένας θείος μου, αστειευόμενος, “στην ηλικία μας δεν έχουμε δόντια, τρώμε λιγότερο”».
-Τι γεύση σας άφησε όλη αυτή η κατάσταση;
-Ένιωσα αγάπη από τον κόσμο, αλλά αισθάνθηκα παρείσακτη από την πολιτεία… Αλλά, περασμένα ξεχασμένα. Μόνο τα καλά θέλω να γράψεις».
Δεν της το υποσχέθηκα.

