Η σημαντική ελληνίδα σχεδιάστρια γυρνάει στα παλιά, αναλύει τα τρέχοντα και ονειρεύεται τα μελλοντικά, λίγο πριν μια μεγάλη γιορτή τιμήσει τη μακρά και επιτυχημένη παρουσία της στην ελληνική μόδα.
Της Μελίνας Κολιτσοπούλου
Λουκία. Ένα όνομα, σαράντα χρόνια ιστορίας και ισχυρής παρουσίας στην ελληνική μόδα. Σε μια αφοπλιστική συζήτηση, με αφορμή την επέτειο των 40 χρόνων της στη μόδα και τις εκδηλώσεις με τις οποίες θα τη γιορτάσει, η σχεδιάστρια μας αποκαλύπτει γιατί δεν αποδέχεται το χαρακτηρισμό «δημιουργός» και γιατί δεν υπάρχει haute couture στην Ελλάδα, θυμάται τα πρώτα της βήματα και μιλά για τη συνέχεια του ατελιέ της.
Τι θυμάστε πιο έντονα από τα πρώτα σας βήματα;
Από την εποχή που ξεκίνησα αυτό που θυμάμαι πιο έντονα ήταν η απόρριψη. Το χαρακτηριστικό των ρούχων μου είναι ότι ανακατεύω τα υφάσματα, τις ποιότητες και τους εμφυσώ, αν θέλετε, μια έντονη θεατρικότητα, σε μια προσπάθεια να μεταφέρω λίγη από τη μαγεία του θεάτρου στην καθημερινότητά μας. Στο ξεκίνημά μου αυτό δεν έγινε αποδεκτό εύκολα. Έρχονταν στο ατελιέ κυρίες που έβλεπαν τα ρούχα, γελούσαν και έφευγαν. Ήταν απορριπτική η στάση τους.

Ήταν κάτι έξω από το mainstream της εποχής;
Ναι, και χρειάστηκε να παλέψω πολύ. Κι αυτό που θα πω τώρα, το έχω πει πολλές φορές, αλλά της οφείλω την αναγνώριση. Ήταν η Κατερίνα Τερζοπούλου που ήρθε εδώ, είδε κάποια παλτά που είχα φτιάξει, της άρεσαν, τα πήρε, τα φωτογράφισε κι αυτό στάθηκε η αρχή του παραμυθιού. Εγώ όλο αυτό το βλέπω σαν παραμύθι. Ούτε που ξέρω πώς πέρασαν αυτά τα 40 χρόνια. Μου το λένε τώρα και το συζητάμε με τον Γιάννη Λαγκώνα, ο οποίος διοργανώνει όλη αυτή τη γιορτή με την Plus More 3600 Communication, και λέω: «Πέρασαν 40 χρόνια; Πώς είναι δυνατόν; Μεγάλωσα τόσο πολύ;». Δε μ’ αρέσει η ιδέα. Για να είμαι ακριβής, από τη μια μ’ αρέσει όλη αυτή η φασαρία, από την άλλη όχι, γιατί συνειδητοποιώ ότι μεγάλωσα.
Ωραίο παραμύθι.
Ναι, με χαρές και λύπες. Χάρη στο πείσμα μου κατάφερα να επιβιώσω αυτά τα 40 χρόνια.

Θέλατε πάντα ν’ ασχοληθείτε με τη μόδα;
Ήθελα ν’ ασχοληθώ με πολλά. Μ’ αρέσει το θέατρο, η εσωτερική διακόσμηση, ο χορός. Το όνειρό μου όταν ήμουν παιδάκι ήταν να γίνω χορεύτρια. Αυτό το ξέχασα νωρίς, γιατί η μητέρα μου άκουγε χορό και ανατρίχιαζε. Εκείνη την εποχή οι χορεύτριες συνοδεύονταν από αρνητικούς χαρακτηρισμούς. Αλλά η αγάπη μου για το χορό παραμένει άσβεστη. Μπορώ να θυσιάσω κάτι ή να ταξιδέψω για να δω μια παράσταση χορού που μ’ ενδιαφέρει. Παράλληλα, μ’ άρεσε και μ’ αρέσει η αίσθηση του να κρατάς ένα ύφασμα και να παίζεις μ’ αυτό, να συναντιέται μ’ ένα άλλο ύφασμα, να δεις τι αποτέλεσμα θα βγάλεις. Αυτή είναι μια μαγική στιγμή για μένα, η «συνάντηση» των υφασμάτων. Και δε μ’ αρέσουν μόνο τα πολυτελή υφάσματα ή μόνο οι δαντέλες. Λένε «η ρομαντική Λουκία». Εγώ δεν πιστεύω ότι είναι τόσο ρομαντικά τα ρούχα που φτιάχνω. Συνδυάζω τσόχες με μουσελίνες και δαντέλες. Η τσόχα δεν είναι ρομαντικό ύφασμα, είναι σκληρό. Αν κάτι, λοιπόν, έχω καταφέρει, είναι αυτός ο συνδυασμός – το τουλπάνι με την τσόχα, η δαντέλα με το καραβόπανο… Το να τα ενώνεις όλα αυτά είναι για μένα το ενδιαφέρον, κι αν έκανα κάτι στο χώρο της μόδας ήταν αυτό.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η αγάπη σας για τις τέχνες καθόρισε την αισθητική σας;
Η αγάπη μου για τις τέχνες με ακολουθεί από πολύ μικρή. Το πάθος μου είναι να βλέπω. Εκθέσεις ζωγραφικής, κινηματογράφο, να πηγαίνω στο Μοναστηράκι και να παρατηρώ διάφορα πράγματα. «Βγάζω» κάτι από εκεί όπου για άλλους δεν υπάρχει τίποτα. Αγαπώ όλες τις τέχνες. Και από τη μουσική μπορώ να «βγάλω» κάτι. Και από το διάβασμα, από τις περιγραφές των συγγραφέων. Ένα ρούχο που φορούσε, για παράδειγμα, μια ηρωίδα του Τολστόι. Διαβάζω και φτιάχνω τη δική μου εικόνα, λειτουργώντας σουρεαλιστικά. Γι’ αυτό, όταν συναντώ νέα παιδιά, τους λέω να βλέπουν όσα περισσότερα μπορούν. Και, φυσικά, να ενημερώνονται για τη μόδα. Αν δεν είσαι μέσα στις τάσεις, δε θα πουλήσεις. Να ενημερώνονται, αλλά να ξέρουν και την ιστορία της μόδας. Τι έγινε τον 16ο, τον 17ο αιώνα… Όλα έχουν μνήμη. Δεν μπορείς να πας μπροστά αν δε γνωρίζεις την ιστορία της μόδας. Όλα έχουν γίνει. Δεν είμαστε δημιουργοί. Τινάζουμε τη σκόνη και βγάζουμε δικά μας πράγματα. Εγώ ποτέ δεν είπα ότι είμαι δημιουργός. Το πολύ-πολύ που μπορούμε να πούμε είναι ότι αναδημιουργούμε. Λίγο κάτω τη μύτη και περισσότερες γνώσεις. Αυτή είναι η συμβουλή μου.


Πραγματικά πρωτοποριακούς σχεδιαστές σε παγκόσμιο επίπεδο ποιους θεωρείτε;
Τον Αλεξάντερ Μακουίν. Θεωρώ ότι αυτός ο άνθρωπος, έχοντας μνήμες, άγγιξε το σημείο που να μπορεί να τον πει κανείς δημιουργό. Η Σανέλ επίσης, αλλά μιλώ για πιο σύγχρονο σχεδιαστή, αν και η Σανέλ παραμένει σύγχρονη.
Η ελληνική μόδα πώς λειτουργούσε στα πρώτα σας χρόνια;
Δεν υπήρχε ελληνική μόδα. Ο Μπίλι Μπο, του οποίου η ομορφιά σε καθήλωνε, έκανε κάτι πολύ έξυπνο. Αντέγραφε πράγματα και έκανε το όνειρο των παιδιών πραγματικότητα, γιατί μπορούσαν ν’ αγοράσουν στο κατάστημά του αυτά που έβλεπαν στα περιοδικά. Ήταν σπουδαίο για την εποχή αυτό το νεανικό pret-a-porter. Κατά τα άλλα, υπήρχαν υπέροχες μοδίστρες.
Ξεχωρίζετε κάποιον Έλληνα σχεδιαστή;
Τον Γιάννη Τσεκλένη. Είναι μια περσόνα, μια προσωπικότητα απίστευτη. Όταν βρέθηκα στη Νέα Υόρκη την εποχή της ακμής του, έβλεπα την 5η Λεωφόρο γεμάτη χρώματα και ήταν του Τσεκλένη τα χρώματα. Ήταν απίστευτος σχεδιαστής υφασμάτων, με prints πρωτότυπα αλλά και με μνήμη.


Η σημερινή εποχή πώς σας φαίνεται; Δίνει περισσότερες ευκαιρίες σ’ ένα νέο σχεδιαστή;
Μέχρι ενός σημείου. Ο σχεδιαστής πρέπει να τα δει όλα, αλλά παράλληλα ν’ απομονωθεί για να βρει τη δική του φωνή.
Είπατε ότι η Κατερίνα Τερζοπούλου σας άνοιξε μια μεγάλη πόρτα.
Ναι, γιατί η «Γυναίκα» ήταν τότε το καλύτερο περιοδικό και από εκεί έγινα γνωστή.
Αυτή ήταν μια πόρτα. Πρώτη σας επιτυχία ποια θεωρείτε;
Όταν μπήκαν ρούχα μου στο Harrods, στο Λονδίνο, πριν από 35 χρόνια περίπου. Μια φίλη που ζούσε στο Λονδίνο είχε πάρει μαζί της ρούχα μου και τα δειγμάτισε στο Harrods. Κι ένα πρωί έβγαλε το σκύλο της βόλτα και είδε τις κάτω βιτρίνες γεμάτες από τα ρούχα και το όνομά μου – Loukia. Εκεί ήταν και η πρώτη μου απογοήτευση. Μου έδωσαν μια τεράστια παραγγελία, αλλά δεν είχα χρήματα. Είχα ανοίξει το ατελιέ με ελάχιστα χρήματα. Χτύπησα πόρτες παντού. Ακόμη και στο κράτος, γιατί θα έφερνα χρήματα. Δε με βοήθησε κανείς. Αυτό, βέβαια, έχει συμβεί σε πολλούς Έλληνες. Άλλη μεγάλη τύχη ήταν ότι γνώρισα τη Μελίνα Μερκούρη. Πέραν του ότι της έκανα τα κοστούμια για το ρόλο της Αλεξάνδρα Ντε Λάγκο στο «Γλυκό Πουλί της Νιότης», με εμπιστεύτηκε για τα βραδινά της. Από εκεί και μετά νομίζω ότι έγινε πολύ γνωστό το όνομά μου κι άρχισαν να έρχονται γυναίκες στο ατελιέ που έντυνε τη Μελίνα.
Ανάμεσα στην αδελφική της φίλη, Κάτια Δανδουλάκη, και τη Βούλα Ζουμπουλάκη.
Πότε νιώσατε ότι τα έχετε καταφέρει;
Ποτέ. Ούτε και τώρα που μιλάμε.
Η μόδα είναι φευγαλέα, έρχεται και παρέρχεται. Σαράντα χρόνια, όμως, πιάνετε τον παλμό της.
Και οι φίλοι μου απορούν πώς καταφέρνω να είμαι μέσα στις τάσεις. Δεν ξέρω να απαντήσω. Είναι κάτι που το πιάνεις στον αέρα. Η μόδα έχει την ομορφιά του εφήμερου. Είναι κάτι που μ’ αρέσει πολύ.
Ιδιαίτερα δεμένη υπήρξε η Λουκία με τη Δέσπω Διαμαντίδου.
Έχετε αντιμετωπίσει ποτέ σοβαρή κάμψη;
Φυσικά. Ειδικά αυτή την εποχή, όσοι ασχολούμαστε με τη μόδα με το ζόρι επιβιώνουμε. Έχουμε και τη λόξα ότι πρέπει να κάνουμε το καλύτερο, να έχουμε τα καλύτερα υφάσματα. Θα εξαφανιστούμε, ίσως, σε λίγο. Είναι το πρώτο που κόβουν οι γυναίκες. Είδος πολυτελείας. Εγώ θα προσπαθήσω να διαφοροποιηθώ στη νέα μου κολεξιόν. Να βγάλω πιο φορέσιμα ρούχα. Αλλά το θέμα μου είναι ότι πρέπει ν’ αφήνω το μυαλό μου να ταξιδεύει. Θα μου πεις, εδώ καράβια πνίγονται… Ναι, το καταλαβαίνω, αλλά αυτό είναι το δικό μου καράβι, η ζωή μου. Δεν είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζω κάμψη, πολλές φορές συνέβη και από δική μου ευθύνη. Δεν ήθελα ν’ αγοράσω πιο φτηνά υφάσματα ή μπορεί να έπεφτα έξω στην εκτίμησή μου.

Στο χώρο σας συνυπάρχει η ελευθερία με το κατά παραγγελία. Πώς το συνδυάζετε;
Αυτό που λένε ότι κάνουμε haute couture στην Ελλάδα, δεν είναι αλήθεια. Haute couture σημαίνει ότι κάνεις ένα κομμάτι και καταστρέφεις το πατρόν. Στην Ελλάδα υπάρχει το pret-a-porter de luxe. Διότι, όταν έχεις ένα μοντέλο και κάνεις 3-4 ακόμη, παύει να είναι haute couture. Κι εμείς το κάνουμε.
Εξίσου ισχυρή και πολύχρονη είναι η σχέση σας με το θέατρο.
Έχω δουλέψει με πολλούς σκηνοθέτες, αλλά ποτέ σε έργο που δε μου άρεσε. Τα τελευταία χρόνια δουλεύω μόνο με τον Θόδωρο Τερζόπουλο. Έχουμε μια τέτοια σχέση, που δε θέλω να δουλέψω με άλλο σκηνοθέτη. Γιατί μπορώ να μπω στη σκέψη του και να κάνω ακριβώς αυτό που θέλει. Και με γοητεύει αυτό που κάνει.
Έχετε συνδεθεί ιδιαίτερα και με την Κάτια Δανδουλάκη.
Η Κάτια είναι σαν αδερφή μου, αυτή που δε μου έδωσε ο Θεός. Ασφαλώς και έχουμε δουλέψει μαζί. Όμως, είναι άλλο είδος θεάτρου. Τώρα, αν μου πεις κάνε ένα έργο της Κάτιας, με όλη τη λατρεία που της έχω, νομίζω ότι δεν μπορώ να το κάνω πια.

Η προσωπική ζωή πώς συνδυάζεται με μια απαιτητική καριέρα;
Εκεί είναι τα δύσκολα. Πιστεύω ότι οι γυναίκες που κάνουν καριέρα, αν δεν προσέξουν, τις περιμένει η μοναξιά. Αλλά η μοναξιά είναι επιλογή, δεν είναι κακό πράγμα. Εγώ έκανα ένα γάμο, δεν έκανα παιδιά. Δεν αποκτούν όλες οι γυναίκες παιδιά. Κι αν είσαι άνθρωπος καριέρας, μπορείς να γίνεις καλή μητέρα; Ήταν επιλογή μου. Και τώρα είμαι μόνη μου. Κι αυτό επιλογή μου. Και το απολαμβάνω, δεν μεμψιμοιρώ. Είμαι καλά. Όμως, έχω κάνει μεγάλη επένδυση στους φίλους μου. Αυτοί είναι η οικογένειά μου.
Για ποια εποχή αγαπάτε να σχεδιάζετε;
Μ’ αρέσει ο χειμώνας. Βλέπω τα χειμωνιάτικα ρούχα ως κατασκευές, είναι πιο σύνθετα. Λατρεύω να βλέπω γυναικεία πρόσωπα να βγαίνουν μέσα από καπέλα, κασκόλ, γιακάδες.
Αγαπημένο σας χρώμα και ύφασμα;
Τα μετάξια. Τα κασμιρένια υφάσματα για παλτό. Η τσόχα – μπορείς να κάνεις απίστευτα πράγματα μ’ αυτήν. Και αγαπώ το μαύρο, όλες τις αποχρώσεις του.

Κάποια κολεξιόν σας που ξεχωρίζετε;
Όλες έχουν βγει από μέσα μου. Αλλά πριν από χρόνια είχα κάνει την «Urban Poetry», με ταγέρ και παλτά. Μ’ άρεσε πολύ αυτή η συλλογή.
Σαράντα χρόνια είναι ολόκληρη ζωή. Θα αλλάζατε κάτι;
Νιώθω καλά. Ίσως το μόνο που θα άλλαζα είναι το ότι έχω στεναχωρήσει κάποιους αγαπημένους μου ανθρώπους. Αν μπορούσα να το πάρω πίσω, θα το έκανα. Κι έπειτα από 40 χρόνια, θα ήθελα αυτό το ατελιέ, όταν αποχωρήσω, να μείνει στα χέρια νέων σχεδιαστών, να μην κλείσει. Θα ήθελα να το αφήσω σε δύο-τρία παιδιά που έχω ξεχωρίσει, να τους παραδώσω τον αγώνα που έχω κάνει όλα αυτά τα χρόνια και στα χέρια τους να γεννηθεί κάτι άλλο, κάτι καινούργιο.
Βοηθός φωτογράφου: Ευαγγελία Καρούτσου
Make Up: Freddy Kalobratsos
Hair styling: Zisimos Vrkaoletos
Ευχαριστούμε το «Freddy Make Up Stage», Παλλάδος 24-26, ΑΘήνα, τηλ. 210 3310111, www.freddymakeupstage.gr.

