Καθισμένος οκλαδόν στον καναπέ του διαμερίσματος του, ο Παναγιώτης Σταυρινίδης περιγράφει τον εαυτό του ως πραγματιστή, προσγειωμένο και ονειροπόλο. Ένας ακαδημαϊκός καριέρας, που έχει για συντροφιά τρεις γάτους και διεκδικεί τη δημαρχία της Λευκωσίας. Εκτός από το θράσος που έχει -όπως λέει ο ίδιος- να καταθέτει τις απόψεις του, διαθέτει και το θάρρος να δηλώνει πως μόλις διαπιστώσει ότι έχει γίνει μέρος του κατεστημένου, θα αποχωρήσει από τα κοινά. Και ο δρόμος αυτός, θα είναι χωρίς επιστροφή!
Της Κωνσταντίνας Γεωργίου
Το ότι δεν κατείχατε μέχρι σήμερα οποιοδήποτε πολιτικό αξίωμα, θεωρείτε πως συγκαταλέγεται στα υπέρ ή στα κατά σας;
Κανένα από τα δυο. Αλεξιπτωτιστές, που πέφτουν από τον ουρανό και δίνουν λύσεις σε προβλήματα, νομίζω ότι ούτε υπάρχουν ούτε πρέπει να περιμένουμε πως θα υπάρξουν. Το να κατέχει κανείς για χρόνια δημόσια αξιώματα μπορεί να του κάνει καλό, αλλά και κακό. Προσωπικά, έχω αρκετή εμπειρία σε θέματα διοίκησης. Εργάζομαι στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, έναν αυτοδιοικούμενο οργανισμό, από τους μεγαλύτερους στην Κύπρο. Λαμβάνω μέρος στα συλλογικά όργανα του Πανεπιστημίου, που παίρνουν αποφάσεις για σημαντικά ζητήματα.
Ωστόσο, ορισμένοι, ίσως υποστηρίξουν πως είστε άπειρος για να αναλάβετε έναν τόσο μεγάλο Δήμο, όπως αυτόν της πρωτεύουσας.
Αισθάνομαι μεγάλη αυτοπεποίθηση, βάσει των όσων έχω κάνει μέχρι σήμερα. Έχω ζήσει στο εξωτερικό για επτά χρόνια -πέντε στις Ηνωμένες Πολιτείες και δυο στο Λονδίνο- περνώντας από διάφορα πανεπιστήμια κατά τη διάρκεια των σπουδών μου. Την τελευταία δεκαετία, εργάζομαι -όπως ανάφερα και προηγουμένως- σ’ ένα μεγάλο δημόσιο οργανισμό. Έχω ιδέες και προτάσεις, ενώ παράλληλα διαθέτω το θράσος να τις καταθέτω. Δεν πρέπει η κοινωνία να περιμένει από κάποιον να βγει στη σύνταξη για να διεκδικήσει έναν δημόσιο ρόλο, αλλά να το πράξει όσο είναι νέος και ενεργός.
Στην εξαγγελία της υποψηφιότητάς σας, έχετε δηλώσει πως αντιμετωπίζετε με δόση κυνισμού τους πολιτικούς να κηρύττουν, παρά να μιλάνε ως πολίτες που ζουν στην κοινωνία. Πώς σκοπεύετε να πείσετε τον κόσμο ότι εσείς διαφέρετε;
Καταρχήν, με το να έχω καθημερινή και ουσιαστική επικοινωνία μαζί του. Δεν έρχομαι ούτε σαν Μεσσίας, ούτε σαν κάποιος που έχει απαντήσεις σε όλα τα προβλήματα. Έρχομαι ως ένας πολίτης της κοινωνίας, για την κοινωνία των πολιτών. Οι δράσεις και οι ενέργειές μου, έχουν το στοιχείο της συμμετοχικότητας.
Δεν φοβάστε μη σας «απορροφήσει» κι εσάς το σύστημα;
Με προβληματίζει πάρα πολύ. Έχοντας κάνει την ενδοσκόπησή μου, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως πρώτα απ’ όλα είμαι ένας ακαδημαϊκός καριέρας και όχι ένας πολιτικός καριέρας. Μόλις διαπιστώσω πως έχω γίνει ένα με αυτό που θέλω να αλλάξω, θα αποχωρήσω από τα κοινά. Και δεν θα επιστρέψω.
Έχω την αίσθηση πως αντιμετωπίζετε την πολιτική με μια δόση ρομαντισμού. Ισχύει;
Νομίζω, υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στον ρομαντισμό της πολιτικής και τον πραγματισμό της ορθολογικής σκέψης. Η κατάρτισή μου, με οδηγεί στην ορθολογική σκέψη σε ό,τι αφορά τη διαδικασία λήψης οποιασδήποτε απόφασης. Από την άλλη, το να υπάρχει μια δόση ρομαντισμού στην πολιτική, υπό την έννοια ενός οράματος, το οποίο να εμπνεύσει τον κόσμο, είναι απαραίτητο και αναγκαίο. Ειδικά στις μέρες της απαξίωσης που διανύουμε.
Στην εξαγγελία σας, ζητάτε από τον κάθε δημότη της Λευκωσίας να βάλει μαζί σας τις δικές του πινελιές στον καμβά της πόλης. Πώς φαντάζεστε αυτόν τον καμβά;
Μια Λευκωσία, ομορφότερη και προσβάσιμη σε όλους. Να μην είναι δύο ταχυτήτων και να δίνει το ερέθισμα στους πολίτες να βγουν από το σπίτι τους. Να υπάρχουν περισσότεροι χώροι πρασίνου, καθαροί δρόμοι και περισσότερες ευκαιρίες για δραστηριοποίηση γύρω από τον πολιτισμό. Άσβεστη επιθυμία μου, είναι να δω την πόλη μας επανενωμένη. Ακόμη ένα στοιχείο που θέλω να προσθέσω, είναι αυτό της αποτελεσματικότητας, το οποίο χαρακτηρίζει εμάς τους επιστήμονες. Στο εξωτερικό, όπου ζούσα, έχω δει να κτίζονται ουρανοξύστες μέσα σε μερικούς μήνες, ενώ εδώ υπάρχουν εργοτάξια, ακόμη και για μικρής εμβέλειας έργα, τα οποία κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει πότε θα ολοκληρωθούν.

Γεννηθήκατε σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη πολιτικά περίοδο, έξι μήνες πριν την εισβολή. Ποιες αναμνήσεις έχετε από εκείνα τα χρόνια;
Το παιχνίδι στις αλάνες. Βάζαμε δυο πέτρες στη μια πλευρά και δυο στην άλλη, και γινόταν το Μαρακανά του Καϊμακλίου. Τα ατέλειωτα καλοκαίρια της ελευθερίας, όπου περπατούσαμε στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ. Όταν είσαι παιδί, ακόμη κι αν βολτάρεις με το ποδήλατο δίπλα από την Πράσινη Γραμμή και πέφτεις πάνω στα βαρέλια και τα οχυρωματικά έργα, όλα γίνονται μέρος του παιχνιδιού. Υπήρχε, όμως, μονίμως μια απορία τι υπήρχε πίσω από το συρματόπλεγμα και πίσω από το βουνό, αντικρίζοντας τον Πενταδάχτυλο. Ήταν ένας άλλος «πλανήτης», τον οποίο μπορούσες να προσεγγίσεις μόνο στη φαντασία σου.
Στη δική σας φαντασία, πώς έμοιαζε;
Ανάλογα με την εποχή. Υπήρχαν φορές που τον φανταζόμουν σαν τον ομορφότερο τόπο του κόσμου και άλλες -ακούγοντας τις διηγήσεις των παλαιότερων για την περίοδο των ταραχών και της εισβολής- σαν ένα πολύ τρομακτικό μέρος.
Γιατί επιλέξατε τον δρόμο της ψυχολογίας;
Κατά την περίοδο της στρατιωτικής μου θητείας, περνώντας αμέτρητες ώρες στη σκοπιά, έκανα την ενδοσκόπησή μου. Ίσως επειδή είμαι εσωστρεφής, παρατηρώντας τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα του κόσμου, προσπαθούσα να τα ερμηνεύσω. Νομίζω, ήταν μοιραίο να αναρωτηθώ ποια επιστήμη θα με βοηθούσε να τα κατανοήσω καλύτερα. Κάπως έτσι, βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, όπου σπούδαζα και εργαζόμουν παράλληλα σε διάφορα εστιατόρια.
Δεν ζήσατε, δηλαδή, ανέμελα φοιτητικά χρόνια.
Δεν είχα κοινωνική ζωή. Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, εργαζόμουν από τις επτά το απόγευμα μέχρι τις επτά το πρωί. Ήταν τέτοια η εξάντληση, που προσπαθούσα τις επόμενες μέρες να μη χάσω επαφή με το Πανεπιστήμιο. Παράλληλα, όμως, ήταν τέτοια η ενέργεια -τόσο λόγω ηλικίας όσο κι επειδή έμενα σε μια μητρόπολη, όπως είναι η Νέα Υόρκη- που «ρουφούσα» την κάθε εμπειρία.
Για ποιο λόγο επιστρέψατε στην Κύπρο, αντί να συνεχίσετε την ακαδημαϊκή σας καριέρα στο εξωτερικό, μιας κι έχετε εργαστεί ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο πανεπιστήμιο Harvard;
Το ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να επιστρέψω στον τόπο μου και να συνεισφέρω στην ανάπτυξή του δημόσιου πανεπιστημίου, ποτέ δεν το είδα ως υποβάθμιση. Αντιθέτως, ήταν μέρος του γενικότερου οράματός μου σε σχέση με όσα ήθελα να κάνω για τη χώρα μου.
Από συγκυρίες ή από επιλογή δεν δημιουργήσατε ακόμη τη δική σας οικογένεια;
Και τα δύο. Η συγκυρία έχει να κάνει με το εάν, κάποια στιγμή, είσαι μ’ έναν άνθρωπο που θέλεις να περάσεις μαζί του το υπόλοιπο της ζωής σου. Η επιλογή με το ότι θέλεις να δημιουργήσεις οικογένεια, όταν αισθανθείς εσύ και η σύντροφός σου πως έφτασε η στιγμή να το πράξετε.
Κατά καιρούς, αρθρογραφείτε για διάφορα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Τελικά, το γράψιμο είναι κι αυτός ένας τρόπος για να «πολεμά» κανείς το κατεστημένο;
Δεν είμαι Δον Κιχώτης. Επιστρέφοντας στην Κύπρο, διαπίστωσα ότι πολλά κοινωνικά ζητήματα αποτελούσαν ταμπού. Όπως η ομοφυλοφιλία, η ευημερία των ζώων, το δικαίωμα της γυναίκας στο ίδιο της το σώμα, η συμβίωση εκτός γάμου, ο ρόλος της εκκλησίας και η εμπλοκή της στη δημόσια σφαίρα. Ακόμη και για το μεγάλο θέμα που μας απασχολεί όλους, η επίλυση του Κυπριακού. Το διάστημα που ξεκίνησα να γράφω, συνέπεσε με τη μεγάλη «έκρηξη» της διαδικτυακής επικοινωνίας. Δεν περίμενα τα κείμενα μου να έχουν ιδιαίτερη απήχηση, αλλά με έκπληξη διαπίστωσα πως δημιουργήθηκε ένα κοινό γύρω από αυτή την αρθογραφία. Κι έτσι συνέχισα. Εξάλλου, ο ακαδημαϊκός είναι εκ φύσεως ένα δημόσιο πρόσωπο. Έχει υποχρέωση να διατυπώνει άποψη για όσα συμβαίνουν γύρω του και όχι να μένει κλεισμένος σ’ ένα εργαστήριο.

