Ένα κλικ ήταν αρκετό για να αποφασίσει να αλλάξει την εμφάνισή του. Ο Άλεξ Παναγή εκτός από τα 30 κιλά που έχασε, έκοψε τις κακές συνήθειες, ενώ έμαθε να σέβεται περισσότερο τον εαυτό του και το σώμα του. Στα 47 του, άλλωστε, αισθάνεται πως δεν έχει χρόνο για χάσιμο.
Της Κωνσταντίνας Γεωργίου
Πώς πήρες την απόφαση να αλλάξεις την εξωτερική σου εμφάνιση;
Τα τελευταία χρόνια, είχα πάρει την ανιούσα στο θέμα των κιλών. Κατά διαστήματα, έβαζα ένα-δυο κιλά, τα οποία όμως δεν έχανα ποτέ. Πέρσι τον Οκτώβριο, όταν ξεκινήσαμε τις πρόβες για τον «Χιονάνθρωπο», μου είχε ζητήσει ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλή, να ανέβω τρία σκαλοπάτια. Μόλις το έκανα, ξαφνικά, αισθάνθηκα σαν να μην μπορούσα να αναπνεύσω. Βλέποντας στη συνέχεια τον εαυτό μου στα βίντεο που είχαμε ετοιμάσει για την παράσταση, έπαθα σοκ. Τόσο καιρό, δεν μπορούσα να αντιληφθώ την πραγματική μου εικόνα. Είχαν πρηστεί τα πόδια μου, με πονούσε η μέση μου, ενώ συνεχώς ένιωθα κουρασμένος. Την ίδια περίοδο, με επισκέφθηκε μια φίλη από το Σαν Φραγκίσκο, η οποία ακλουθούσε μια συγκεκριμένη διατροφή. Οπότε, αποφάσισα να τη δοκιμάσω.
Πόσο δύσκολο ήταν από τη θεωρία στην πράξη;
Προσαρμόστηκα αμέσως. Ευτυχώς, δεν είμαι ιδιαίτερα γλυκατζής, ενώ η διατροφή που ακολουθώ μού επιτρέπει να τρώω εκείνα που μου αρέσουν, κάνοντας και μερικές μικρές ατασθαλίες. Παράλληλα, ξεκίνησα γυμναστική, η οποία μού δίνει κίνητρο.
Εκτός από κιλά, απαλλάχτηκες και από άλλα πράγματα, που σε «βάραιναν»;
Απ’ το τσιγάρο. Το οποίο, βέβαια, ήταν η αρχή του κακού. Στην κηδεία της μητέρας μου, υποσχέθηκα στον πατέρα μου πως θα σταματούσα το κάπνισμα. Εκτός του ότι πήρα απότομα 10 κιλά, είχα νεύρα. Γενικότερα, βρισκόμουν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Είχα φτάσει στο ναδίρ… Με τα κιλά, με την υγεία μου, με τον αυτοσεβασμό. Η κάθαρση, όμως, ξεκίνησε με το κόψιμο του τσιγάρου. Αφήνοντας πίσω τις κακές συνήθειες, αποφάσισα να αλλάξω και τον εαυτό μου σε ορισμένα πράγματα. Γι’ αυτό, πρέπει να ακούμε το σώμα μας όταν μας «μιλά». Εγώ αντί να το «ακούω», του γυρνούσα την πλάτη. Χάνοντας 30 κιλά, κέρδισα 30 «κιλά» άλλα πράγματα. Κατάφερα να γεμίσω την «τρύπα», που είχε μείνει ανοιχτή από διάφορα τραύματα του παρελθόντος.
Τον περασμένο Ιούνιο, είχες τα γενέθλια σου. Κάνοντας έναν σύντομο απολογισμό, ήταν περισσότερες οι χαρές ή οι λύπες, τον τελευταίο χρόνο;
Οι χαρές. Σε επαγγελματικό επίπεδο, αισθάνομαι ευλογημένος που μπορώ να συνθέτω και να ταξιδεύω, κάνοντας vocal coaching. Πρόσφατα, βρέθηκα στη Βιέννη ως vocal director γι’ ένα γερμανικό μιούζικαλ. Συνεργάστηκα με κορυφαίους τραγουδιστές και ηθοποιούς, σε μια μεγάλη και ακριβή παραγωγή. Σε προσωπικό επίπεδο, έχω την υγεία μου, την οικογένεια και τους φίλους μου.

Όσο μεγαλώνεις, πιάνεις τον εαυτό σου να αποκτά παραξενιές και φοβίες;
Φοβίες, όχι. Παραξενιές, πολλές. Αποκτώ διάφορους ψυχαναγκασμούς. Αν δεν είναι στη σειρά ορισμένα πράγματα, δεν μπορώ να χαλαρώσω. Γίνομαι πιο απαιτητικός, τόσο από τον εαυτό μου, όσο και από τους γύρω μου. Έχω γίνει ανυπόμονος, επειδή αισθάνομαι πως δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Νομίζω ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο μου ελάττωμα.
Έχω την αίσθηση ότι είσαι ένας άνθρωπος που επιζητά την αλλαγή. Ισχύει;
Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό μου. Η αλήθεια είναι πως μερικές φορές, καταντά πολύ κουραστικό. Είμαι 47 χρονών και ποτέ δεν είχα μια μόνιμη δουλειά. Οπότε, μπορείς να υπολογίσεις τα υπέρ και τα κατά. Παρόλο που έχω μια τεράστια ελευθερία και μπορώ να ταξιδεύω όποτε θέλω, δεν έχω τη δυνατότητα να επαναπαυτώ. Δεν έχω ποτέ σταθερό εισόδημα. Τη μια βγάζω χρήματα και την άλλη, όχι. Επιπλέον, τα μιούζικαλ που ανεβάζουμε με την Κατερίνα (σημ. Α. Χριστοφίδου) είναι σαν μια μορφή τζόγου. Κανείς δεν ξέρει αν θα πάνε καλά ή όχι. Όλο αυτό, είναι μια μόνιμη πηγή άγχους. Σιγά-σιγά, όμως, καταφέρνω να το αποβάλλω, καθώς έχω αντιληφθεί ότι όλα είναι μέσα στο μυαλό μας.
Έχεις ηρεμήσει, τα τελευταία χρόνια, έχοντας ως βάση την Κύπρο;
Για ένα χρονικό διάστημα, είχα ηρεμήσει. Όταν πέθανε η μητέρα μου, με έπιασαν τάσεις φυγής. Κάνουμε, όμως, τόσο ωραίες παραγωγές με την Κατερίνα -με την οποία έχουμε ιδρύσει τη Silver Spotlight Productions- έτσι αυτή η δημιουργικότητα με κρατάει εδώ. Εξάλλου, το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που έμεινα συνεχόμενα στην Κύπρο, ήταν τρεις μήνες, λόγω των συνεργασιών που έχω στο εξωτερικό (περιλαμβανομένης και της Eurovision). Παρόλα αυτά, βρίσκομαι σε φάση που αισθάνομαι ότι πρέπει να συμβεί κάτι καινούριο για να μείνω, διαφορετικά μού είναι πολύ εύκολο να αλλάξω παραστάσεις.
Ο πατέρας σου –τον οποίο απ’ ό,τι ξέρω φροντίζεις- σού γκρινιάζει που η καθημερινότητά σου δεν έχει ρουτίνα;
Καθόλου. Χαίρεται όταν με βλέπει να δουλεύω, αλλιώς αρχίζει την γκρίνια. Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρός μόλις άκουγα τα βήματά του κατά τις έξι το απόγευμα, έτρεχα να κλείσω την τηλεόραση και να προσποιηθώ ότι μελετούσα. Παρόλο που τέλειωνα το διάβασμα μέχρι τις πέντε, για να μπορέσω να δω τα αγαπημένα μου κινούμενα σχέδια. Με τον τρόπο του, όμως, μου δημιούργησε ενοχές. Ακόμη και σήμερα, με πιάνει δύσπνοια όταν κάθομαι και δεν έχω τίποτα να κάνω.
Τώρα που μεγάλωσες και τον ζεις περισσότερο, πιστεύεις ότι υπήρχαν φορές που τον είχες αδικήσει;
Συνέχεια αισθάνομαι ότι τον αδικώ. Πολλές φορές, χάνω την ψυχραιμία μου μαζί του. Άλλωστε, είναι ο μόνος που ξέρει τόσο καλά να μου «πατά» τα κατάλληλα «κουμπιά», σε συνδυασμό με το ότι έχει μεγαλώσει. Είναι 91 ετών. Η συμβίωση μαζί του είναι μια πρόκληση (γέλια)!
Η πληγή του θανάτου της μητέρας σου, όσο περνάει ο καιρός, πονάει λιγότερο;
Όταν την έχασα, βρισκόμουν σ’ ένα πολύ «σκοτεινό μέρος». Ήμουν συνεχώς μες τα νεύρα. Ειλικρινά, δεν ξέρω πώς με άντεξαν οι φίλοι μου. Ξεπερνώντας αυτή την κατάσταση, έμαθα να είμαι πιο δυνατός. Με τον καιρό, επανέρχονται οι ευτυχισμένες αναμνήσεις. Θυμάμαι τη μητέρα μου, χωρίς τον «μανδύα» του Αλτσχάιμερ. Κι έτσι, η θλίψη γίνεται πιο γλυκιά.
Τι κρατάς ως πολύτιμο φυλαχτό από εκείνην;
Τα υπέροχα γαλάζια μάτια της. Πολύ συχνά, τα βλέπω μπροστά μου.
Εξακολουθείς να κάνεις μαύρες σκέψεις; Παλαιότερα, μου έλεγες ότι φοβόσουν πως μια μέρα θα βρισκόσουν στη θέση της και δεν θα είχες κανέναν να σε φροντίζει.
Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να δημιουργήσω τις κατάλληλες συνθήκες -να αποκτήσω, δηλαδή, την οικονομική ευχέρεια- για να μπορέσω να αρρωστήσω με αξιοπρέπεια.
Σου έχουν μείνει απωθημένα, που δεν έκανες τη solo καριέρα, η οποία, ενδεχομένως, αντιστοιχούσε στο ταλέντο σου;
Στο παρελθόν, το είχα ως απωθημένο. Όταν το σκέφτομαι, όμως, ακόμη δεν ξέρω αν θα μπορούσα να κάνω την καριέρα που θα ήθελα, χωρίς να συμβιβαστώ σε ορισμένα πράγματα. Το ότι βρίσκομαι στα παρασκήνια, μου δίνει περισσότερη δύναμη. Μπορεί να μην έχω την έκθεση που έχουν τα μεγάλα ονόματα της ελληνικής δισκογραφίας, αλλά κάποτε είμαι και μπροστά από τα παρασκήνια. Έτσι, ικανοποιείται η ματαιοδοξία μου.

Είσαι ματαιόδοξος, δηλαδή;
Λίγο-πολύ, όλοι είμαστε. Δεν είναι αυτοσκοπός μου η προβολή. Αλλά, μου αρέσει να αναγνωρίζεται η δουλειά μου. Άλλωστε, κάνουμε παραστάσεις για τον κόσμο. Αν δεν τις δει κανείς, είναι σαν να μην έγιναν. Νιώθω ευλογημένος και τυχερός που προβάλλονται οι παραστάσεις που ανεβάζουμε.
Αισθάνεσαι γεμάτος στα 47 σου χρόνια;
Σε κάποια πράγματα, ναι. Σε σημείο, που μπορεί να «σκάσω». Την προσωπική μου ζωή, όμως, την παραμέλησα εντελώς.
Το μετανιώνεις;
Και ναι, και όχι. Δεν είναι και λίγο να είσαι μόνος σου για 12 χρόνια. Δεν είμαι, όμως, καλός στις σχέσεις. Επειδή μου αρέσει να δίνω, έφερνα τον άλλο σε σημείο να παίρνει συνεχώς, ενώ αυτομάτως, έκλεινε τη «στρόφιγγα» τού να δίνει πίσω σε μένα. Όταν το συνειδητοποιούσα ξαφνικά, σηκωνόμουν κι έφευγα. Με τα χρόνια, μπόρεσα να καταλάβω ότι εγώ δημιουργούσα τις λάθος συνθήκες. Μεγαλώνοντας, μου είναι πιο δύσκολο να κοινωνικοποιηθώ. Δεν είμαι και για πολύ καιρό σ’ ένα μέρος, για να μπορέσω να δημιουργήσω μια όμορφη σχέση.
Για ποιο επίτευγμά σου καμαρώνεις περισσότερο;
Για δυο πολύ διαφορετικά πράγματα. Το ένα, που στάθηκα στο πλευρό της μητέρας μου όταν αρρώστησε. Το ότι βρισκόμουν δίπλα της καθώς ξεψυχούσε, ήταν ό,τι πιο σημαντικό έκανα στη ζωή μου. Το άλλο, είναι η δουλειά των τελευταίων έξι ετών. Από το 2011 μέχρι σήμερα, έγραψα μουσική για οκτώ μιούζικαλ. Δηλαδή, για περισσότερα από 100 τραγούδια, τα οποία κυκλοφόρησαν σε CD. Τόσα χρόνια στην Αθήνα, ένιωθα πως καταπιεζόταν το ταλέντο μου. Τώρα, πια, αισθάνομαι ότι δικαιώθηκε.

