Την περασμένη Δευτέρα, η Όλγα Δημητριάδου απεβίωσε, σε ηλικία 77 ετών. Μια γυναίκα που ποτέ δεν έμεινε στη σκιά του αγαπημένου δημάρχου Λευκωσίας, Λέλλου Δημητριάδη. Αντιθέτως, άφησε το δικό της στίγμα στην εκπαίδευση -οι μαθητές της στο ΑΤΙ μιλάνε για εκείνη με τα καλύτερα λόγια- ενώ ήταν γνωστή και για τη φιλανθρωπική της δράση. Στη μνήμη της, «ξεφυλλίζουμε» στιγμές από τη συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό ΟΜΙΚΡΟΝ, τον Φεβρουάριο του 2001.
Της Κωνσταντίνας Γεωργίου
Φορώντας ένα κίτρινο φόρεμα, με μεγάλα λουλούδια στον ίδιο χρωματισμό, πόζαρε στην αυλή του σπιτιού της, στον φακό του Δημήτρη Βαττή. Ύστερα, άνοιξε την καρδιά της στην Ελένη Ξένου, με τη δημοσιογράφο να επισημαίνει πως η συνομιλήτριά της κατάφερε να την εκπλήξει. Από την αρχή της κουβέντας τους, άλλωστε, της ξεκαθάρισε πως πάντα έλεγε αυτό που σκεφτόταν. Ένα χαρακτηριστικό που όφειλε, όπως υποστήριζε, στον τρόπο που μεγάλωσε. Και κυρίως στη μάνα της. Φυσικό, αν σκεφτείς πως η μητέρα της ήταν η πρώτη κοπέλα που αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Πάφου και μια από τις ελάχιστες την εποχή του ‘30 που έφυγε για σπουδές. Έτσι, ανάθρεψε την κόρη της Όλγα, με μοντέρνες και ψαγμένες ιδέες.

Συχνά της υπογράμμιζε πως έπρεπε να λέει εκείνο που ένιωθε. Σε αντίθεση με τον πατέρα της που προτιμούσε να τα έχει καλά με όλους, καθώς ήταν πιο συντηρητικός και βικτωριανής ιδιοσυγκρασίας. Η επιρροή της μητέρας της στη διαμόρφωση της προσωπικότητας της Όλγα Δημητριάδου, ήταν η πρώτη και ουσιαστική. Στην πορεία, οι σπουδές της στην αγγλική και γαλλική φιλολογία στο Λονδίνο, έπαιξαν εξίσου καθοριστικό ρόλο. Εκεί, συναναστράφηκε με την αφρόκρεμα του Λονδίνου. Παρέμεινε, όμως, προσγειωμένη, κυρίως χάρη στη συγκάτοικο της, η οποία αν και αριστοκρατικής καταγωγής, έπλενε πιάτα και μοίραζε εφημερίδες για να βγάζει το χαρτζιλίκι της. Στο κολέγιο, της έμαθαν πως πρέπει να τολμάς να κάνεις αυτό που θέλεις, αλλά να είσαι πάντα σε θέση να το υποστηρίξεις και να υποστείς τις συνέπειες εάν χρειαστεί. Η φοιτήτρια Όλγα, έκανε τρία χρόνια να επισκεφθεί την Κύπρο. Προτιμούσε να ταξιδεύει στην Ευρώπη και να γνωρίζει νέους κόσμους. Το πρώτο καλοκαίρι που ήρθε στην Κύπρο για να δει τους δικούς της, ήταν καρμικό. Γνώρισε στο Park Hotel τον άντρα της ζωής της: τον Λέλλο Δημητριάδη. Ένας ξάδελφός της, έκανε το κονέ.

Ο Λέλλος εντυπωσιάστηκε από την εξωτερική της εμφάνιση και τις ωραίες της γάμπες, όπως εξομολογήθηκε στον Πιερή Παναγή το 2012, σε συνέντευξή του στο Down Town. Το ειδύλλιο μεταξύ τους, άρχισε να αναπτύσσεται. Η Όλγα, όμως, ποτέ δεν σκέφτηκε να παρατήσει τις σπουδές της, έστω κι αν όλη η Λευκωσία συζητούσε τότε τον δεσμό τους. Έφυγε, λοιπόν, για το Λονδίνο. Λίγο αργότερα, ο αγαπημένος της την ακολούθησε. «Μην τολμήσεις να συναντήσεις τον κ. Δημητριάδη τώρα που έρχεται στο Λονδίνο», της είχε γράψει σ’ ένα γράμμα η μητέρα της. Το γεγονός ότι ακόμη δεν είχε ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Όλγα Δημητριάδου στην Ελένη Ξένου, ήταν ανεπίτρεπτο για την εποχή. Για να υπάρξει σχέση, έπρεπε να υπάρχει η προοπτική γάμου. Εκείνη, όμως, αψήφησε την παράκληση της μάνας της και τον συνάντησε. Οι συμμαθήτριές της στο οικοτροφείο τον αποκαλούσαν: «The boyfriend of the foreigner». Αλλά, ούτε για τον Λέλλο ήταν εύκολα τα πράγματα. Προερχόταν από μια οικογένεια που μόνο η μάνα του είχε παντρευτεί.

Οι εφτά θείοι του δεν θέλησαν να δεσμευτούν μ’ έναν γάμο. «Φοβόμουν να το κάνω. Η γιαγιά μου επέμενε ότι έπρεπε να παντρευτούμε. Να μην κάνω ό,τι και οι θείοι μου. Τελικά παντρευτήκαμε και δεν περάσαμε κι άσχημα. Ήμουν, όμως, δύσκολος. Να σκεφτείς ότι στο πάρτι των αρραβώνων μας δεν πήγα, γιατί είχα ομιλία εκείνη τη μέρα», είχε πει ο Λέλλος Δημητριάδης στη συνέντευξή του στο Down Town. Οι 400 καλεσμένοι που περίμεναν στο Σιαντεκλέρ τον τότε βουλευτή, έμειναν στα κρύα του λουτρού. Μαζί τους και η Όλγα. Η οποία κατάλαβε πως έτσι θα ήταν η ζωή της από εκεί και πέρα μ’ έναν άνδρα που διατηρούσε παράλληλη σχέση με την πολιτική. Παντρεύτηκαν στις 10 Δεκεμβρίου, παγκόσμια μέρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Τώρα ποιος έχασε τα δικαιώματά του και για ποιον, δεν ξέρω. Το αστείο ήταν ότι ο Λέλλος μια βδομάδα πριν τον γάμο έκανε εγχείριση τυφλό και όταν παντρευτήκαμε αναγκάστηκε να φοράει κορσέ στην εκκλησία. Αυτό τον κορσέ, ακόμη τον φυλάει… Το θετικό ήταν ότι ήξερα από την πρώτη στιγμή πως ο καθένας θα είχε τον δικό του χώρο δράσης», είχε αναφέρει η Όλγα Δημητριάδου στην Ελένη Ξένου. Δυο άνθρωποι δραστήριοι. Ο ένας με το δικηγορικό του γραφείο, τη Βουλή και αργότερα το δημαρχείο και η άλλη με τη διδασκαλία.

Για εκείνη το Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο, όπου εργαζόταν ως λέκτορας, υπήρξε το μεγαλύτερο σχολείο. Εκεί μετρούσε τις πιο πολύτιμες εμπειρίες της. Ποτέ της, όμως, δεν πήρε προαγωγή. Κι αυτό γιατί, όπως είχε πει το 2001, ουδέποτε χρησιμοποίησε οποιοδήποτε μέσο προς όφελός της, έστω κι αν αισθανόταν αδικημένη. Με τον Λέλλο Δημητριάδη απέκτησαν δυο γιους, τον Αχιλλέα και τον Κωνσταντίνο. Παράλληλα, η Όλγα Δημητριάδου ήταν πρόεδρος του Σώματος Κυπρίων Οδηγών και της οργάνωσης Cans for Kids, καθώς και μέλος της επιτροπής υποτροφιών Fulbright. Αιώνια «αντίζηλός» της, ήταν η Λευκωσία, στην οποία ο Λέλλος Δημητριάδης διατέλεσε δήμαρχος για 30 χρόνια. «Η Όλγα ζήλευε τη Λευκωσία. Αυτή ήταν η φιλενάδα μου. Περνούσα πολλές ώρες στο γραφείο και ήξερα ότι παραμελούσα εκείνη και τα παιδιά μας. Δούλευα εις βάρος της οικογένειας μας, γι’ αυτό τώρα προσπαθώ να αναπληρώσω με τα εγγόνια μου», δήλωσε ο Λέλλος Δημητριάδης στον Πιερή Παναγή, κάνοντας την αυτοκριτική του. Η κα Δημητριάδου, ωστόσο, σ’ εκείνη τη συνέντευξή της στο Όμικρον και την Ελένη Ξένου, λίγο πριν κλείσει ο κύκλος της δημαρχίας του συζύγου της, έλεγε πως παρόλο που δεν ανακατευόταν στις δουλειές του, φρόντιζε να του μεταφέρει τον παλμό της κοινής γνώμης. Γιατί ήταν λαϊκός άνθρωπος. «Θα πάω στο κομμωτήριο της Καίτης. Θα πεταχτώ το πρωί μέχρι το παντοπωλείο να πιω τον καφέ μου. Θα πάω στον παπουτσή κάτω στη Λήδρας. Θα μπω στο ταξί της γραμμής, για να πάω για μπάνιο στη Λεμεσό. Δεν κλείνομαι στα σαλόνια και στα κοκτέιλ». Γι’ αυτό και είχε τη φήμη της δυναμικής γυναίκας. Μια εικόνα, όμως, που δεν δίστασε να καταρρίψει μπροστά στην Ελένη Ξένου και να παραδεχθεί πως εκείνη, η γυναίκα του δημάρχου, η μητέρα του Αχιλλέα και του Κωνσταντίνου, η λέκτορας του ΑΤΙ, έκρυβε μέσα της μια τεράστια ευαισθησία.

