Ο πρόσφατος θορυβώδης εξοστρακισμός του Στέλιου Χανταμπάκη από το «Survivor», έπειτα από την ετυμηγορία του κοινού, ήταν μια ανάγλυφη απόδειξη ατόφιου τηλεοπτικού αγαπομίσους. Φυσικά δεν ήταν η μόνη, αφού -ως γνωστόν- κάθε τηλεοπτική σεζόν έχει τους ήρωες, μα κυρίως τους αντιήρωές της.
Της Μαρίας Μαρινάκη
Κακά τα ψέματα. Έπειτα από την εκδίωξη του Στέλιου Χανταμπάκη από την ομάδα των «Διασήμων» του τηλεοπτικού reality, η ζωή στον Άγιο Δομίνικο, μα κυρίως στον τηλεοπτικό αντικατοπτρισμό της, δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια. Βεβαίως, όσο κι αν ο φερόμενος ως αρχηγός της κλίκας των κατ’ ευφημισμόν επωνύμων και ενορχηστρωτής του οξύμωρου κινήματος της «άδολης ίντριγκας» λείψει από το τηλεοπτικό κοινό, στην πραγματικότητα το ύφος του τη στιγμή που ο Σάκης Τανιμανίδης ανακοίνωσε την αποχώρησή του καταγράφηκε ως ανεκτίμητη αξία στα χρονικά της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης. Ήταν με άλλα λόγια το καλύτερο αντίβαρο για την αποστέρηση της μηχανορραφίας του.
Πιο παγωμένος κι από τη γυναίκα του Λωτ, ξέρετε, εκείνη που έμεινε στήλη άλατος επειδή έριξε μια κλεφτή ματιά στα Σόδομα και τα Γόμορρα, ο πρώην ποδοσφαιριστής, πρώην μοντέλο και τέως τσικό σε τηλεοπτικές εκπομπές ποικίλης ύλης, πληροφορήθηκε αποσβολωμένος τα νέα της αποχώρησής του, ενώ τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα, θαρρείς σαν καζανάκι-νιαγάρας. Δικαιολογημένα. Δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε εύπεπτο εκεί που θεωρείς πως είσαι τουλάχιστον ο Brandon Walsh στα «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς» να βρίσκεσαι πιο ανεπιθύμητος κι από τη φυσική απόχρωση μαλλιών στο κεφάλι του Donald Trump. Τα ‘χει όμως αυτά το θέαμα. Αν δεν περάσεις τον λιθοβολισμό και τον χλευασμό, πώς θα αγγίξεις στο τέλος της ημέρας την τηλεοπτική αποθέωση;
Ο φίλος μου ο #Sixamenios
Το παραπάνω είναι ένα αξίωμα το οποίο, παρά τα σπασμένα ελληνικά του, έχει κάνει κτήμα του όσο λίγοι ο Μένιος Φουρθιώτης. Οικοδεσπότης της εκπομπής «Αποκαλυπτικά» και του σόου «Star Academy», πάλαι ποτέ μάνατζερ της Τζούλιας Αλεξανδράτου και νυν υψηλόβαθμο στέλεχος του τηλεοπτικού σταθμού Epsilon, ο βραχύσωμος τηλεπαρουσιαστής οφείλει μέρος τουλάχιστον της διασημότητάς του στο παρατσούκλι που επινόησαν για εκείνον οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων. Το hashtag #sixamenios αναδύεται σταθερά σε trending topic του Twitter κάθε που ο Φουρθιώτης, παρέα με τις καλύτερες φίλες του, τις κρέμες αντιγήρανσης που είναι πιο απειλητικές για τις ρυτίδες και το γήρας κι από τις πυρηνικές κεφαλές του Κιμ Γιονγκ Ουν για την κορεατική χερσόνησο, εμφανίζεται στην τηλεόραση. Τιμητής των πάντων ως οφείλει κάθε παρουσιαστής που δεν σέβεται ούτε το κοινό μα ούτε και τον εαυτό του, ο Μένιος Φουρθιώτης τοποθετείται επί παντός επιστητού με θάρρος που στ’ αλήθεια θα φθονούσε ακόμη κι ο Ανδρέας Μικρούτσικος στο απόγειό του, χωρίς φυσικά τις περισσότερες φορές να ξέρει τι λέει. Κι αυτό είναι κάτι που τσιμεντώνει τελικά τη σχέση αγαπομίσους του με το κοινό.

Άλλωστε η πολυλογία και η πολυγνωσία είναι δύο αρετές που κάθε άλλο παρά εκτιμώνται στο αενάως διαστελλόμενο σύμπαν του θεάματος. Οι περιπτώσεις του Γιώργου Λιάγκα αλλά και του Γιώργου Αυτιά έρχονται να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές. Από τη μια ο αθυρόστομος και παντογνώστης Λιάγκας επιμένει να δυναμιτίζει σε κάθε ευκαιρία τη σχέση του με το κοινό, με τους συναδέλφους του, με τους τηλεκριτικούς (και να βάζει την ουρά κάτω από τα σκέλια αν ποτέ κανείς του απαντήσει στα ίσα), από την άλλη ο Αυτιάς, με λάβαρό του τον λαϊκισμό, εξακολουθεί να μεγαλώνει γερές γενιές κάθε λογής συνταξιούχων οι οποίοι κάθε Πρωτοχρονιά κόβουν ένα κομμάτι από τη βασιλόπιτα στη χάρη του κι ανάβουν λαμπάδες ίσα με το μπόι του – 2017 είσαι εδώ;


Ο ξινός, ο ξινότερος & ο δημαγωγός
Το δικό του love to hate ειδύλλιο με το φιλοθεάμον κοινό έχει χτίσει τη χολερική ατάκα χρόνια τώρα ο Νίκος Μουρατίδης. Άλλοτε από τη θέση του παρουσιαστή, άλλοτε από τη θέση του κριτή κι άλλες φορές ως απλώς ο άνθρωπος που κατέχει την απόλυτη αλήθεια γι’ αυτό το μεγάλο μυστήριο που καλείται σόου μπιζ, ο Μουρατίδης θα μείνει για πάντα στις καρδιές μας ως ο άνθρωπος που απηύθυνε σε πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση την ατάκα «Σκάσε, ηλίθια» στον σχεδιαστή μόδας Μάρκελλο Νύχτα. Αν η ελληνική τηλεόραση ήταν το Στρουμφοχωριό ο Νίκος Μουρατίδης θα ήταν ο Δρακουμέλ του. Τη δόξα, βέβαια, προσπάθησε φιλότιμα να του κλέψει ο Γιώργος Θεοφάνους – ειδικά στα πρώτα τηλεοπτικά βήματά του ως κριτής talent shows. Μόνο με αλεξικέραυνο θα μπορούσαν να γλιτώσουν τα αστραπόβροντα που εξαπέλυε οι, κατά καιρούς, φιλόδοξοι τραγουδιστές, ενώ σύμφωνα με τον αστικό μύθο κάθε φορά που εκείνος άνοιγε το στόμα του μία «γλάστρα» μπουζουκιών αυτομολούσε στο κλασικό ρεπερτόριο.


Βεβαίως, όσο φιλότιμα κι αν το προσπάθησαν αμφότεροι, κανείς τους δεν κατάφερε να τερματίσει την κλίμακα του αγαπομίσους όπως ο Λάκης Λαζόπουλος. Τα πύρινα πολιτικά κηρύγματά του στη μεταμνημονιακή περίοδο της χώρας κατάφεραν όχι μόνο να αποσυσπειρώσουν τη μάζα των φανατικών θαυμαστών του, αλλά και να μετατρέψουν πολλούς από αυτούς σε εχθρούς του λαοπρόβλητου καλλιτέχνη. Για μία ακόμη φορά το Twitter σχίστηκε στα δυο και το τρολάρισμα φυσικά νίκησε με κορωνίδα το hashtag #ΠαπατζηΛάκης, η πατέντα του οποίου ανήκει στον Άδωνι Γεωργιάδη.

Από τον μοντελοπνίχτη στην πρωθιέρεια της trash tv
Αν μιλάμε, βέβαια, για αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που ξυπνούν τα ταπεινότερα ένστικτα του κοινού κάθε που απασχολούν με τη δημόσια δράση τους, δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιστότερο αρχέτυπό τους από τον Αλέξη Κούγια. Ο γνωστός ποινικολόγος έχει συχνά πυκνά τοποθετήσει τον εαυτό του στο επίκεντρο της πικρόχολης κριτικής είτε με το φασαριόζικο διαζύγιό του, είτε με μάλλον ατυχείς δηλώσεις του, όπως όταν -λόγου χάρη- χαρακτήρισε τον εαυτό του ως «μοντελοπνίχτη». Αν δεν ήταν σταρ της Ευελπίδων θα μπορούσε το δίχως άλλο να διαπρέψει ως «τρόφιμος» των τηλεοπτικών εκπομπών της Αννίτας Πάνια.

Η γαλλομαθής παρουσιάστρια είναι κι αυτή ένα πρόσωπο που μισήθηκε με πάθος -τόσο από τους τηλεκριτικούς, όσο και από μερίδα του τηλεοπτικού κοινού. Ποντάροντας στην ανθρώπινη ιδιορρυθμία και την εκκεντρικότητα, η Αννίτα Πάνια κατόρθωσε να χτίσει μια επιτυχημένη τελικά τηλεοπτική καριέρα, αλλά και να συγκεντρώσει απόθεμα αγαπομίσους που φτάνει και περισσεύει για εφτά ζωές.

Το ίδιο χορτασμένη προφανώς οφείλει να νιώθει και η Βάνα Μπάρμπα. Η γυναίκα, η ηθοποιός, το αλλοτινό sex symbol μπορεί να αγαπήθηκε με πάθος, όμως μισήθηκε το ίδιο εκκωφαντικά. Οι παλινωδίες των καλλιτεχνικών projects της, η ενασχόλησή της με τα κοινά, η πολιτική μετατόπισή της από τον φιλελευθερισμό στη σοσιαλδημοκρατία και τούμπαλιν, μα και η αγωνία της πως «δεν γίνονται πράγματα» την έχουν σύρει πολλάκις ως άλλη Ιφιγένεια στο βωμό του ανερυθρίαστου trolling.

Ο ανταγωνισμός βέβαια είναι μεγάλος, πολλές φορές ανελέητος, αφού τηλεοπτικές περσόνες σαν την Κατερίνα Καινούργιου έρχονται να ρίξουν φρέσκο αίμα στον μύλο του αγαπομίσους. Η καλόκαρδη, φιλότιμη, ξώχαρη τηλεπαρουσιάστρια καταφέρνει χάρη στην ψιμυθιολογική και στιλιστική τελειομανία της να κρίνεται αιχμηρά -ενίοτε ακόμη και πικρόχολα- ειδικά, μάλιστα, όταν συνδυάζει τα απαράμιλλα look της στο Instagram με αποστροφές από τα λογοτεχνικά πονήματα στα οποία κατά καιρούς εντρυφά – μα κανείς πια να μην εκτιμά την αληθινή τέχνη σε τούτο τον τόπο; Αν δεν υπήρχε ο Στέλιος Χανταμπάκης, θα έπρεπε να τον επινοήσει και η Καινούργιου και οι απανταχού «μισητοί» ομόλογοί της.


