Η ΜΟΝΑΞΙΑ, ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, ΤΑ ΤΡΕΝΑ, ΤΑ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΑ…», ΕΓΡΑΦΕ ΣΤΟ DOWN TOWN, ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΙΦΝΙΔΙΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΗ ΤΟΥ 2012, Η ΚΑΛΛΙΑ ΚΑΣΤΑΝΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΤΟΝ ΕΙΧΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ. Η ΟΠΟΙΑ ΕΜΕΛΛΕ ΝΑ ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΔΩΣΕΙ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΝΤΥΠΟ.
Πρέπει να ήταν η μοναδική φορά που έφτασα σε ραντεβού για συνέντευξη μισή ώρα νωρίτερα. Προπαραμονές Χριστουγέννων, μεσημέρι με ψιλόβροχο. Περίμενα στη βροχή, έξω από το σπίτι του –ντρεπόμουν να χτυπήσω τα κουδούνια– και οι παλάμες μου ίδρωναν. Περίμενα και χάζευα που στο πεζοδρόμιό του φυτρώνουν τρεις ελιές – πουθενά τριγύρω, εκεί στο Ψυχικό, δεν θα βρεις τόσο ψηλόκορμα, ίσια, αντρίκεια δέντρα. Και πουθενά δεν θα ακούσεις ήχο φωνής σαν του Μητροπάνου – ήχο που λες και συνοψίζει το πάθος, τη χαρά, τον ελληνικό καημό, με κείνα τα «α» και τα «ι» που είναι «πλατιά», σαν κραυγές, τα «ο» του που είναι ένας λυγμός βαθύς, σπλαχνικός, τα περίεργα λάμδα που γυρνάνε, γλυκαίνουν και καραμελώνουν μες στο στόμα του. Χτύπησα την πόρτα, μου άνοιξε ο ίδιος. Μιλούσε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, ήταν στέρεος σαν δέντρο. Γλύκανα κι εγώ.
ΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΟΝΗ
Πέρασα στο σαλόνι του, μου έβγαλε καφέ και νερό, «άναψαν» τα κασετόφωνα. Λένε πως είναι «ο τελευταίος μεγάλος των λαϊκών». Έτσι αισθάνεται; Δεν ξέρει, δεν απαντά. Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του ’48 στην Αγία Μονή, «μια συνοικία έξω από τα Τρίκαλα, όπου ήμασταν όλοι ίδιοι – οι αριστεροί, οι αποκομμένοι από την κοινωνία. “Μικρή Μόσχα” την έλεγαν τη γειτονιά. Εκεί, λοιπόν, τα κάναμε όλα μαζί. Ό,τι μαγείρευε ο δίπλα έτρωγε κι ο από δω. Μαζί στο σχολείο, στη βόλτα, στο ποδόσφαιρο, όλα μαζί». Παλιά χρόνια, πέτρινα. Φτώχεια, τρομοκρατία και ο χωροφύλακας μες στο σπίτι. Μεγάλωνε με μια μάνα και με μια μεγαλύτερη αδερφή. Πατέρας δεν υπήρχε – νόμιζαν πως είχε σκοτωθεί στο αντάρτικο. «Μέχρι τα 16 μου γραφόμουν “ορ φανός” – 16 χρόνων έμαθα ότι ζει ο πατέρας μου. Και μάλιστα έβριζα, “ωχ” έλεγα “θα κάνω δυο χρόνια φαντάρος”. Στα 21 μου τον πρωτοείδα. Αμήχανη συνάντηση, ήταν πια ένας ξένος, κι ας ήμασταν απέξω ίδιοι. Ολόιδιοι σου λέω! Αντίγραφο
πιστό! Μετά έφυγε εκείνος, ξαναπαντρεύτηκε, χαθήκαμε. Αλλά με τα παιδιά του είχαμε πάντα καλή σχέση».
>> Το τραγούδι, λέει ο Μητροπάνος, δεν του το ’μαθε κανένας. Το ’μαθε μόνος του από τις καντάδες, στις γειτονιές. Κι από ένα ραδιόφωνο που έπαιζε Τσιτσάνη, Μάρκο και Καζαντζίδη. «Δεν έμαθα ποτέ μουσική, δεν ξέρω μουσική. Δεν ξέρω πού γράφεται το ντο, δεν ξέρω κανένα όργανο, δεν ξέρω τίποτα. Μια φορά αποφάσισα να μάθω λίγη κιθάρα και πήγα στον Γεράσιμο Μηλιαρέση, έναν από τους καλύτερους κιθαρίστες. Αυτός, όμως, το ’δε να με κάνει Σεγκόβια! “Είναι κρίμα” μου ’λεγε “έχεις καταπληκτικά χέρια, έχεις ταλέντο”. Τον χαιρέτησα κι έφυγα. Δεν το ’χα σκοπό να μάθω, ούτε διάθεση – είχα το σχολείο μου, είχα τόσα πράγματα, δεν ήθελα να βάλω κι άλλο μπελά στο κεφάλι μου. Βέβαια, τόσα χρόνια που δουλεύω, με τόσους κιθαρίστες, κάτι θα μπορούσα να ’χω πιάσει. Ε, τεμπελάκος ήμουνα, τ’ άφησα και πέρασε έτσι το πράγμα…».
Ο ΖΑΜΠΕΤΑΣ, Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΙΚΗΣ
Ένας «μεγάλος λαϊκός» που δεν ξέρει να διαβάζει νότες; Κι όμως, υπάρχει. Και είναι ο ο ίδιος που –ειρωνεία!– ομολογεί πως «Δεν ήθελα να γίνω τραγουδιστής, αρχιτέκτονας, αυτό ήταν το όνειρό μου. Από ανάγκη ξεκίνησα το τραγούδι. Έπρεπε να κάνω μια δουλειά για να βοηθήσω την οικογένεια. Να σπουδάσω, έτσι κι αλλιώς, μου ήταν απαγορευμένο. Εννιά, δέκα χρόνων, με φώναξαν στην Ασφάλεια και μου ’παν “Κοίτα βρες καμιά τέχνη, γιατί για να σπουδάσεις ξέχασέ το. Ο πατέρας σου ήταν κομουνιστής, ο θείος σου κομουνιστής, χαρτί Κοινωνικών Φρονημάτων δεν θα πάρεις…”. Δεν έκλαψα, ούτε θύμωσα. Σκέφτηκα μόνο “εντάξει, θα κάνω ό,τι κάνω, αλλά σ’ αυτό που θα κάνω θα πετύχω για να σας δείξω…”. Μετά, κάθε μέρα, πήγαινα, έπαιρνα την Αυγή, την έβαζα παραμάσχαλα και περνούσα καμαρωτός έξω από την Ασφάλεια. Σαν να τους έλεγα “αν σας βαστάει, κλείστε με φυλακή, ρε!”. Πέρασαν χρόνια μέχρι να ερωτευτώ το τραγούδι. Πολλά χρόνια. Μου άρεσε, αλλά για επάγγελμα το ’θελα. Πότε αποφάσισα πως αυτή θα είναι η δουλειά Ουου, χρόνια μετά τον πρώτο δίσκο μου – μη σου πω δέκα χρόνια! Ήμουν, όμως, και τυχερός στη δισκογραφία μου. Σκέψου, πρώτος δίσκος με τον Ζαμπέτα. Δουλέψαμε
τρία χρόνια μαζί, τρία πολύ σημαντικά χρόνια. Ο Ζαμπέτας μού στάθηκε σαν πατέρας. Εκείνος με δίδαξε –πέρα από τραγούδι– και τη συμπεριφορά απέναντι στο τραγούδι: να αντιμετωπίζω τους συναδέλφους μου, το πάλκο, τα ντα – πράγματα ουσίας για ένα παιδί 18 χρόνων. Σκέψου, όταν πρωτοπήγα να δουλέψω, στα Ξημερώματα, πήγαινα σχολείο ακόμη. Κάθε βράδυ στις 11.30 μου ’λεγε “μικρέ, τράβα φύγε, κοιμήσου, για να πας το πρωί στο σχολείο”. Αν καβγαδίσαμε ποτέ; Όχι. Το μόνο που μου έλεγε ήταν “Πες μου τώρα με τα πολιτικά τι γίνεται, αλλά όχι κουμουνιστικά, ε; Κανονικά!”».
>> Αν ο Ζαμπέτας ήταν «ο πατέρας», ο Καζαντζίδης ήταν το είδωλό του. Λέει πως πήγε ένα βράδυ να τον δει στην Τριάνα του Χειλά, κι έκατσε όλη νύχτα να τον ακούει. Όρθιος. Για να βλέπει καλά. «Έτυχε να τον γνωρίσω κιόλας. Ένας φίλος του θείου μου ήταν φίλος του και συναντηθήκαμε στο σπίτι του, στην Κνωσσού, όπου έμενε με τη Μαρινέλλα. Αν του τραγούδησα; Τι να τραγουδήσω! Για να μου δώσει θάρρος ξεκίνησε να τραγουδάει αυτός. Χαζός ήμουνα εγώ να τραγουδήσω μετά; Καθόμουν και τον άκουγα!».
>> Θυμάται γελώντας πως στα 18 του, που γύριζε την Ελλάδα για συναυλίες με τον Θεοδωράκη,
σταματούσαν στις ταβέρνες να φάνε κι εκείνος έτρεχε κι έβαζε κέρματα στα τζουκμπόξ να ακούσει Κα-
ζαντζίδη. «Μα καταλάβαινα εγώ, τότε, τι σήμαινε Μίκης;». Μερικές φορές η Ιστορία γράφεται με κενά, ψιλά γράμματα και ημερομηνίες-υστερόγραφα. «Χειμώνας του ’71. Φαντάρος ήμουν τότε, στην Αλεξανδρούπολη. Για να μπω στο στούντιο, ζήτησα και πήρα μια τετραήμερη άδεια. Σκέψου πως από τον Άγιο Φεβρουάριο εγώ δεν άκουσα τίποτα. Ήρθα, τραγούδησα, έφυγα και γύρισα άρον άρον στο στρατόπεδο. Κι έτσι βγήκε αυτός ο δίσκος του Μούτση που εγώ θεωρώ πως –μαζί με το Στου Αιώνα την Παράγκα– είναι ένας από τους μεγαλύτερους σταθμούς στην καριέρα μου…».
>> Η επιτυχία, η καθιέρωση θα ’ρχόταν μετά, με τα «ερωτικά» λαϊκά του, με τις υπογραφές του Μουσαφίρη, του Παπαβασιλείου. Και μαζί ήρθαν τα λεφτά, η δόξα, οι γυναίκες. «Αν έκανα αλητείες; Και βέβαια έκανα. Και πολλές μάλιστα! Έπινα πολύ, ξενυχτούσα πολύ – στα πρωινά “μαγαζιά” με τα μπουζούκια ήμουν ο καλύτερος πελάτης. Τέσσερις το πρωί τέλειωνα τη δουλειά και συνέχιζα – δώδεκα το μεσημέρι πήγαινα για ύπνο. Ναι, έκανα αλητείες, εντάξει. Αλλά τις έκανα για μένα, γιατί το ευχαριστιόμουνα εγώ. Και γυναίκες κυνήγησα και για γυναίκες πόνεσα. Δεν ξέρω αν μετρούσε για εκείνες το ότι ήμουνα τραγουδιστής, εμένα μια φορά δεν με αφορούσε. Κάποιες φορές το εκμεταλλεύτηκα –μη λέμε και ψέματα–, δεν ήταν όμως στόχος μου αυτός. Πιο πολύ με ενδιέφερε, ας πούμε, ο Ολυμπιακός, από κάποια άλλα πράγματα…». Παντρεύτηκε, χώρισε, γύρισε. Ξαναπαντρεύτηκε. Είκοσι πέντε χρόνια τώρα, τα τραγούδια του τα ερωτικά σε εκείνη τα αφιερώνει. «Η Βένια είναι ο άνθρωπός μου, ο άνθρωπος που μοιράζομαι τη ζωή μου. Την αγαπάω πολύ, με αγαπάει κι εκείνη και ας πέρασε τα πάνδεινα από μένα. Ε, αυτό».
ΘΑΝΑΤΟΣ, ΜΠΑΛΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
«Τι να φοβηθώ; Χορτάτος είμαι. Στη ζωή μου και καλά πέρασα και άσχημα πέρασα και “πέρα” πήγα και γύρισα. Όλα τα ’κανα». Θρήσκος δεν είναι, ομολογεί όμως πως είδε το «χέρι του Θεού» στη διαδρομή του. Πού; «Στο θέμα της υγείας μου καταρχήν. Όταν πήγε ο σταφυλόκοκκος στο αίμα και πειράχτηκε το νεφρό μου, όλοι με είχαν για ξεγραμμένο. Χρειάστηκε να πάω στη Γαλλία για να μου πουν πως η μεταμόσχευση ήταν μια υπόθεση ρουτίνας… Είναι όμως κάποιες εξήντα μέρες στο νοσοκομείο –εκεί στην πρώτη νοσηλεία μου, πριν από την επέμβαση– που δεν υπάρχουν καν στο μυαλό μου. Δεν ήμουν σε κώμα, αλλά δεν επικοινωνούσα με κανέναν, έλεγα περίεργα πράγματα, είχα παραισθήσεις. Είναι σαν να μην τις έζησα ποτέ αυτές τις μέρες – μου τις διηγήθηκαν μετά. Αν συμφιλιώθηκα με την ιδέα του θανάτου; Δεν ξέρω, δεν κουβέντιασα ποτέ με τον εαυτό μου τέτοια πράγματα, ούτε με απασχόλησαν ποτέ. Ένα γεγονός της ζωής είναι και ο θάνατος. Κάποτε, μοιραία, θα έρθει. Την ανημπόρια δεν θέλω εγώ. Αυτό φοβάμαι περισσότερο απ’ όλα. Αυτό, μόνο».
>> Λίγο αμήχανα, σαν να απολογείται, μου λέει πως ζει μια «απλή ζωή». Διαβάζει, βλέπει φίλους, κουβεντιάζει με τις κόρες του – τη 17χρονη Αναστασία και τη 14χρονη Μυρσίνη, τις «αδυναμίες» του.
Γήπεδο και μπάλα, πού και πού, λίγη τηλεόραση – ειδήσεις κυρίως και ταινίες. Realities και talent shows δεν βλέπει. «Αυτά γίνονται για να τα βλέπει ο κόσμος και να γελάει. Πάνε κάτι άσχετοι και κρίνουν το φόρεμα της τραγουδίστριας και πως δεν πρέπει να είναι ο τραγουδιστής κοντός ή χοντρός ή φαλακρός, γιατί είναι, λέει, αντιαισθητικό. Όπα! Εν αρχή ην η φωνή και μετά πάμε για τα υπόλοιπα. Δεν κατάλαβα, δηλαδή, πρέπει να είμαστε όλοι Ρουβάδες; Εντάξει, ο Ρουβάς έτυχε να είναι αυτός που είναι και μπράβο του. Πέρα από κει τι γίνεται;».
>> Λαϊκό τραγούδι; Γίνεται; «Όχι. Το τραγούδι είναι μια σύνθετη υπόθεση. Θέλει παρέα. Αυτή η απομόνωση τώρα, που όλα τα παιδιά έχουν στο σπίτι τους κομπιούτερ και ηχοσύστημα, δεν θα φτιάξει ποτέ λαϊκό τραγούδι. Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι κλασική μουσική, θέλει ψυχή, πόνο και μοίρασμα. Άμα διαβάσεις ιστορίες για το πώς έγραφαν οι παλιοί, θα καταλάβεις. Μαζεύονταν π.χ., πέντε έξι, ο Παπαϊωάννου, ο Μπιθικώτσης, και έλεγαν “σήμερα, θα πάμε στου Τσιτσάνη”. Και πήγαιναν, κάθονταν,
τρώγανε, πίνανε, έπιαναν τα μπουζούκια τους και σκαρώνανε μελωδίες και στιχάκια. Τώρα ο καθένας ζει μόνος του. Πώς να γίνει το τραγούδι;».
>> Κι όμως, εκείνος σαράντα πέντε χρόνια τραγουδάει. Το συνήθισε ή ακόμη; «Όχι. Και τρακ έχω πριν βγω στην πίστα – δεν φεύγει αυτό. Ποτέ. Θυμάμαι, μια φορά, είχε έρθει στο κέντρο ο Μπιθικώτσης να με δει κι έκατσε πρώτο τραπέζι, φάτσα κάρτα. Έτρεμαν τα πόδια μου εμένα – και ήμουνα και 50 χρόνων, δεν ήμουνα κάνα παιδάκι. Αλλά εντάξει… Ήταν ο Μπιθικώτσης! Να, τέτοια τρακ έχω. Αν μου έχει περάσει από το μυαλό να αποσυρθώ; Βεβαίως! Πάντα έλεγα “σε πέντε χρόνια θα σταματήσω το τραγούδι”»…
Γελάει, γελάμε, τελειώνει ο καφές. Και μετά; Στο «κατακάθι»; Όταν θα πέσει η αυλαία; Πώς θα ήθελε να τον θυμούνται τότε; «Σαν έναν κανονικό άνθρωπο, ο οποίος, να, τραγουδούσε, έκανε αυτή τη δουλειά. Και την έκανε καλά».

