Η Asma al-Assad, η πρώην πια Πρώτη Κυρία της Συρίας, ήταν γνωστή για τις υψηλές δαπάνες της σε είδη πολυτελείας και την ιδιαίτερη προτίμησή της στα παπούτσια σχεδιαστών.
Γι’ αυτό άλλωστε και την ακολουθούσε ο χαρακτηρισμός « Ιμέλντα Μάρκος της Συρίας”, αφού είχε περισσότερα από 300 ζευγάρια. Μηνύματα που υποκλάπηκαν από το ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο έδειξαν ότι είχε ξοδέψει περίπου 500.000 δολάρια για έπιπλα από ένα αποκλειστικό κατάστημα του Λονδίνου για το θερινό της παλάτι στην παραθαλάσσια πόλη Λατάκια τον Μάρτιο του 2011, την ώρα που η Συρία είχε εμπλακεί σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Σπατάλησε επίσης χιλιάδες σε πίνακες ζωγραφικής, κοσμήματα και παπούτσια Christian Louboutin μέσω μεσαζόντων στο Παρίσι και το Λονδίνο κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Ορισμένοι αναλυτές ήθελαν να είναι «πολύ πιο σκληρή» από τον διαβόητο σύζυγό της, ενώ μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποκτήθηκαν από το WikiLeaks το 2012, αποκάλυψαν ότι η Asma είχε αστειευτεί με έναν φίλο της λέγοντας: «Εγώ είμαι ο πραγματικός δικτάτορας!».

Τον Μάρτιο του 2011, η Vogue είχε δημοσιεύσει μια εκστατική συνέντευξη 2.000 λέξεων μαζί με μια γυαλιστερή φωτογράφιση με την Asma, με τίτλο «Ένα τριαντάφυλλο στην έρημο», μόνο που η ιστορία διαγράφηκε από το διαδίκτυο αργότερα.
Η πρώην συντάκτρια της γαλλικής Vogue, Joan Juliet Buck στάλθηκε στη Δαμασκό για να πάρει συνέντευξη από την γεννημένη στο Λονδίνο Asma και την περιέγραψε ως «την πιο φρέσκια και μαγνητική από τις πρώτες κυρίες». Το άρθρο, το οποίο αποκαλούσε τους Άσαντ «άγρια δημοκρατικούς», δημοσιεύθηκε δύο μήνες μετά την εξέγερση της Αραβικής Άνοιξης και μόλις άρχισε η αιματηρή καταστολή των Σύρων αντιφρονούντων από τον πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ. Μέχρι το περιοδικό να φτάσει στα περίπτερα, το καθεστώς του φέρεται να είχε σκοτώσει περισσότερους από 5.000 αμάχους, συμπεριλαμβανομένων εκατοντάδων παιδιών.

«Ήμουν σε τηλεδιάσκεψη μαζί της [της Άσμα] και μπορώ να σας πω ότι είναι πολύ πιο μαχαιροβγάλτης από τον σύζυγό της», δήλωσε στην Post ένας γνώστης του έργου. «Κανονικά, όταν κανονίζεις μια συνέντευξη με τη Vogue, είναι μια φιλική συζήτηση. Εκείνη ήθελε τον εκδοτικό έλεγχο των πάντων – και τον πήρε». Αργότερα μαθεύτηκε ότι η διαφημιστική εταιρεία Brown Lloyd James, στην Ουάσινγκτον, πληρωνόταν 5.000 δολάρια το μήνα για να μεσολαβήσει για το αφιέρωμα των Άσαντ.
Μετά την κατακραυγή για το αφιέρωμα, η Vogue δεν ανανέωσε το συμβόλαιο της Buck. Η χρονική στιγμή προκάλεσε επίσης χάος στους διαδρόμους της ιδιοκτήτριας εταιρείας του περιοδικού Condé Nast. «Δεν νομίζω ότι η Vogue το σκέφτηκε πραγματικά με πολιτικούς όρους», δήλωσε μια εκδοτική πηγή. «Νομίζω ότι σκέφτηκαν ότι ήταν ένας τρόπος να καλύψουν μια μοντέρνα γυναίκα της Μέσης Ανατολής που δεν ήταν η βασίλισσα Ράνια της Ιορδανίας [την οποία έχει καλύψει η Vogue πολλές φορές].

Όταν κυκλοφόρησε το άρθρο της Vogue, το περιοδικό το υπερασπίστηκε αρχικά. Αλλά το 2013, η Wintour παραδέχτηκε: «Μετά τη συνέντευξή μας, καθώς τα τρομερά γεγονότα του τελευταίου ενάμιση έτους εκτυλίχθηκαν στη Συρία, έγινε σαφές ότι οι προτεραιότητες και οι αξίες [του καθεστώτος Άσαντ] ήταν σε πλήρη αντίθεση με εκείνες της Vogue».
ΠΗΓΗ: New York Post

