HomeTALK OF THE TOWNMEDIAΜαζωνακειάδα: Πώς μετατρέψαμε ένα λαϊκό είδωλο σε φθηνό τηλεοπτικό σίριαλ

Μαζωνακειάδα: Πώς μετατρέψαμε ένα λαϊκό είδωλο σε φθηνό τηλεοπτικό σίριαλ

Από τα κινητά που σηκώθηκαν στην κηδεία του μέχρι τις καθημερινές τηλεοπτικές «αποκαλύψεις», ο Γιώργος Μαζωνάκης εξακολουθεί να πουλάει. Μόνο που, κάπου ανάμεσα στην ανάγκη για δικαιοσύνη, τη συγκίνηση και την τηλεθέαση, κινδυνεύουμε να χάσουμε τον άνθρωπο που (υποτίθεται ότι) θέλουμε να τιμήσουμε.

Νίκαια, έξω από την Αγία Τριάδα. Ένα φέρετρο, λουλούδια, χειροκροτήματα, άνθρωποι που τραγουδούν τα τραγούδια του, το «Ένα κενό», το «Ανήκω σε μένα», το «Σάββατο», το «Ώρες μικρές», το «Τέσσερις πήγε» – και, ανάμεσά τους, κινητά σηκωμένα για να καταγράψουν τον αποχαιρετισμό. Στις 14 Σεπτεμβρίου, ο Γιώργος Μαζωνάκης οδηγείται στο νεκροταφείο, αλλά οι εικόνες του έχουν ήδη αρχίσει μια άλλη διαδρομή: Από την εκκλησία στην τηλεόραση, από την τηλεόραση στο Instagram, από εκεί στο TikTok και τούμπαλιν – ο αποχαιρετισμός γίνεται υλικό που μπορείς να ανεβάσεις, να μοιραστείς, να σχολιάσεις. Και, γιατί όχι, να «πουλήσεις». Άλλωστε, το κινητό που καταγράφει ένα φέρετρο θέτει, επιπλέον, και ένα ερώτημα: Για ποιον κρατάμε αυτή την εικόνα; Για εκείνον που αποχαιρετούμε ή για όσους θα μας δουν να τον αποχαιρετούμε; Κι ύστερα, ραγδαία σχεδόν, η εικόνα αλλάζει. Το φέρετρο δίνει τη θέση του στο τηλεοπτικό πάνελ, στους παρουσιαστές της ψυχαγωγίας αλλά και της ενημέρωσης – είναι, εδώ και τρεις βδομάδες, πρώτο θέμα στις σκαλέτες: Το ιατρείο στο Κολωνάκι, οι καταθέσεις, οι απολογίες, τα ευρήματα της έρευνας, οι συλλήψεις, οι αλλαγές δικηγόρων κ.λπ. Η υπόθεση επιστρέφει καθημερινά στις εκπομπές, με την υπόσχεση ότι τώρα θα μάθουμε κάτι ακόμη. Ο Μαζωνάκης παραμένει στο επίκεντρο, μόνο που το τραγούδι έχει σχεδόν παραμεριστεί. Όπως και ο άνθρωπος. Τη θέση του παίρνει η αγωνία για το επόμενο επεισόδιο. Και το μεθεπόμενο – που ήδη έχει ετοιμαστεί. 

Mazonakis Kideia 696x464.jpg

ΕΝΑ ΣΙΡΙΑΛ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

Αυτή είναι η Μαζωνακειάδα: Ένας καλλιτέχνης μετατρέπεται σε τηλεοπτική ιστορία με ανεξάντλητες συνέχειες – κάθε καινούργιος άνθρωπος που μιλάει προστίθεται στο καστ, κάθε αντίφαση γίνεται τρέιλερ για την επόμενη συζήτηση, κάθε δήλωση γίνεται «ρόλος». Και κάπου εκεί αναρωτιέσαι: Μήπως το ξεφτιλίσαμε; Μήπως, μέσα στην υπερβολή μας, έχουμε μικρύνει μια ολόκληρη διαδρομή στο μέγεθος μιας δικαστικής υπόθεσης; Ένας άνθρωπος που έζησε τόσα χρόνια στη σκηνή κινδυνεύει να μείνει στην οθόνη μόνο για τον τρόπο που πέθανε. Εξυπακούεται πως οι συνθήκες του θανάτου του Μαζωνάκη απαιτούν διερεύνηση, φυσικά και υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για τις πρακτικές του ιατρείου, την αντιμετώπιση του περιστατικού και τους ελέγχους των αρμόδιων φορέων – κι αυτά αφορούν κάθε άνθρωπο που εμπιστεύεται την υγεία του σε έναν επαγγελματία. Γι’ αυτό και η δημοσιογραφική έρευνα έχει ουσιαστικό ρόλο και η Δικαιοσύνη οφείλει να αποδώσει τις ευθύνες που θα προκύψουν. Αλλά, οι κατηγορίες, οι καταθέσεις και οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί, χρειάζονται διάκριση· η οριστική κρίση δεν εκδίδεται σε ένα πλατό.

5

Στις 5 Οκτωβρίου, για παράδειγμα, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών κατέθεσε νέο υπόμνημα στον ανακριτή, ζητώντας να διερευνηθούν και ψευδείς δηλώσεις σχετικά με τον εξοπλισμό του ιατρείου – ναι, είναι μια εξέλιξη με σαφές δημόσιο ενδιαφέρον. Το πρόβλημα αρχίζει όταν κάθε λεπτομέρεια αποκτά την ίδια βαρύτητα, αρκεί να προσφέρεται για έναν εντυπωσιακό τίτλο σε ένα τηλεοπτικό «σούπερ», κι όταν η πληροφορία επαναλαμβάνεται, διογκώνεται και κρατιέται στην οθόνη περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να την καταλάβουμε. Εκεί βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στο ενδιαφέρον και στο κουτσομπολιό που, φοβάμαι, ότι έχουμε ξεπεράσει. Μια νέα κατάθεση μπορεί «να φωτίζει την υπόθεση» και η αδιάκοπη ανακύκλωση της τελευταίας του ημέρας μπορεί απλώς να συντηρεί το ενδιαφέρον – η διαφορά φαίνεται στον τρόπο παρουσίασης: Τι εξηγείται, τι τεκμηριώνεται, τι παραμένει αβέβαιο και τι χρησιμοποιείται για να μας κρατήσει μέχρι τις διαφημίσεις. Το «έχουμε αποκάλυψη» έχει γίνει τόσο εύκολο πια που, καμιά φορά, ξεχνάμε να αναρωτηθούμε τι ακριβώς αποκαλύφθηκε εν τέλει.

ΓΙΑΤΙ Ο ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ ΠΟΥΛΑΕΙ;

Γιατί, όμως, πουλάει τόσο πολύ ο Μαζωνάκης; Επειδή, καταρχάς, υπήρξε από τους καλλιτέχνες που δεν χωρούσαν εύκολα σε μία περιγραφή: Λαϊκός, εκκεντρικός, ευάλωτος, απρόβλεπτος, με χιούμορ και μια σκηνική παρουσία που μπορούσε να σε κερδίσει ακόμη κι αν δεν άκουγες τη μουσική του. Είχε προσωπικότητα. Και το κοινό αισθανόταν ότι πίσω από την (ιδιόρρυθμη, πολλές φορές) persona υπήρχε ένας άνθρωπος τον οποίο ήθελε να πλησιάσει – το όνομά του έφερνε μαζί του και οικειότητα και περιέργεια. Ο ξαφνικός θάνατος του λαϊκού ειδώλου, από την άλλη, προσθέτει σε όλα αυτά το σοκ και το αίσθημα της αδικίας: Θέλουμε να καταλάβουμε πώς συνέβη. Και γιατί συνέβη αυτό. Αν μπορούσε να αποτραπεί. Και πώς. Ποιος όφειλε να κάνει τι – είναι ανθρώπινη ανάγκη. Μόνο που η τηλεόραση ξέρει να κρατά αυτή την ανάγκη διαρκώς ανοιχτή: Μια απάντηση σήμερα, μια εκκρεμότητα για αύριο, μια λεπτομέρεια που παρουσιάζεται ως ανατροπή και, στο τέλος, «θα σας πούμε κάτι αύριο που θα σας αφήσει με το στόμα ανοιχτό» εν είδει τρέιλερ για τα αυριανά νούμερα τηλεθέασης. Έτσι, η αναζήτηση της αλήθειας αποκτά ρυθμό καθημερινού σίριαλ. Σε συνέχειες. 

Euaggelatos131

Ο ΠΟΝΟΣ ΩΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ

Η τηλεόραση έχει μάθει από γενέσεώς της, να δουλεύει με το συναίσθημα: Η συγκίνηση τραβά το βλέμμα, η οργή προκαλεί συζήτηση, η αγωνία παρατείνει την παρακολούθηση. Αυτό, όμως, γίνεται ιδιαίτερα προβληματικό όταν ο πόνος αποκτά σκηνοθεσία: Επίμονες ερωτήσεις, κοντινά πλάνα, επαναλήψεις μιας δύσκολης στιγμής, μουσική υποβλητική που υπαγορεύει τι πρέπει να αισθανθούμε. Το Μέσο μπορεί να επικαλείται την ενημέρωση, ενώ στην πράξη οργανώνει ένα θέαμα γύρω από τη δυστυχία κάποιου – και με αυτή την τακτική έχουν γίνει τηλεοπτικά εγκλήματα στο παρελθόν. Φυσικά, για όλα αυτά, υπάρχει μια έτοιμη, μια βολική εξήγηση: «Ο κόσμος ενδιαφέρεται». Βεβαίως και ενδιαφέρεται. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει εκείνον που επιλέγει τι θα δείξει και πόσο θα επιμείνει από ατοπήματα. Το ότι μια εικόνα κάνει νούμερα δεν σημαίνει πως αξίζει να μεταδοθεί. Ή ένας συγγενής που προσπαθεί να αρθρώσει δύο λέξεις μέσα στο πένθος του δεν οφείλει να μας προσφέρει και «μια συγκλονιστική δήλωση», ούτε η αμηχανία του πρέπει να μετατρέπεται σε πρόσκληση για άλλη μία ερώτηση με προτεταμένα τα μικρόφωνα από τους ρεπόρτερ.

Με τον μανδύα της «ενημέρωσης» και του «ενδιαφέροντος», άλλωστε, μπορείς να προχωρήσεις πολύ μακριά: Να μπεις σε ένα σπίτι που πενθεί, να επιμείνεις εκεί όπου κάποιος δυσκολεύεται να μιλήσει, να επαναφέρεις κάτι που δεν έχει καμία ουσιαστική σημασία για την έρευνα. Και, κάθε φορά, να αισθάνεσαι «καλυμμένος», επειδή το θέμα απασχολεί το κοινό. Το αποτέλεσμα, όμως, μπορεί να είναι σκληρό για εκείνον που πρέπει να ξαναζεί δημόσια αυτό που προσπαθεί να αντέξει ιδιωτικά. Μας νοιάζει, όμως, αυτό;

ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΑΤΟ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

Το ίδιο συμβαίνει και στις πλατφόρμες, με ακόμη μεγαλύτερη πια ταχύτητα – ουδείς αναμάρτητος. Ένα απόσπασμα αποκόπτεται από τη συζήτηση, αποκτά λεζάντα, δραματική μουσική και κυκλοφορεί ξανά: Η τηλεοπτική στιγμή γίνεται reel, το reel γίνεται αφορμή για σχόλια και τα σχόλια επιστρέφουν ως νέο τηλεοπτικό θέμα (και θέαμα). Μερικές φορές, η ίδια η εκπομπή τα παρουσιάζει και ως απόδειξη ότι «το κοινό ζητά συνέχεια», με αποτέλεσμα ένας κύκλος να συνεχίζει να τρέφεται από την προσοχή μας, χωρίς να προσθέτει απαραίτητα κάτι στη γνώση μας για τα πραγματικά γεγονότα. Για τις επιχειρήσεις όμως, η προσοχή αυτή έχει σαφέστατη εμπορική αξία: Τηλεθέαση, προβολές, views, ενδιαφέρον από διαφημιζομένους – άρα λεφτά. Δεν χρειάζεται καν να είναι διάσημος ο άνθρωπος που υποφέρει. Μια μητέρα που έχασε το παιδί της, ένας ασθενής, ένα θύμα βίας μπορούν να βρεθούν στην ίδια θέση κι η μαρτυρία τους μπορεί να είναι πολύτιμη, να αποκαλύψει αδικίες, να κινητοποιήσει βοήθεια. Χρειάζεται, όμως, σεβασμό και μέτρο. Η διαρκής αναπαραγωγή της πιο οδυνηρής στιγμής τους, επειδή «συγκινεί», μπορεί να τους παγιδεύσει σε μια δημόσια εικόνα από την οποία, αργότερα, ίσως να θελήσουν να ξεφύγουν.

Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω. Τα γράφω ως δημοσιογράφος αυτά, γνωρίζοντας πόσο εύκολα μπαίνει στη δουλειά μας η σκέψη «αυτό θα διαβαστεί», «αυτό θα πουλήσει», «τσίμπα το αυτό το θέμα, θα μας πάει καλά» – είναι μέρος της πραγματικότητας των Μέσων. Ακριβώς γι’ αυτό, χρειάζεται να εξετάζουμε τι ζητάμε από τους ανθρώπους για να πετύχουμε αυτή την ανταπόκριση. Το συναίσθημα δίνει ζωή σε ένα θέμα, η εκμετάλλευσή του, όμως, αφαιρεί αξιοπρέπεια από εκείνον που μας το εμπιστεύτηκε.

Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΝΟΥΜΕΡΑ

Η Δήμητρα Γαλάνη το είπε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στο «Studio στις 3» του Σκάι, όταν βρέθηκε καλεσμένη στην εκπομπή: «Ας αφήσουν τον κόσμο να τον πενθήσει». Και, λίγο αργότερα: «Όλο αυτό έχει κάτι ανθρωποφαγικό». Ζήτησε να αποδοθούν ευθύνες για όσα συνέβησαν και, ταυτόχρονα, να σταματήσει αυτός ο θόρυβος γύρω από τον ίδιο τον Μαζωνάκη. Μια διάκριση που μοιάζει αυτονόητη, αλλά δυσκολευόμαστε ακόμη (γιατί άραγε;) να κάνουμε. Μπορούμε να ερευνούμε επίμονα μια υπόθεση, διατηρώντας σεβασμό για τον άνθρωπο που χάθηκε; Θα τα καταφέρουμε;

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση μπαίνουν και τα αφιερώματα. Στις 3 Οκτωβρίου, το «The Voice» αφιέρωσε τη βραδιά στον Μαζωνάκη, με συναδέλφους και συνεργάτες του να τραγουδούν και να μοιράζονται αναμνήσεις – μία εκπομπή που έσκισε σε τηλεθέαση και βρέθηκε στην κορυφή όλων των εκπομπών της εβδομάδας. Υπήρχε κάθε λόγος να γίνει – ήταν, κυρίως, ένας χώρος όπου είχε αφήσει έντονη την παρουσία του ο Μαζωνάκης, γι’ αυτό και η έκδηλη αγάπη των ανθρώπων του ήταν απολύτως αληθινή, όπως και η ανάγκη του κοινού να τον «ξανακούσει». Η βραδιά, έφτασε περίπου το 35% στο γενικό σύνολο τηλεθέασης. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι το αφιέρωμα οργανώθηκε για τα νούμερα – κατ’ ουδένα λόγο. Δείχνει, όμως, πόσο εύκολα η μνήμη ενός καλλιτέχνη μπορεί να γίνει και εμπορικό πλεονέκτημα, αλλά και πώς η πρόθεση εκείνων που ανεβαίνουν στη σκηνή και το όφελος του καναλιού μπορούν να συνυπάρχουν. Το ερώτημα είναι ποιο από τα δύο καθορίζει τελικά τη συνέχεια. Ένα αφιέρωμα, άλλωστε, κρίνεται από όσα επιλέγει να αναδείξει: Το έργο, την πορεία, τις συνεργασίες, τον τρόπο με τον οποίο ένας καλλιτέχνης άγγιξε (και συνεχίζει να αγγίζει, σα να είναι ζωντανός) το κοινό. Ακόμη, όμως, και μια καλή αρχική πρόθεση χρειάζεται όρια στην εκτέλεσή της.

ΝΑ ΤΟΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΗΣΥΧΑΣΕΙ

Έχουμε κι εμείς ευθύνη – αλίμονο. Πατάμε αμέσως στο video που μας πέταξε ο αλγόριθμός του YouTube, διαβάζουμε την «ανατριχιαστική λεπτομέρεια», σχολιάζουμε και περιμένουμε το επόμενο. Ύστερα, υποκριτικά, αγανακτούμε με τον θόρυβο που βοηθήσαμε να συντηρηθεί. Μπορούμε, τουλάχιστον, να αναρωτηθούμε αν αυτό που παρακολουθούμε μας ενημερώνει ή απλώς ικανοποιεί μια περιέργεια που μεγαλώνει όσο την «ταΐζουμε»; Το να αφήσουμε τον Μαζωνάκη να ησυχάσει σημαίνει να διεκδικήσουμε δικαιοσύνη χωρίς να απαιτούμε καθημερινά άλλη μία σκηνή από το τέλος του. Σημαίνει να ακούμε τα τραγούδια του χωρίς να χρειάζεται να συνοδεύονται από μια «αποκάλυψη». Σημαίνει να θυμόμαστε ότι πίσω από το όνομα -που ακόμη, ναι, πουλάει πολύ!- υπήρξε ένας άνθρωπος. Του χρωστάμε κάτι καλύτερο από μια Μαζωνακειάδα που συνεχίζεται, μέχρι να βρεθεί το επόμενο θέμα που θα κάνει περισσότερα νούμερα.

Μείνετε ενημερωμένοι με όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, μέσα από το Philenews.
Εγγραφή στο Newsletter

Δείτε Επίσης

Like Recommends