Άδεια δωμάτια

Άδεια δωμάτια

Άδεια δωμάτια

Την φίλησε στο μέτωπο βαριανασαίνοντας, σηκώθηκε από το κρεβάτι και μπήκε κατευθείαν στο ντους. Πάντα έκανε ντους μετά το σεξ – ένιωθε πως το καυτό νερό που έτρεχε πάνω στο κορμί του, τον καθάριζε από το επίστρωμα ιδρώτα που του εναπόθετε η λαγνεία του αγοραίου έρωτα, έτσι έκανε ντους πρώτα και τσιγάρο μετά, ποτέ αντίστροφα. Αφηνόταν στην νιρβάνα που προσφέρει το νερό όταν σκάει με ορμή στο ζεστό από την ηδονή κορμί, και έβρισκε διέξοδο στο σπλαχνικό μούδιασμα που σεξ και ντους του επέφεραν – διέξοδο από μια καθημερινότητα που δεν τον ικανοποιούσε, έτσι αναζητούσε συνεχώς τρόπους να το σκάει από αυτήν.

Ναρκωτικά δεν έπαιρνε – οι χημικές αποδράσεις δεν ήταν του στυλ του, όχι τουλάχιστον όταν αυτές απαιτούσαν να λάβεις κάποιο σκεύασμα για να εκκριθούν οι κατάλληλες ορμόνες στον εγκέφαλο. Εκείνος προτιμούσε να παρεμβαίνει στην χημεία του εγκεφάλου του με τακτικές δόσεις σεξ, έτσι διάλεγε να δραπετεύει σε φτηνά δωμάτια ξενοδοχεία, αρχικά ιδρώνοντας, κι έπειτα ξεπλένοντας τον παραγμένο ιδρώτα με καυτό νερό, μια ώρα την κάθε φορά. Ήταν η ιεροτελεστία τοθ, η δική του εκδοχή φυσικού ναρκωτικού – ήταν εθισμένος στην ενοικιασμένη σάρκα παρά σε κάποια σκόνη ή χάπι.

Όταν χτυπούσε το κορίτσι την πόρτα του δωματίου του και εκείνος την άνοιγε για να την προσκαλέσει μέσα, πάντα της έδινε τα λεφτά πρώτα και το φιλί στο μέτωπο τελευταίο. Ιεροτελεστία και αυτό – σηματοδότηση της αρχής και του τέλους μιας ηδονής η οποία αγοραζόταν παρά να κερδηθεί, και ως εκ τούτου ήταν επί το πλείστον μονόπλευρη, και έκπνεε πάντα με το που έφευγε το κορίτσι από το δωμάτιο, αφήνοντας το τελευταίο άδειο και παγωμένο, με μια υποψία φτηνού αρώματος, βαρετού τσιγάρου και υγρού ιδρώτα, να πλανάται στον αέρα. Εκείνον δεν τον ένοιαζε που άδειαζε το δωμάτιο, απλά γιατί ήξερε πως με διακόσια ευρώ θα μπορούσε να το ξαναγεμίσει κατά βούληση, έστω για μια ώρα, όταν η ανάγκη του για ηδονική δόση θα θέριευε μέσα του.  Ποτέ του δεν κατάφερε να τιθασεύσει αυτή την ανάγκη, να δαμάσει το θηρίο.

Δοκίμασε να το πολεμήσει με συμβατικό έρωτα, για να δει αν ο τελευταίος καταφέρει να επικρατήσει του αγοραίου, μάταια όμως. Το συναίσθημα έμπαινε πάντα στη μέση και του σαμπόταρε την εμπειρία της ηδονής. Τα κορμιά της μιας χρήσης με τα εξωτικά ονόματα, του πρόσφεραν παραπάνω απόλαυση από τα καθώς πρέπει κορίτσια που αποζητούσαν ρομάντζο και αγάπη. Ήθελε την πόρτα να κλείνει πίσω από το κορίτσι πριν το εξωτικό όνομα γίνει συνηθισμένο. Προτιμούσε να εισπνέει φτηνά αρώματα παρά Chanel No. 5 την στιγμή που εντρυφούσε στο σαρκικό αγαθό που ήταν ξαπλωμένο μπροστά του.

Όσο πιο πολύ άναβε ο εγκέφαλος του από το ορμονικό κοκτέιλ που εκκρινόταν όταν έκανε εφήμερο σεξ, τόσο πιο πολύ έσβηνε η καρδιά του για να αφήσει την ηδονή να μουδιάσει το κορμί ανενόχλητη και στο μέγιστο της δύναμής της. Η αγάπη δεν σήμαινε τίποτα για εκείνον – την θεωρούσε ως ένα περιττό συναίσθημα, το οποίο πίστευε πως μόνο αφαιρετικά θα μπορούσε να επιδράσει πάνω στην εθιστική, αλλά συνάμα απολαυστική, συνήθειά του, έτσι αποποιήθηκε την αγάπη για χάρη της ηδονής.

Η ώρα ήταν οκτώ το βράδυ. Ήταν καλοκαίρι, έτσι ο ήλιος δεν είχε ακόμη δύσει πλήρως, αλλά βρισκόταν στο πορτοκαλί λίμπο του σούρουπου. Εκείνος καθόταν στον ξεθωριασμένο καναπέ ενός μικρού δωματίου κάποιου γκριζωπού ξενοδοχείου ημιδιαμονής κοντά στο κέντρο. Είχε αφαιρέσει την γραβάτα που τον έπνιγε σαν θηλιά όλη μέρα, και άνοιξε τα δυο πρώτα κουμπιά του γαλάζιου πουκαμίσου του, αφού πρώτα είχε αδειάσει το περιεχόμενο μιας μικρής μπουκάλας ουίσκι (μιας χρήσης και αυτή, όπως και το κορίτσι που περίμενε από στιγμή σε στιγμή) σε ένα χαμηλό ποτήρι με παγάκια και το έπινε με γρήγορες, νευρικές γουλιές. Τρία ρυθμικά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα. Αποτελείωσε το αλκοόλ στο ποτήρι του, και πήγε να ανοίξει. Καθώς γύριζε το πόμολο, έφτασε στη μύτη του ένα ερέθισμα αλλιώτικο από όλα τα παρόμοια υπόλοιπα.

Το άρωμα που έμπαινε από την κλειδαρότρυπα και εισέβαλλε στη μύτη του δεν μύριζε φτηνό, χιλιοφορεμένο. Για την ακρίβεια, δεν το είχε ξαναμυρίσει, μα ήταν σίγουρος πως ήταν άρωμα των σαλονιών παρά των αλωνιών. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, λες και ήθελε να πλάσει στο μυαλό του την εικόνα του κοριτσιού που το φόραγε, έπειτα τα άνοιξε και γύρισε γρήγορα το πόμολο. Αυτό που είδε να στέκεται απέναντι του και να τον κοιτάζει με τεράστια ολοπράσινα μάτια τον καθήλωσε, και δεν είχε συνηθίσει να καθηλώνεται εύκολα, αφού είχαν περάσει αμέτρητα κορίτσια της μιας ώρα από το κρεβάτι του και κανένα τους δεν κουβαλούσε αυτή την δύναμη. Εκείνη τον καλησπέρισε και τον ρώτησε αν μπορεί να περάσει μέσα. Εκείνος παραμέρισε και της έγνεψε καταφατικά, και όπως περνούσε από δίπλα του, ένιωσε το άρωμα της να του προσφέρει ένα ακόμη πιο δυνατό ερέθισμα, αυτή τη φορά στην καρδιά, ένα όργανο που υποτίθεται πως έπρεπε να είναι απενεργοποιημένο σε μια τέτοια περίπτωση. Παραξενεύτηκε. Δεν έδωσε περεταίρω σημασία.

Της πρότεινε να καθίσει στο κρεβάτι και της πρόσφερε ποτό από το μίνι μπαρ σε αντάλλαγμα για το όνομα της. Εκείνη του το έδωσε και, προς έκπληξή του, δεν ήταν εξωτικό. Γεωργία. Αλλόκοτα συνηθισμένο για την περίσταση. Της έβαλε μια βότκα με λίγο χυμό πορτοκάλι, και την παρατηρούσε σαν τα σαρκώδη χείλη της άγγιζαν το χείλος του ποτηριού, κάνοντας ταυτόχρονα την σκέψη πως θα ήθελε να την φιλήσει παθιασμένα, μα ξέροντας την ίδια στιγμή πως το φιλί στην περίπτωση του αγοραίου έρωτα είναι κόκκινη γραμμή, έτσι προσπάθησε να αποβάλει την συγκεκριμένη σκέψη από το μυαλό του, μα εκείνη δεν έλεγε να φύγει, κι αυτό γιατί δεν βρισκόταν εν τέλει στο μυαλό του αλλά στην καρδιά του. Παραένιωθε δραστηριότητα στην καρδιά του εκείνο το βράδυ, κι αυτό τον φόβιζε γιατί δεν το είχε ξανανιώσει. Της έπιασε κουβέντα σαν έπινε και συνάμα έπαιζε με το ποτό της. Του είπε πως ήταν φοιτήτρια και πως έκανε την συγκεκριμένη “δουλειά” προσωρινά, για να καταφέρει να τελειώσει τις σπουδές τις, αφού η οικογένεια της δεν είχε αρκετά χρήματα για να την βοηθήσει. Εκείνος είχε ακούσει αυτό το “ποίημα” πάμπολλες φορές, ο τρόπος όμως με τον οποίο του το έλεγε μαρτυρούσε πως, στην δική της περίπτωση, ήταν αλήθεια. Την είδε να τρέμει λίγο και την ρώτησε γιατί. Του απάντησε πως της θύμιζε των πρώην της, τον τελευταίο άντρα με τον οποίο έκανε έρωτα φιλώντας τον στο στόμα καθ’ όλη την διάρκεια της πράξης. Εκείνος της πήρε το ποτήρι από το χέρι και το ακούμπησε στο κομοδίνο, και ένωσε ευθύς τα χείλη του με τα δικά της, χαϊδεύοντας της τα ολόξανθα της μαλλιά.

Τρίτη φορά που χτύπαγε η καρδιά του μέσα στη νύχτα, η οποία κάθε άλλο παρά απενεργοποιημένη ήταν. Έκαναν έρωτα ξεπερνώντας το συνηθισμένο φράγμα της μιας ώρας, κι έμειναν μαζί όλο το βράδυ, θυμίζοντας πιο πολύ ερωτευμένο ζευγάρι παρά δυο ανθρώπους που εισέρχονται σε εμπορική δοσοληψία. Όταν ήρθε το πρωί, εκείνος συνειδητοποίησε πως δεν της είχε δώσει τα χρήματα μπροστά όπως έκανε πάντα, κι όταν της τα προσέφερε, εκείνη του είπε πως δεν τα θέλει, πως έχει ήδη πληρωθεί. Νιώθοντας την καρδιά του να πάλλεται, την αγκάλιασε και την ξαναφίλησε, και της ζήτησε να κάνουν μαζί ντους – η πρώτη φορά που μοιραζόταν αυτή του την ιεροτελεστική νιρβάνα με κάποιον άλλο. Καθώς το καυτό νερό έτρεχε πάνω σε δυο κορμιά αντί σε ένα, εκείνος την φιλούσε διαρκώς και της έλεγε πως δεν θέλει να την αφήσει να φύγει, και πως ένιωθε έτοιμος να αντικαταστήσει τον εθισμό του με αγάπη, και τα πολλά εξωτικά ονόματα με ένα συνηθισμένο. Γεωργία. Την είχε ερωτευτεί παράφορα, το ίδιο κι εκείνη.

Έκαναν για μια τελευταία φορά έρωτα σε ένα ντους που δεν ήθελαν να τελειώσει, κι έπειτα απήλθαν μαζί από το δωμάτιο, χέρι χέρι, και έφυγαν με το αυτοκίνητο του προς άγνωστη κατεύθυνση. Εκείνος οδηγούσε χωρίς προορισμό στον νου, ενόσω εκείνη τον φιλούσε τρυφερά στον λαιμό και του χάιδευε ταυτόχρονα τα πυκνά του μαλλιά. Δεν τους ένοιαζε που πάνε, ή αν θα φτάσουν κάπου, παρά μόνο το ότι ήταν μαζί σε ένα στενό, κινούμενο τροχοκούτι, και που το τελευταίο πήγαινε με ταχύτητα προς τον ατέρμονο ορίζοντα ο οποίος τους προσκαλούσε στην αγκαλιά του. Το ταξίδι στο οποίο είχανε μπαρκάρει παρέα ήτανε ο ίδιος ο προορισμός τους – μια περιπέτεια με ανοιχτό τέλος, την οποία θα ζούσανε μαζί, με ασύστολο πάθος, ως το σημείο που θα τους έπαιρνε το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου, κι έπειτα μέχρι εκεί που θα τους έπαιρνε εκείνο του έρωτά τους, το οποίο ήτανε τίγκα σε καύσιμο. Καθώς ταξίδευαν, έβλεπαν τις προηγούμενες τους ζωές να χάνονται πίσω τους, να εξανεμίζονται σαν σκόνη στον αυτοκινητόδρομο. Ήταν και οι δυο τους ευτυχισμένοι κι έβλεπαν μπροστά, ατένιζαν το κοινό τους μέλλον.

Ήταν ένα συνηθισμένο όνομα κι ένα μισάνοιχτο γαλάζιο πουκάμισο, αλλά ήταν μαζί, και ήταν ευτυχισμένοι, κι αυτό μόνο μετρούσε.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *