Alex Παπακωνσταντίνου: Mr. Fuego

Alex Παπακωνσταντίνου: Mr. Fuego

Alex Παπακωνσταντίνου: Mr. Fuego
Φωτογραφία: Παναγιώτης Μηνά 

Ο Ελληνοσουηδός δημιουργός του τραγουδιού που κατάφερε να μας φέρει στη δεύτερη θέση στο φετινό Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision, φωτογραφίζεται πρώτη φορά για κυπριακό περιοδικό και λέει πως αισθάνεται (πια) την Κύπρο σαν «σπίτι» του.

Συνέντευξη στον Γιάννη Χατζηγεωργίου

Μου φάνηκε περίεργο αλλά, πράγματι, όσο από τα μεγαφωνάκια της οροφής, στην άκρη της μικρής βιβλιοθήκης του «Hilton Park», όπου καθίσαμε, ακουγόταν chill out μουσική, ο Alex έμοιαζε να μη συμμετέχει στην ακρόασή της – σαν να υπήρχε, με κάποιο παράξενο, μαγικό τρόπο, απόλυτη σιωπή μέσα στο ξενοδοχείο. «Δεν ακούς;», τον ρώτησα. «Έχω “εκπαιδευτεί” να μην ακούω τα πάντα. Αυτό κάνω και στο σπίτι μου, στη Στοκχόλμη, για να χαλαρώνω, κοιτώντας απλά το απέναντι από το παράθυρό μου κτίριο: Ακόμη και ροκ μουσική να παίζει από κάπου -μην ξεχνάς πως ήμουν ντράμερ, πριν από πολλά χρόνια- για μένα δεν υφίσταται κανένας ήχος. Κοίτα, μέσα στο κεφάλι μου υπάρχουν χιλιάδες μουσικές, εκατοντάδες τραγούδια, δουλεύω καθημερινά με τη μουσική, κάθε ώρα, κάθε λεπτό – μού είναι αδύνατον να τα συγκρατώ όλα αυτά. Λειτουργεί, νομίζω, με την πάροδο των χρόνων, κάποιου είδους μηχανισμός που επιλέγει τι θα ακούσεις και τι όχι». «Τώρα τι ακούς;». «Τίποτα!».

Καταλαβαίνει, προφανώς, πως το μυαλό μου δεν μπορεί να «επικοινωνήσει» όσα η δική του ακοή λαμβάνει ως σήματα και προσπαθεί να μου το εξηγήσει αλλιώς: «Είμαι επαγγελματίας. Τα προηγούμενα 17 χρόνια δημιουργούσα κάθε μέρα μουσική, τα τελευταία 3 χρόνια η δουλειά μου έχει αλλάξει – είμαι παραγωγός, έχω τα δικά μου projects, συνεργάζομαι με άλλους μουσικούς στην “a.p records”, βρίσκομαι σε αλλεπάλληλα meetings, είμαι σε συνεχή κινητικότητα. Πολλές φορές λειτουργώ αμιγώς επαγγελματικά στη μουσική, αν και αυτό που επιδιώκω είναι να μη χάνω την αίσθηση του μέσου ακροατή. Δεν είναι εύκολο. Προσπαθώ να αποφορτίζομαι, να αποβάλλω από τις σκέψεις μου ό,τι άλλο ίσως με απασχολεί και απλά να παραμένω στην αίσθηση του “μου αρέσει” ή “δεν μου αρέσει” κάτι. Το ευτύχημα θα είναι αυτό που θα αρέσει σ’ εμένα, να “περάσει” στον κόσμο και στην αγορά – θα ήταν το ιδανικό! Άλλωστε, γράφουμε μουσική για το κοινό, όχι για μας τους ίδιους».

Τη λέξη «αγορά» (σε μία ελεύθερη μετάφραση της αγγλικής γλώσσας που χρησιμοποιήσαμε για τη συνέντευξή μας) θα μπορούσε να την εκλάβει κάποιος και ως το αμιγές -όχι κακοπροαίρετα- «εμπόριο». Αλλά, είναι ωραίο που ο Alex, απολύτως συνειδητοποιημένος στο κοινό που απευθύνεται και στο είδος των τραγουδιών που γράφει, δεν θέλει να «ενοχοποιήσει» την επιτυχία, το ρυθμό, τη χαρά της εξωστρεφούς μουσικής του – αυτό ακριβώς, δηλαδή, που ήταν και το «Fuego». «Μου αρέσουν εκείνα τα τραγούδια που μένουν στη μνήμη του ακροατή και επιδιώκει να τα ακούσει ξανά και ξανά. Δεν παριστάνω κάτι άλλο από αυτό! Επίσης, σπάνια γράφω μπαλάντες – πιστεύω πως, καλό είναι, όσοι ασχολούνται με την Τέχνη, να εξειδικεύονται σε αυτό που είναι πραγματικά καλοί και αποδεκτοί. Δυστυχώς, δεν γίνεται να είμαστε όλοι καλοί σε όλα!».

Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεται. Του το λέω χωρίς επεξήγηση – κι αν ήξερε ονόματα, όπως ο Γιάννης Χαρούλης ή ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, ίσως να του παρίστανα τον «δικηγόρο του διαβόλου», εκείνο το ζεστό μεσημέρι του Ιουνίου στη Λευκωσία, πίνοντας κρύο ανθρακούχο νερό σε μπουκαλάκι. Αλλά γιατί να μπερδέψω την κουβέντα μας και να προσθέσω «πιπέρι» στην (απόλυτα δικαιολογημένη) ευτυχία του; Ας περάσουμε στην ουσία, Alex: «Είμαι περήφανος για το “Fuego”! Κι αν δεν το έγραφα εγώ, ναι, θα ήμουν από εκείνους που θα ήθελα να το ακούω ξανά και ξανά. Έχουμε δουλέψει ατελείωτες ώρες γι’ αυτό το τραγούδι – μόνο χαρά νιώθω! Η δική μου δουλειά, άλλωστε, δεν είναι να είμαι εγώ ο “διάσημος”. Η δική μου δουλειά είναι να γράφω ωραία τραγούδια! Το προσπαθώ».

Σεμνός και χαμηλών τόνων εκ φύσεως δεν συμμετέχει στο name dropping μου για τις συνεργασίες που έχει κάνει στην καριέρα του με (πραγματικού μεγέθους) διεθνείς σταρ, όπως η Jennifer Lopez, ο Marc Anthony, ο Enrique Iglesias, η Nicki Minaj. «Είμαι ευγνώμων που έχω γράψει τραγούδια για όλους αυτούς τους καλλιτέχνες, που μου αναφέρεις. Είναι και αρκετοί άλλοι ακόμη. Όμως τίποτα δεν είναι τυχαίο: Αυτοί είναι άνθρωποι που δουλεύουν ακούραστα, δεν ξέρουν τι πάει να πει “δεν μπορώ άλλο”, είναι απολύτως συγκεντρωμένοι στους στόχους τους και γνωρίζουν τι θέλουν. Είναι εργατικοί και ταλαντούχοι. Όσο γράφαμε τραγούδια για τον Marc Anthony, θυμάμαι πως ήμασταν όλοι μαζί στη Δομινικανή Δημοκρατία, στο σπίτι του, για κάποιες εβδομάδες, δοκιμάζοντας συνεχώς τι θα ήταν αυτό που θα του πήγαινε πιο πολύ. Απ’ την άλλη, όταν συναντηθήκαμε με την Jenifer Lopez κατάλαβα από την πρώτη στιγμή πόσο εκπληκτική επιχειρηματίας είναι – γιατί δεν είναι μόνο ένα πράγμα. Τους σέβομαι απόλυτα! Όλοι τους είναι μεγάλα “brands” – και αυτό δεν συμβαίνει χωρίς κόπο. Ακόμη και τώρα να σταματούσα από τη μουσική, στα 38 μου, θα ήμουν ήδη εξαιρετικά ευχαριστημένος με όσα έχω καταφέρει και, κυρίως, που με εμπιστεύτηκαν όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες – άλλωστε, έχω πει ότι μόλις αισθανθώ πως ό,τι ήταν να δώσω το έδωσα, θα παραχωρήσω τη θέση μου στον επόμενο, σε κάποιο νέο, ταλαντούχο συνθέτη, όπως κάτι αντίστοιχο συνέβη και μ’ εμένα στο παρελθόν. Συνεχίζω, ωστόσο, να έχω πάθος μ’ αυτό που κάνω! Συνεχίζω να κάνω όνειρα! Θέλω να πηγαίνω τους καλλιτέχνες πάντα στο επόμενο στάδιο». Του το προσωποποιώ: «Ποιο είναι το επόμενο για την Ελένη Φουρέιρα, λοιπόν;». «Η Ελένη είναι σταρ! Μπορεί να κάνει πολλά. Μπορεί να κάνει μία διεθνή καριέρα! Άνετα! Είναι φτιαγμένη από τα ίδια γονίδια, όπως και οι διεθνείς σταρ που σου ανέφερα προηγουμένως: Δουλεύει εξαιρετικά πολύ, είναι ταλαντούχα, είναι σοβαρή στη δουλειά της, ξέρει τι θέλει. Το δύσκολο, για όλους τους καλλιτέχνες, είναι να βρίσκουν πάντα τα σωστά για εκείνους τραγούδια».

Η ψυχραιμία που τον χαρακτηρίζει, κομμάτι κι αυτό του χαρακτήρα του, λειτούργησε και κατά τη διάρκεια του Διαγωνισμού Τραγουδιού της Eurovision – δεν θα μπορούσα ποτέ να τον φανταστώ να χάνει τον έλεγχο, να εξωτερικεύει σε άγνωστούς του τη χαρά, τη λύπη ή τον μεγάλο του θυμό. «Όσο οι άλλοι έλεγαν την τελευταία εβδομάδα πως ήμασταν το φαβορί, εγώ παρέμενα cool. Αλλά και η δεύτερη θέση είναι εκπληκτική – είναι ιστορικό ρεκόρ για την Κύπρο. Και αυτό οφείλεται σε όλη την ομάδα! Στον κάθε ένα ξεχωριστά. Είμαι ευγνώμων στο Ρ.Ι.Κ και στους ανθρώπους του που με τίμησαν επιλέγοντάς με να είμαι ο δημιουργός του τραγουδιού που θα εκπροσωπούσε φέτος την Κύπρο στη Eurovision, αλλά και απέναντι σε όλους τους Κύπριους που μας στήριξαν. Ήταν ένα υπέροχο “ταξίδι”, η ατμόσφαιρα μεταξύ μας ήταν εκπληκτική, εισπράτταμε θετική ενέργεια από παντού! Η στιγμή εκείνη που ένιωσα πως “εδώ κάτι γίνεται” ήταν όταν, στην πρώτη πρόβα, έβαλα τα ακουστικά στ’ αφτιά μου για να ακούω τον ήχο του τραγουδιού και, βλέποντας την Ελένη να περπατά, σε εκείνες τις πρώτες νότες, επάνω στο stage, τα έχασα! Δεν άκουγα τίποτα πια! Κοιτούσα μόνο την Ελένη! Ήμουν σίγουρος πια για την επιτυχία μας! Ήμουν έκπληκτος και σοκαρισμένος!».

Διπλωματικά -ή και πιστεύοντας το- δεν θέλει να μου διευκρινίσει αν, πράγματι, θα ήθελε και τον επόμενο χρόνο να συμμετάσχει με άλλο ένα του τραγούδι στη Eurovision. «Πρέπει να πάρω ανάσα!», μου λέει γελώντας. «Πρέπει να ξαναμαζέψω όλη μου την ενέργεια, να συγκεντρωθώ. Στους μήνες που προηγήθηκαν ήμουν απολύτως αφοσιωμένος σε αυτό το project, καταλαβαίνοντας την ευθύνη που είχα – κοιμόμουν και ξυπνούσα έχοντας στο μυαλό μου μόνο τη Eurovision,γιατί δεν ήταν κάτι “δικό μου” από ένα σημείο κι έπειτα, ήταν κάτι που αφορούσε μία ολόκληρη χώρα! Τώρα χρειάζομαι λίγη ξεκούραση… Εμ, να με δει και λίγο η οικογένειά μου».

Μου δίνει τη σωστή πάσα: Ο Alex είναι παντρεμένος τα τελευταία δύο χρόνια με την Eva – είναι μαζί από τότε που εκείνος ήταν 30 χρόνων και έχουν μία κόρη ενός έτους, τη Niki. «Η γυναίκα μου δείχνει μεγάλη κατανόηση για όλο αυτό που γίνεται, για τη συνεχή δουλειά. Θέλω να είμαι συνεπής σε ό,τι έχω αναλάβει και να δίνω παντού τον καλύτερό μου εαυτό. Προσπαθώ να βρίσκω την ισορροπία, αν και τώρα επικρατεί παντού ένα χάος», μου αναφέρει χαμογελώντας και υπερθεματίζοντας στη λέξη «chaos» που χρησιμοποίησε, αφού το «Fuego» βρίσκεται ακόμη στις κορυφαίες θέσεις των διεθνών charts. «Παρόλα αυτά οι προτεραιότητές μου είναι συγκεκριμένες: Το πιο σημαντικό για μένα είναι η κόρη μου! Η κόρη μου είναι η μεγαλύτερή μου επιτυχία!». Το πάω ένα βήμα παραπέρα – του λέω πόσο σέξι τον βρίσκουν κάποιες γυναίκες, πόσο ελκυστικό, πόσο όμορφο, πόσο γλυκό, πόσο οικείο. Συνοφρυώνεται. Ουπς. Μόλις είχα περάσει τη λεπτή κόκκινη γραμμή του: «Δεν τα πιστεύω αυτά! Έχουμε σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης με τη γυναίκα μου», μου λέει, ξεκόβοντας κάθε περαιτέρω προσωπική συζήτηση.

Κατά βάθος, ο Alex θα παραμένει πάντα εκείνο το χαριτωμένο και γλυκό αγόρι που, έχοντας στη μνήμη του αρκετά ελληνικά καλοκαίρια, με καυτό ήλιο, θάλασσα και ξυπολησιά στην άμμο, πήρε, στα 11 του χρόνια, από τον ελληνικής καταγωγής πατέρα του, την πρώτη του κιθάρα και αργότερα το πρώτο του μπουζούκι, πιστεύοντας -άγνωστο ακόμη για ποιο λόγο, άνθρωπος του μεροκάματου και όχι επαγγελματίας μουσικός εκείνος- στο ταλέντο και στις δυνατότητες του γιου του – ούτε ο ίδιος δεν θα πίστευε πως τραγουδιστές, όπως η Άννα Βίσση ή η Έλενα Παπαρίζου θα εμπιστεύονταν τον Alex για μερικές από τις μεγαλύτερές τους επιτυχίες. «Ο μπαμπάς μου έχει κάνει ό,τι δουλειά μπορείς να φανταστείς στη Σουηδία: Δούλεψε σε ξενοδοχεία, σε εταιρία ταξί, πουλούσε ρούχα, αυτοκίνητα – παντού. Παρόλα αυτά ήταν εκείνος που πρώτος μου είπε: “Έχεις ταλέντο, συνέχισε σ’ αυτό που αγαπάς!”. Είναι ένας survivor. Και άνθρωπος της αγοράς». «Όπως κι ο γιος του!», τον επαναφέρω στην αρχή της κουβέντας μας. «Ίδιο DNA», θα συμπληρώσει. «Μα, μέσα μου κυλάει ελληνικό αίμα. Και, τώρα πια, και κυπριακό! Στην Ελλάδα αισθάνομαι “σπίτι”. Το ίδιο και στην Κύπρο!». Είναι σχεδόν συγκινητικός.

Μία ώρα μετά τη γνωριμία μας, αισθάνομαι ήδη μεγάλη οικειότητα μαζί του – ο Alex, άλλωστε, λειτουργεί με την ίδια αθώα αντιμετώπιση και αυθεντικότητα του γύρω κόσμου -κακό κανένα, πουθενά-, όπως, άλλωστε, οι περισσότεροι Έλληνες και Κύπριοι απόδημοι, σαν ο κόσμος της Πολυάννας να μη χάθηκε ποτέ από το σύμπαν. Περπατώντας προς την έξοδο, μου λέει πως θα πρέπει να ετοιμαστεί για την επόμενή του πτήση – στις 4 η ώρα θα ταξίδευε από τη Λάρνακα στη Στοκχόλμη, ενώ τις προηγούμενες μέρες βρισκόταν, σε συνεχή ραντεβού, στο Βερολίνο και στο Λονδίνο. Τον φιλάω στο μάγουλο και του το πετάω για το τέλος – πιστεύοντας, αφελώς, πως είχε πια «καταργηθεί» η δημοσιογραφική μου ιδιότητα: «Χάρηκα πολύ, Alex μου. Έτσι κι αλλιώς, φαντάζομαι θα τα πούμε του χρόνου, πάλι εδώ, πάλι για την Κύπρο μας!». Χαμογέλασε, αλλά δεν είπε τίποτα – σαν να μην με άκουσε, σαν να ήμουν κι εγώ μία chill out μουσική που (δεν) ακουγόταν από τα μεγαφωνάκια της οροφής. Ναι, είναι και έξυπνος.

Ευχαριστούμε το ξενοδοχείο Hilton Park για τη φιλοξενία στους χώρους του.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *