Αντρέας Πατσαλίδης: Η μουσική ήταν πάντα η διαφυγή μου

Αντρέας Πατσαλίδης: Η μουσική ήταν πάντα η διαφυγή μου

Αντρέας Πατσαλίδης: Η μουσική ήταν πάντα η διαφυγή μου
Φωτογραφία: Παναγιώτης Μηνά

Αν γκουγκλάρει κανείς το όνομά του, θα βρει μόνο συνεντεύξεις του όπου μιλάει κυρίως για τον διάσημο αδελφό του, τον «Mr. πρώτος σε τηλεθέαση» Λούη Πατσαλίδη. «Βαριέμαι πάλι τα ίδια, ξέρουμε τα πάντα για τη σχέση σας, για την παιδική σας ηλικία και “πόσο πολύ τον θαυμάζεις”, σε ποιον μοιάζετε, αν σε “πρόσεχε” ως μεγαλύτερος…», του είπα γελώντας. Εκπλάγηκε. «Ας πρωτοτυπήσουμε, λοιπόν, Αντρέα! Ας μιλήσουμε, αυτή τη φορά, για τη δική σου ζωή!».

Από τον Γιάννη Χατζηγεωργίου

Ένας άντρας-τατουάζ ολόκληρος – στην πλάτη, στο χέρι, στον δικέφαλο, στον τρικέφαλο, στους ώμους, ένα «χαραγμένο» πρόσωπο (του γιου του), ποιητικές ατάκες σκόρπιες αλλά εμφανείς στο καυτό φως του Μαΐου που τις «χάιδευε» απαλά. Ίσως να ‘χε κι αλλού quotes, μπορεί «κρυμμένα», αν και ντράπηκα να ρωτήσω πού, απ’ τα πρώτα πέντε λεπτά που μου συστήθηκε: «Εγώ είμαι ο Αντρέας. Χαίρω πολύ». «Με ταυ ή με δέλτα;». «Με ταυ». Του έδωσα ένα κομμάτι χαρτί. Κι ένα μολύβι. «Γράψε μου πέντε-έξι από τα μότο που “χτύπησες” στο σώμα σου και δίπλα τη χρονολογία, μήπως και αποφύγω τα τετριμμένα – δεν σε ξέρω, δεν με ξέρεις, ίσως το επώνυμό σου δεν γίνει και σε αυτή τη συνέντευξή σου “καραμέλα” αναμασημένη και βαρίδι», του είπα. Χαμογέλασε. Σε δύο λεπτά γύρισε το χαρτί μπροστά μου – ωραία, καλλιγραφικά τα γράμματα του αριστερόχειρα δημοφιλούς 34χρονου, dj και υπαλλήλου σε μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση, Αντρέα. «Θα σου τα αναφέρω ένα-ένα καθώς μιλάμε, όπου “πέφτει” το μάτι μου, και θα σε ρωτάω ό,τι μου κατέβει», είπα. «Ρώτα ό,τι θες. No problem», είπε.

«Don’t you dare give up!» (2015)

Στο τηλέφωνο μού μιλούσες πάντα με αισιοδοξία… Ποτέ δεν γκρίνιαξες, ποτέ δεν είπες «ε, ας τα λέμε καλά, πολλή κούραση…». Πάντοτε μου έλεγες: «Όλα τέλεια!»…
Θα σου εξηγήσω. Δεν έχει σημασία τι εμπειρίες έχεις στη ζωή σου. Σημασία έχει πώς τις αντιμετωπίζεις. Στη ζωή μου είχα πολλές καλές στιγμές, αλλά και πολύ δύσκολες. Μέσα από τις δύσκολες στιγμές του πόνου, από το να βλέπεις, για παράδειγμα, έναν άνθρωπο από το στενό οικογενειακό σου περιβάλλον, άρρωστο, ανήμπορο, αλλά την ίδια ώρα να μη ζητά βοήθεια από κανέναν και να είναι αισιόδοξος, χαρούμενος, να βρίσκεται για 14 χρόνια κάτω από την επίβλεψη γιατρών, το να πηγαίνει κάθε τρεις μήνες ένα ταξίδι από την Κύπρο στην Αμερική για δέκα μέρες για θεραπεία και να μη διαμαρτύρεται, αυτό δεν επέτρεπε, ούτε σε μένα, ούτε στον Λούη, ούτε στον πατέρα μας, να είμαστε ούτε ένα δευτερόλεπτο μέσα στη μιζέρια και στην κατάθλιψη. Μιλώ για τη μάμα μου. Το να ξυπνάς με πονοκέφαλο, δεν είναι πρόβλημα! Το να μην έχεις ζεστό νερό στο σπίτι και να νευριάζεις, δεν είναι πρόβλημα! Το να έχει κίνηση στο δρόμο, δεν είναι πρόβλημα! Το να έχεις χάσει τη δουλειά σου, δεν είναι πρόβλημα! Όταν έχεις ζήσει με το πραγματικό πρόβλημα μέσα στο σπίτι σου, το να χρειαστεί να δουλέψεις δύο ώρες παραπάνω, πίστεψέ με, δεν είναι πρόβλημα! Είμαστε τυχεροί. Γιατί, είχαμε έναν άνθρωπο στην οικογένειά μας που τον «τρυπούσαν» για να κάνει θεραπείες και εσκέφτουμουν «τι είναι μεγαλύτερο πρόβλημα; Ο γονιός που στερείται τα παιδιά του ή τα μωρά που στερούνται τη μάνα τους;». Κατάλαβες γιατί, όποτε με πιάνεις τηλέφωνο, σου λέω «όλα είναι μια χαρά»;

Πόσων χρόνων ήσουν όταν πέθανε η μάμα σου;
Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2007 συνέβη. Ήμουν 22 χρόνων. Εκείνη ήταν 44. Ο καρκίνος είχε διαγνωστεί όταν ήταν 30 χρόνων περίπου – καρκίνος του μαστού. Εγώ ήμουν στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού, ο Λούης ήταν ήδη στο Λύκειο.

Ξέρατε από την αρχή τι συνέβαινε;
Όχι αμέσως. Μετά από έναν χρόνο το μάθαμε, όταν ξεκινήσαμε να ταξιδεύουμε για αρκετό καιρό στην Αμερική, μαζί με τον Λούη. Τότε, το μάθαμε. Αλλά το αποδεχτήκαμε. Ήρθαμε στην Κύπρο και το λέγαμε: «Η μάμα μας είναι άρρωστη. Η μάμα μας έχει καρκίνο».

Έτσι το λέγατε στους συμμαθητές σας;
Ναι. Αλλά δεν το λέγαμε για να μας λυπούνται! Και, επίσης, δεν θυμάμαι και ποτέ να ήμουν μίζερος. Ή μάμα μας δεν μας έδωσε ποτέ το δικαίωμα να είμαστε κακόμοιροι! Κατάλαβες; Η μάμα μας ήταν άρρωστη και δούλευε -είχε ινστιτούτο αισθητικής- και, παράλληλα, ο παπάς μας ήταν αξιωματικός στην Εθνική Φρουρά. Η μάμα μου, θυμάμαι, υπέφερε και μπορεί να δούλευε ακόμη και 12 ώρες την ημέρα, με ραντεβού, ενώ ήταν άρρωστη, ενώ πονούσε. Ποτέ δεν παραιτήθηκε από τη ζωή!

Μήπως, όσο ήσασταν μικροί, δεν αντιλαμβανόσασταν τη σοβαρότητα της κατάστασης της μητέρας σας;
Κάνεις λάθος. Την καταλαβαίναμε στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Είδαμε τη μάμα μας να χάνει τα μαλλιά της, να βάζει κιλά, να κάνει ακτινοθεραπείες και χημειοθεραπείες, τις οποίες γνωρίζαμε όλοι στην οικογένεια. Ωστόσο, η μάμα μου δεν είχε ποτέ κόμπλεξ με όσα συνέβαιναν. Τα αντιμετωπίζαμε όλα ως «κάτι που συνέβη». Ήταν ένας τόσο αισιόδοξος άνθρωπος που, ακόμη κι όταν έβαζε την περούκα για να βγούμε από το σπίτι, ήταν χαρούμενη στη διαδικασία τού να διαλέξει ποιαν να βάλει. Μας ρωτούσε: «Ποια μού πάει καλύτερα, Αντρέα; Να βάλω αυτήν, Λούη;». Δεν μας άφηνε κανένα περιθώριο να τη λυπηθούμε! Θα σου πω και το εξής. Όταν είχε διαγνωστεί η μάμα μας με καρκίνο, οι γιατροί τής έδιναν λιγότερους από έξι μήνες ζωής. Αλλά, τελικά, έζησε 14 χρόνια με την αρρώστια.

 

«Love you ‘till the day I stop breathing» (2003)

Πιστεύεις στην αιώνια αγάπη;
Φυσικά. Αυτό το tattoo το «χτύπησα» σε συνδυασμό με το οικογενειακό δέντρο που έχω στο χέρι μου. Είναι ένας στίχος από ένα RnB κομμάτι που μου αρέσει πολύ.

Η μουσική ήταν πάντα η διαφυγή σου;
Ανέκαθεν. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου -ούτε πριν, ούτε τώρα, ούτε στο μέλλον- χωρίς μουσική. Με θυμάμαι πάντα με τα walkman μου, με τις κασέτες μου, με τα cds μου αργότερα… Η μουσική ήταν ένας τρόπος για να ξεφεύγω. Όταν, για παράδειγμα, τα αποτελέσματα των εξετάσεων της μάμας μου δεν ήταν καλά και έβλεπα τον παπά μου στενοχωρημένο, κλεινόμουν στο δωμάτιό μου, άναβα το mixer μου, έβαζα τα cd players μου, τα ηχεία μου, τα ακουστικά μου και έπαιζα μουσική. Για τρίωρα, εξάωρα, δεκάωρα… Όσο χρειαζόταν. Για να ξεφύγω… Να ξεσπάσω. Μετά ήμουν ένας άλλος άνθρωπος.

Δεν διαφωνούσαν οι γονείς σου, με το γεγονός ότι ο μικρότερός τους γιος θα ασχολιόταν επαγγελματικά με τη μουσική;
Όχι. Γιατί ήξεραν τι είδους παιδιά μεγάλωσαν. Είμαι ένας άνθρωπος που ποτέ μου δεν κάπνισα, ποτέ μου δεν έκανα ναρκωτικά, που πάω στα clubs και πίνω νερό ή καφέ, που ποτέ δεν παρασύρθηκα από οτιδήποτε.

Πάντα υπερίσχυε η λογική στις αντιδράσεις σου;
Πάντα. Πρώτα έμαθα να βάζω τη λογική και μετά το συναίσθημα. Είμαι ευαίσθητος, αλλά ως ένα σημείο. Βάζω όρια.

Τώρα, βέβαια, καταλαβαίνω γιατί έχετε τόσο χιούμορ ως οικογένεια…
Ξέρεις τι; Αν σου πω ότι υπήρχαν περίοδοι στη ζωή μας που η μάμα μας ήταν τόσο άρρωστη, που πονούσε αφόρητα, αλλά το γέλιο που κάναμε ως οικογένεια -γιατί η μάμα είχε πολύ χιούμορ- ήταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θα με πιστέψεις;

Γελάς ακόμη όταν θυμάσαι τη μάμα σου;
Ναι. Ναι. Σκέψου ότι δεν φόρεσα ποτέ στη ζωή μου μαύρα, για να την πενθήσω. Ούτε άφησα ποτέ τα μούσια μου να μεγαλώσουν. Γιατί θα ένιωθα ήττα! Σκεφτόμουν: «Η μάμα μας δεν έχασε ποτέ τη μάχη με τον καρκίνο. Θα την κλάψω εγώ;». Πονούσε, την άκουγα από το κρεβάτι μου ξημερώματα, και ποτέ δεν μας είπε: «Γιατί;». Και ξέρεις κάτι; Κανένας που πεθαίνει δεν θα ήθελε οι άνθρωποι που αγάπησε να κλαίνε μετά για εκείνον! Εκείνος που χάνεται, δεν θέλει οι γύρω του να είναι στενοχωρημένοι. Το πιο φρικτό, βέβαια, είναι να χάσει ένας γονιός το παιδί του. Πιο πολύ, θυμάμαι, λυπόμουν όταν πέθανε η μάμα μας για τη γιαγιά μου και τον παππού μου που έχασαν την κόρη τους, παρά για εμένα και τον Λούη που χάσαμε τη μάμα μας. Δεν μπορούσα καν να σταθώ τη μέρα της κηδείας μπροστά από τη γιαγιά μου και τον παππού μου, για να τους συλλυπηθώ! Γιατί θα κατέρρεα… Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις…

Απόλυτα!
Εγώ στεκόμουν, εκείνη τη μέρα, κανονικά και δεχόμουν συλλυπητήρια. Βράχος. Αλλά το να πάω μπροστά από τη γιαγιά μου και τον παππού μου, δεν το μπόρεσα…

Σε ποιες περιπτώσεις αναζήτησες αργότερα τη μητέρα σου;
Κάθε μέρα την αναζητώ! Εδώ και 12 χρόνια. Δεν υπάρχει περίπτωση να περάσει έστω μία μέρα και να μην ταυτιστώ με τη σκέψη της, με την ενέργειά της, με τη φιγούρα της. Γι’ αυτό και δεν έχω την ανάγκη να πηγαίνω στο κοιμητήριο συχνά. Γιατί τη νιώθω τόσο πολύ και τόσο έντονα μέσα μου καθημερινά -το ίδιο, είμαι σίγουρος, και ο Λούης- που το καλύτερο μνημόσυνο για τη μάμα μας είναι που ζει μέσα μας. Αν ήμουν μίζερος, δεν θα την τιμούσα όπως της άξιζε.

Την κόρη σου πώς τη λένε;
Άννα.

«Άννα» έλεγαν τη μητέρα σου;
Όχι. Τη μάμα μου την έλεγαν Χρίστα. Ο γιος μου λέγεται Χρίστος. Δεν θα ήθελα να κάνω κόρη και να την ονόμαζα «Χρίστα». Γιατί η Χρίστα ήταν μία. Χρίστα ήταν μόνο η μάμα μου.

Είπες ποτέ «γιατί να συμβαίνει αυτό σε μένα;»;
Πας καλά; Ποτέ. Ποτέ! Κοίταξε γύρω σου. Ο κάθε άνθρωπος έχει τη ζωή του, τα προβλήματά του, το «σταυρό» του. Κάποιος, σίγουρα, υποφέρει πιο πολύ από μας.

«It is God who arms me with strength. My strength is made perfect in weakness» (2003)

Από που αντλείς τόση εσωτερική δύναμη;
Η δύναμή μου λειτουργεί καλύτερα στην αδυναμία μου. Ακόμη και σε φαινομενικά πρακτικά θέματα, της καθημερινότητας. Είμαι chief marketing officer στην «Kronos Corporate». Αλλά, παράλληλα, παίζω και μουσική, γιατί αυτό είναι το πάθος μου. Και μπορεί να κοιμηθώ στις 4 τα ξημερώματα, αλλά το πρωί θα είμαι κανονικά, λειτουργικός, 8 η ώρα το πρωί, στο γραφείο μου, ή θα ξυπνήσω ακόμη και πιο νωρίς για να πάω τον γιο μου στο κολύμπι του. Χωρίς να βαρυγκωμήσω ούτε δευτερόλεπτο. Θυμάμαι, ήμουν σχολείο, είχα ξεκινήσει να παίζω μουσική, και ο κόσμος αναρωτιόταν: «Μα, ξυπνάς το πρωί για να πας σχολείο;». «Ναι, ξυπνώ το πρωί, για να πάω σχολείο». Ή, όταν ήμουν στρατό: «Μα, μετά από τέτοιο ξενύχτι, θα βγάλεις σκοπιά;». «Ναι, θα βγάλω σκοπιά». Ή, όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο: «Τώρα που έχεις εξετάσεις, θα συνεχίζεις να παίζεις τρεις φορές την βδομάδα μουσική;». «Ναι, θα συνεχίσω να παίζω μουσική και θα περνώ κανονικά τα μαθήματά μου». Ή, όταν έκανα παιδιά: «Μα, τώρα θα μπορείς να είσαι εντάξει ως πατέρας και να πηγαίνεις να παίζεις και μουσική τα βράδια;». «Ναι, θα είμαι ένας πολύ καλός πατέρας, και θα πηγαίνω να παίζω και μουσική, περισσότερες φορές από όσες έπαιζα παλιά». Δυστυχώς, ο κόσμος είναι έτοιμος να σε βάλει κάτω, να σε ποδοπατήσει: «Γιατί αυτός τα καταφέρνει και όχι εγώ;». Ναι, ένιωσα και την αδικία, και τον αποκλεισμό -κυρίως, όταν ήμουν διεθνής στο handball, όταν δεν με επέλεγαν κάποιες φορές να παίξω με την Εθνική Κύπρου- αισθάνθηκα και τον αρνητισμό και την κακία, αλλά ποτέ δεν μου επέτρεψα να είμαι στη ζωή μου απαισιόδοξος.

«Play the moment, pause the memories, stop the pain, rewind the happiness» (2016)

Πώς είσαι τις Παραμονές Πρωτοχρονιάς που εργάζεσαι και παίζεις μουσική;
Οι ημερομηνίες δεν έχουν καμία σημασία για μένα. Ναι, την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς έχασα τη μάμα μου, αλλά εγώ θα πάω να παίξω κανονικά τη μουσική μου. Κι ίσως παίξω και καλύτερα από κάθε άλλη βραδιά! Σκέψου, είχα χάσει τη μάμα μου και την επόμενη βδομάδα είχα πάει κανονικά στη δουλειά. Θυμάμαι, είχα πάρει τον παπά μου τηλέφωνο: «Παπά, τα Φώτα έχω να παίξω μουσική. Θέλω να πάω!», του είπα. «Να κάμεις αυτό που νιώθεις. Αυτό θα ήθελε και η μάμα για σένα», μου απάντησε. Και πήγα!

Και πώς ήταν εκείνη η βραδιά;
Τέλεια. Έπαιξα εξαιρετική μουσική! Τα έδωσα όλα! Και, όχι, δεν έβαλα το «I’ ll be missing you» του Puff Daddy (χαμογελάει). Δεν έκανα «μνημόσυνο». Έδινα χαρά στον κόσμο. Έπαιρνα χαρά από τον κόσμο. Οι γύρω μου, κάποιοι συγγενείς, κάποιοι γνωστοί, δεν θα μάθουν ποτέ γιατί έπαιξα μουσική εκείνο το βράδυ. Δεν θα μάθουν ποτέ γιατί δεν φόρεσα μαύρα. Αλλά, δεν ένιωσα ποτέ υπόλογος.

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ STYLING: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

*Θερμές ευχαριστίες στο Il Sportivo Gym, στον Στρόβολο, για την ευγενική φιλοξενία.

 

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 650

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *