Απόγευμα στην Πάφο

Απόγευμα στην Πάφο

Σκόρπιες κουβέντες από το διπλανό τραπέζι της ταβέρνας.

Είχαμε καθίσει στη «Λέγκω» για ρεβίθια με σπανάκι και μελιτζάνες γιαχνί. Στη γωνία της Ελευθερίου Βενιζέλου, σε μια «άγνωστη» για μένα Πάφο, λιγότερο αριστοκρατική και περισσότερο απόμακρη από όσο την είχα στη μνήμη μου όταν ακόμη στον Χλώρακα υπήρχαν χώματα σκληρά, ευρυγώνιες πέτρες και χαμηλοί θάμνοι που οδηγούσαν στο καΐκι του Διγενή –κανένα ξενοδοχείο τότε και επαύλεις υπερμεγέθεις. Ο Μ. μου εξηγούσε, στη χαρά που τον έλουζε για την απογευματινή μας βόλτα, πώς πιάνεις τον ουρανό με τ’ άστρα: «Αποβάλλεις τη σοβαρότητα και προσπαθείς να επισημάνεις το φωτεινό στίγμα όλων εκείνων που διαμένουν εκτός σου, αν και παραμένουν εντός». Δεν το πολυκατάλαβα. Αλλά έγνεψα συγκαταβατικά.

Το τραπέζι μας κοιτούσε στον δρόμο, κάποιοι παραδίπλα κανόνιζαν να πάνε στην έκθεση «Saltiness» του Almyra, περιγράφοντας μια φωτογραφία που αποτύπωνε δύο φιγούρες να περπατάνε επάνω στην παχιά άμμο –μάλλον της Γεροσκήπου, κοντά στα θερμοκήπια– και λίγα θραύσματα των ζωών τους που κανείς κυματοθραύστης δεν διέκρινε στο βάθος τους. «Ζήσαμε μόνοι», είπε κάποια στιγμή εκείνος στη γυναίκα πλάι του που κάπνιζε άφιλτρα. Έγνεψα στον Μ. να σωπάσει και ζήτησα αντί για εκείνον φάβα και ψωμί τυλιγμένο μέσα σε ζεστή πετσέτα. «Ζήσαμε μόνοι, φίλη μου. Στην αρχή με στενοχωρούσε αυτό –παρατηρούσα ανθρώπους να περνούν δυαδικά τα χρόνια που τους απέμεναν, να γεννάνε και να ξεγεννάνε, κι εγώ αναζητούσα λίγη παρέα σε συνεστιάσεις γιασεμιού και επιδείξεων τάπερ, στην κλειστή αυτή πόλη που ο ξερόβηχάς σου ακούγεται από το λιμανάκι μέχρι την Πέγεια διαμέσου των στομάτων που μιλάνε γιατί δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν. Ζήσαμε μόνοι βέβαια, αλλά τουλάχιστον ελεύθεροι. Χωρίς ευθύνες. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό –όλα εμπεριέχουν και τα δύο. Όμως, ναι, θα ‘θελα αντί να έχω “αποκλειστική” στα πηγαινέλα μου στο νοσοκομείο, ένα δικό μου χέρι, απλήρωτο, να ακουμπάει ζεστά στην παλάμη μου. Ζήσαμε μόνοι, δεν συγκατοικήσαμε ποτέ με κανέναν, από επιλογή ή από ανικανότητα συνύπαρξης –το περιγράφει έξοχα ο Διονύσης Χαριτόπουλος στις “Σχέσεις” του που μου ‘στειλαν απ’ το Σολώνειον. Υπήρξαμε ειλικρινείς ωστόσο, χωρίς βάρη, χωρίς βαλίτσες, με ελαφριά ρούχα το καλοκαίρι και χωρίς κουβαδάκια στην άμμο ή ενοικιαζόμενο τετράκλινο εξοχικό διαμέρισμα στα μέσα Αυγούστου. Φτιάξαμε μόνοι μας τα κάστρα μας, για να ‘χουμε έπειτα την αληθινή μεταμέλεια των επιλογών μας, που σκάνε στους βράχους και μισοκρύβουν περιστατικά χωρίς κανένα αποτύπωμα της μονομαχίας που προηγήθηκε».

«Δεν θα ‘θελες να είχες παντρευτεί; Τόσες ευκαιρίες δόθηκαν», του είπε εκείνη ανάβοντας δεύτερο άφιλτρο. Βουτώντας την άκρη απ’ τη φραντζόλα στους γίγαντες είπε πως όχι. «Ξέρω εκείνους που είναι μαζί από φόβο ή απ’ την πιθανότητα της εγκατάλειψης. Καλή είναι κι η συντροφιά, αλλά όχι για πολλή ώρα», απάντησε και γέλασε. Το αεράκι φύσηξε στα μαλλιά της και μου φάνηκε όμορφη –ήταν ήδη αμήχανη. Ύστερα ξεκίνησαν να λένε άσχετα: Για το τραγούδι της Πορτογαλίας στη Eurovision που «λίγο τους άρεσε, γιατί άλλη χάρη είχε ο σαματάς του Μολδαβού με το βλαχομπαρόκ του», για τον Γιώργο Καπουτζίδη «που είναι ό,τι πιο αξιοπρεπές κινείται αυτή τη στιγμή στην τηλεόραση –δες τι γίνεται με τις επαναλήψεις των σειρών του!», για τον Γιώργο Αγγελόπουλο του «Survivor», «που έχει νεύρα, αλλά του την έχει στήσει τώρα η παραγωγή και τον εκθέτει στα πλάνα για να μη θεωρείται το απόλυτο φαβορί και δεδομένος νικητής –να ‘χει ενδιαφέρον το παιχνίδι», κουβέντες διάφορες, μικρό διάλειμμα απ’ το κυρίως.

Έπειτα σώπασαν για λίγο και επανήλθαν σ’ αυτό που δεν είχε ειπωθεί προηγουμένως: «Ωστόσο, ας είμαι ειλικρινής μαζί σου, φίλη μου: θα ‘θελα να είχα κάνει ένα παιδί!», είπε εκείνος με πίκρα. «Ένα παιδί να το μεγάλωνα όπως θα ‘θελα εγώ –θα ‘μουνα ιδανικός μπαμπάς. Έτσι πιστεύω». «Πολύ εγωιστικό», αποφάνθηκε εκείνη, κάπως καθησυχάζοντάς τον. «Ξέρω… Ξέρω… Ίσως να με κυριαρχεί στο μεγάλωμά μου το μεσοαστικό απωθημένο της οικογένειας που δεν δημιούργησα, μα όσο κι αν σταθμίζω τη ζυγαριά, εκείνη γέρνει περισσότερο σ’ αυτά που έχασα παρά σε όσα κέρδισα αναμοχλεύοντας καθημερινά τα σωστά και τα λάθη του εαυτού μου, όχι χωρίς να ‘μαι σε στιγμές μου διαρκώς απολογούμενος». Σώπασαν ξανά, για δευτερόλεπτα. Μα, χτύπησε το κινητό εκείνης –και κάπως συνοφρυώθηκε για ό,τι τους χάλασε στην ατμόσφαιρα της υγρής πόλης με ανειλημμένες υποχρεώσεις κοινωνικές και αναίτιες. Είπαν για μια «παραμυθοχώρα», πλήρωσαν κι έφυγαν βιαστικά. Τους κοιτούσα καθώς απομακρύνονταν –ίσως να μην είχαν καταλάβει την αξία της βαθιάς φιλίας που τους έδενε –φαινόταν!– αναζητώντας κάτι εντελώς ξένο από τη φύση τους που δεν είχαν αποδεχτεί. «Η φάβα μας ήταν εξαιρετική», με επανέφερε ο φίλος μου. «Η φάβα μας ήταν εξαιρετική και το τραπέζι άδειο», του απάντησα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *