Απολιτίκ

Απολιτίκ

Παραφράζοντας τη ρήση που φέρεται να είπε ο Μέγας Κάρολος, ίσως, τελικά και το κόμμα να είναι το όπιο του λαού.

Ρωτούσα χθες τον Θ που ασχολείται πολύ με την πολιτική -από άλλη, δημοσιογραφικά εμπεριστατωμένη στο βάθος της, πλαγιομετωπική ματιά, βασισμένη στο παρελθόν, σε δηλώσεις και φανερά ψέματα ενόχων που καμώνονται τα πάλλευκα περιστέρια αν και μαυροκόρακες- «τι να ψηφίσω, άραγε, στις ευρωεκλογές;». Γνωρίζοντας τις αλλοπρόσαλλες ψήφους μου στο παρελθόν -όλα αυτά τα ωραία λάθη- παρορμήσεις της στιγμής σαν 18χρονου που πρώτη φορά έρχεται αντιμέτωπος με την κάλπη και την «ευθύνη» (γιατί, ναι, είναι μεγάλη ευθύνη) σ’ εκείνο το ελάχιστο που μπορεί να ανατρέψει συσχετισμούς ή να δώσει «λάθος μηνύματα», μου είπε το πιο σοφό: «Ό,τι και να ψηφίσεις εσύ, θα είναι λάθος!». Σωστά.

Υπάρχει ένας υπέροχος στίχος του Ισαάκ Σούση που τραγούδησε κάποτε ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο οποίος νομίζω πως αποτυπώνει -με απλά λόγια- την τρικυμία εν κρανίω που θα αντιμετωπίσουν πολλοί τον Μάιο -όπως αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις, στους άνω του 30% «αναποφάσιστους»- όχι κατ’ ανάγκην νέοι ή «στρατευμένοι», αλλά αυτοί που δεν είναι μέλη σε «οργανωμένες ομάδες», σε «νεολαίες», στην αγέλη που επιβάλλει το «ανήκειν», γενικά, κάπου – σε ένα κόμμα, σε μια εταιρεία, σε μια ποδοσφαιρική ομάδα, ακόμη και στη γοητεία που ασκεί το περιθώριο. Κάπου που πιστεύεις πως έχεις «πόστο» και «σ’ αγαπάνε», όχι για σένα, αλλά επειδή είσαι «δικός τους», επειδή είσαι της κλίκας και του «οράματος».

«Φίλοι που απηυδήσανε με την πολιτική
το ρίξανε σε τέχνες και θρησκείες
κι άλλοι ξυπνήσαν Έλληνες τόσο φανατικοί
βρήκαν τη σωτηρία τους χωρίς αμφιβολίες.
Και κάποιοι άλλοι φίλοι μου, ίσως πιο πονηροί
που μένουνε για πάντα αμφισβητίες
παρόλη τη διάνοια, το ξέρω πως μπορεί
να βρίσκονται στα πράγματα μ’ όλες τις συγκυρίες.
Μα εγώ δεν έχω άποψη
έχω μονάχα κάτοψη
το ξέρω πια πως πίσω απ’ τις ιδέες
υπάρχουνε τα ένστικτα
που ψάχνουν υποστήριγμα.
Και έτσι δραπετεύω απ’ τις παρέες».

Προτού αντιληφθώ το σοφό management συμφερόντων εταιρειών -δηλαδή, κομμάτων Α.Ε που χρηματοδοτούνται από τον ετήσιο προϋπολογισμό- που ενώ υποκρίνονται κάτι άλλο, εντούτοις ξέρουν να διαχειρίζονται τον νόμιμο ομοσταβλισμό σαν να τον παίζουν στα δάχτυλα, «βίβλους» ετών και χειρισμού των μαζών που τάχαμου τους αφήνουν περιθώρια δημοκρατίας ενώ μπορούν να σου βουλώσουν το στόμα με μία μονοκοντυλιά, με μια διαγραφή από απόφαση προέδρου σαν σε καθεστώς Τσαουσέσκου αν σηκώσεις μπαϊράκι, πίστευα κι εγώ σε «ιδέες», στο «αύριο», στο «καλύτερο μέλλον», στον «αγώνα» – τι πορείες, τι πανό, τι δακρυγόνα στα Εξάρχεια, τι «αναγνώριση» από αστυνομικούς στη Σταδίου, τι γκλοπ στην πλάτη ένδοξων φοιτητικών χρόνων της «Πανσπουδαστικής». Χα! Μερικές συνεντεύξεις που έκανα σ’ αυτό εδώ το έντυπο (έρχεται άλλη μία, σε λίγες μέρες, του Ιωσήφ Ζαχαριάδη -«Ιωσήφ», απ’ τον Στάλιν- γιο του πλέον αμφισβητούμενου Γ.Γ του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη) επιβεβαιώνουν αυτό που μου είπε κάποτε και ο δημοσιογράφος Σ, σοβαρός άνθρωπος, γιος μιας γυναίκας-εργαζόμενης σε ένα από τα μεγαλύτερα κόμματα της Κύπρου: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απάτη από το “Κόμμα”!». Είχε δίκιο.

Από την άλλη, ποιος αντέχει να είναι ένας μοναχικός καβαλάρης σε μία πολιτική έρημο με σκόρπιες -μικρές ή μεγάλες- οάσεις, σχεδόν αλαζόνας, εγωιστής και απολιτίκ, χωρίς θέση και άποψη για τα τεκταινόμενα, τις γελοιότητες των ήξεις αφήξεις ανόητων που θα τους έδιωχναν κλωτσηδόν αν δούλευαν στον ιδιωτικό τομέα αλλά, κυρίως, τις επικινδυνότητες των «μαυροντυμένων» θρασύτατων φυγόστρατων που σήκωσαν ανερυθρίαστα ανάστημα – πού ζεις; «Μίλα». Το καταλαβαίνω. Τόσα κόμματα, όλοι άχρηστοι;

Φτάνω στο σημείο, πολλές φορές, να υπερασπιστώ την απομόνωση, τη θέση του «λευκού» (του οποίου ουδέποτε υπήρξα θιασώτης), παρά πάσχοντας ενός Δονκιχωτισμού που αντί για ανεμόμυλους παρατηρούσε πάντα «γίγαντες», παρά ένα υπάκουο σκυλί της «ελπίδας» για το αύριο που δεν θα διασωθεί ποτέ όσο είμαστε άνθρωποι με ελαττώματα και αγωνία επιβίωσης, όσο υπάρχουν μικροσυμφέροντα, λεφτά και «διαπλοκές» «ημέτερων» και «εχθρών», όσο τα «ιδανικά» πέθαναν αφότου ενηλικιώθηκες και απομυθοποίησες την αποτελεσματικότητά τους – αν και με φωτεινές εξαιρέσεις ατόφιων ιδεολόγων. Όσο, εν τέλει, η ίδια η ζωή δεν σηκώνει πια ατελείς διαιρέσεις, μα καθαρό πηλίκο.

Έχουμε 42 μέρες μπροστά μας. Εμείς, η μεγάλη μάζα των «αναποφάσιστων», ενός λαού που του δίδεται ξανά η ευκαιρία να αποδείξει -αν μπορεί- πόσο αφελής δεν είναι απέναντι στους επαγγελματίες δημαγωγούς και να καταλήξει -αν καταλήξει- ανάμεσα στα μεγάλα κούφια λόγια (τα όχι πια «παραπονεμένα»), στην αμυδρή ευκαιρία που αχνοφαίνεται και θες να της δώσεις μια σπρωξιά ή στα ψηφοδέλτια υποψηφίων που -τα περισσότερα- καταρτίστηκαν με όρους παικτών σαν από casting reality.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *