Η ιστορία τα έχει συνδέσει με κάθε λογής κακοτυχίες: Αυτοκτονίες, αποκεφαλισμοί, ψυχιατρικές κλινικές, δολοφονίες. Τα πιο διάσημα «καταραμένα» κοσμήματα πέρασαν από γενιά σε γενιά, αφήνοντας πίσω τους ένα νήμα δυστυχίας και φόβου. Για τους λιγότερο προληπτικούς βέβαια, η ιστορία τους συνδέεται με μια ακόμη μεγαλύτερη κατάρα της ανθρωπότητας: Την αποικιοκρατία και την απληστία της μοναρχίας.
Από την Τώνια Σταυρινού
The Hope Diamond
Η ιστορία του ξεκινά σε ένα ορυχείο της Ινδίας, όταν το ανακάλυψαν τον 17ο αιώνα. Το διαμάντι των 45,52 καρατίων πέρασε στην κατοχή της γαλλικής μοναρχίας. Τελευταίοι γαλαζοαίματοι κάτοχοί του ήταν ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ και η σύζυγό του, Μαρία Αντουανέτα, οι οποίοι, ως γνωστόν, είχαν φρικτό τέλος στην γκιλοτίνα κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Το 1839 το απέκτησε ο Henry Diamond Hope, από τον οποίο το διαμάντι πήρε το όνομά του. Ο πρόωρος θάνατός του ήταν η αρχή μιας ακόμη σειράς τραγικών γεγονότων: Η οικογένειά του αναγκάστηκε να πουλήσει το διαμάντι για να εξοφλήσει τα χρέη που είχε αφήσει από τον τζόγο. Η πρώην σύζυγός του, May Yohé, απέδωσε στο διαμάντι την καταστροφή του γάμου και της περιουσίας της. Επόμενος ιδιοκτήτης του ήταν ο κοσμηματοπώλης Wilhelm Fals που δολοφονήθηκε από τον γιο του, ο οποίος έκλεψε το διαμάντι και αργότερα αυτοκτόνησε, αναζωπυρώνοντας ξανά τον μύθο της κατάρας. Αυτές οι ιστορίες, ωστόσο, δεν απέτρεψαν τη νεαρή Αμερικανίδα κληρονόμο και σοσιαλιτέ, Evalyn Walsh McLean, από το να αγοράσει το διαμάντι. Μέχρι που και η δική της οικογένεια βίωσε μια σειρά από βαριές απώλειες. Ο γιος της πέθανε σε ηλικία εννέα ετών, η κόρη της στα 25 από υπερβολική δόση υπνωτικών και ο σύζυγός της, αφού την εγκατέλειψε, κρίθηκε παράφρων, οδηγήθηκε σε ψυχιατρικό ίδρυμα και πέθανε έγκλειστος λίγα χρόνια αργότερα. Το Hope Diamond πουλήθηκε to 1949 στον έμπορο διαμαντιών Harry Winston, ο οποίος περιόδευσε επιδεικνύοντάς το σε εκθέσεις σε ολόκληρη τη χώρα για μια δεκαετία, πριν αποφασίσει τελικά να το δωρίσει στο Μουσείο Smithsonian, όπου εκτίθεται μέχρι σήμερα, στέλνοντάς το ταχυδρομικώς σε έναν κοινό καφέ φάκελο. Κάποιοι λένε για να το ξεφορτωθεί.
The Beau Sancy Diamond
Η ιστορία του συνδέεται με τον Κάρολο τον Τολμηρό, δούκα της Βουργουνδίας, ο οποίος φέρεται να είχε το διαμάντι στην κατοχή του και να το φορούσε στη μάχη. Το 1477 σκοτώθηκε και το διαμάντι χάθηκε στο πεδίο της μάχης, για να βρεθεί αργότερα από έναν Ελβετό στρατιώτη και να καταλήξει στα χέρια του Nicolas de Harlay, Seigneur de Sancy, συμβούλου του βασιλιά Ερρίκου Δ΄ της Γαλλίας, από τον οποίο πήρε το όνομά του. Ο Sancy χρησιμοποίησε το διαμάντι ως εγγύηση για δάνεια που χρηματοδοτούσαν τις πολεμικές επιχειρήσεις του Ερρίκου Δ΄. Όταν ένας πιστός υπηρέτης του ανέλαβε να το μεταφέρει, έπεσε σε ενέδρα ληστών. Για να μην τους το παραδώσει, σύμφωνα με την ιστορία, το κατάπιε. Οι ληστές τον δολοφόνησαν και το διαμάντι βρέθηκε στο στομάχι του. Το 1604 ο Sancy πούλησε το διαμάντι στον βασιλιά Ιάκωβο Α΄ της Αγγλίας και το κληρονόμησε ο Κάρολος Α΄, ο οποίος αποκεφαλίστηκε το 1649 κατά τον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο. Το διαμάντι επέστρεψε στη γαλλική βασιλική συλλογή, αφού ο Ιάκωβος Β΄, έχοντας χάσει τον θρόνο του, το πούλησε για χρέη. Το 1792, κατά τη Γαλλική Επανάσταση, κλάπηκε μαζί με τα κοσμήματα του γαλλικού Στέμματος και εξαφανίστηκε για δεκαετίες. Επανεμφανίστηκε το 1828 στα χέρια του Ρώσου πρίγκιπα Nikolai Demidov και πέρασε από αρκετούς ιδιοκτήτες μέχρι το 1906, όταν το αγόρασε ο πολυεκατομμυριούχος William Waldorf Astor, ως γαμήλιο δώρο για τη νύφη του, Lady Nancy Astor. Και μάλλον κάπου εκεί «ξεπλύθηκε» και η κατάρα που κουβαλούσε. Εκείνη το ενσωμάτωσε στην τιάρα που φορούσε στις κοσμικές της εμφανίσεις και αργότερα έγραψε ιστορία ως η πρώτη γυναίκα που κάθισε στο Βρετανικό Κοινοβούλιο. Η οικογένεια Astor κράτησε το διαμάντι μέχρι το 1978 και τελικά το πούλησε στο Λούβρο, όπου εκτίθεται μέχρι σήμερα.
The Black Orlov
Η ιστορία του Black Orlov, γνωστού και ως το «Μάτι του Μπράχμα», ξεκινά με έναν θρύλο. Το αρχικό μαύρο διαμάντι, βάρους 195 καρατίων, φέρεται να ήταν το μάτι αγάλματος του ινδουιστικού θεού Μπράχμα, από το οποίο κλάπηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο μοναχός που φέρεται να το έκλεψε, δολοφονήθηκε λίγο αργότερα κι έτσι γεννήθηκε η ιστορία της κατάρας. Το διαμάντι παρέμεινε για χρόνια στην αφάνεια, μέχρι που πέρασε στην κατοχή της Ρωσίδας ευγενούς Nadia Orlov. Σύμφωνα με τον θρύλο, μετά την απόκτησή του βυθίστηκε σε κατάθλιψη και έβαλε τέλος στη ζωή της, πηδώντας από το μπαλκόνι. Στη συνέχεια, το διαμάντι πέρασε στα χέρια του Αμερικανού εμπόρου διαμαντιών J.W. Paris, ο οποίος φέρεται να το έφερε στη Νέα Υόρκη το 1932. Λίγο μετά την επιστροφή του, η επιχείρησή του κατέρρευσε και ο Paris αυτοκτόνησε, πηδώντας από έναν από τους ψηλότερους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης. Ο θάνατός του ενίσχυσε τον μύθο γύρω από το διαμάντι, ενώ η ιστορία για δύο Ρωσίδες πριγκίπισσες που το αγόρασαν και ακολούθως αυτοκτόνησαν, πηδώντας από κτίρια το 1947, με διαφορά περίπου ενός μήνα η μία από την άλλη, έδωσε νέα τροφή για τον μύθο της κατάρας. Το 1950 το απέκτησε ο Αμερικανός Charles F. Winson, ο οποίος αποφάσισε να το κόψει στα τρία, για να «σπάσει» την κατάρα. Το μεγαλύτερο κομμάτι είναι το σημερινό Black Orlov των 67,50 καρατίων που πωλήθηκε σε δημοπρασία το 2006 σε ανώνυμο ιδιοκτήτη.
The Koh–i–Noor Diamond
Το όνομά του σημαίνει «Βουνό του Φωτός» και η ιστορία του ξεκινά στον 14ο αιώνα, σ’ ένα ορυχείο της Ινδίας. Το διαμάντι πέρασε από Ινδούς μαχαραγιάδες, Μογγόλους αυτοκράτορες, Πέρσες σάχηδες, Αφγανούς εμίρηδες και Σιχ μαχαραγιάδες, ενώ η παράδοση θέλει σχεδόν κάθε άνδρα που το απέκτησε, να χάνει τελικά την εξουσία ή τη ζωή του. Ο θρύλος της κατάρας συνοψίζεται σε μια παλιά προειδοποίηση: «Όποιος έχει αυτό το διαμάντι, θα κατέχει τον κόσμο, αλλά θα γνωρίσει όλες τις συμφορές του. Μόνο ο Θεός ή μια γυναίκα μπορεί να το φορέσει, χωρίς συνέπειες». Το διαμάντι συνδέθηκε με τον Μογγόλο αυτοκράτορα Shah Jahan, δημιουργό του Taj Mahal, ο οποίος τοποθέτησε το τότε 186 καρατίων διαμάντι στον θρόνο του. Δεν πρόλαβε όμως να το χαρεί. Ανατράπηκε από τον γιο του, Aurangzeb, ο οποίος τον φυλάκισε μέχρι τον θάνατό του. Το 1739 ο Πέρσης Nadir Shah εισέβαλε στο Δελχί, λεηλάτησε τον θρόνο και απέκτησε το διαμάντι, δίνοντάς του το όνομα Koh-i-Noor, πριν δολοφονηθεί. Το 1849 το διαμάντι πέρασε στη Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών και ο μόλις δέκα ετών μαχαραγιάς Duleep Singh, υποχρεώθηκε να το παραδώσει στη βασίλισσα Βικτώρια, ως «δώρο», αν και η νομιμότητα της μεταβίβασης παραμένει αντικείμενο αντιπαράθεσης μέχρι σήμερα. Το 1852 κόπηκε ξανά, με το βάρος του να μειώνεται από τα 186 στα 105,6 καράτια. Έκτοτε οι κάτοχοί του ήταν αποκλειστικά γυναίκες της βρετανικής βασιλικής οικογένειας και το 1937 τοποθετήθηκε στο στέμμα της βασίλισσας Ελισάβετ. Το στέμμα δεν χρησιμοποιήθηκε στη στέψη του βασιλιά Καρόλου Γ΄ το 2023, λόγω των αντιδράσεων στην Ινδία για την αποικιακή του ιστορία. Σήμερα βρίσκεται στο στέμμα της Βασιλομήτορος και εκτίθεται μαζί με τα βρετανικά βασιλικά κοσμήματα στον Πύργο του Λονδίνου.
The Regent diamond
Σύμφωνα με τον θρύλο, ένας Ινδός σκλάβος ανακάλυψε την τεράστια πέτρα, βάρους 426 καρατίων, σε ινδικό ορυχείο το 1698. Προσπάθησε να τη μεταφέρει κρυφά, κρύβοντάς τη σε μια πληγή που είχε προκαλέσει ο ίδιος στο πόδι του. Ένας Άγγλος καπετάνιος που υποσχέθηκε να τον βοηθήσει να διαφύγει, τον δολοφόνησε και το έκλεψε. Η πέτρα έφτασε στην Αγγλία, όπου κόπηκε και το βάρος της μειώθηκε στα 140,64 καράτια, αποκτώντας τη φήμη ενός από τα καθαρότερα και πιο εντυπωσιακά διαμάντια της εποχής. Το 1717 το απέκτησε ο δούκας της Ορλεάνης και αντιβασιλέας της Γαλλίας, από τον οποίο πήρε το όνομα Regent. Το διαμάντι πέρασε στη γαλλική βασιλική συλλογή και στόλισε το στέμμα του Λουδοβίκου ΙΕ΄ και αργότερα του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄. Κατά τη Γαλλική Επανάσταση, το 1792, κλάπηκε μαζί με τα κοσμήματα του Στέμματος και για έναν χρόνο παρέμεινε εξαφανισμένο, μέχρι να βρεθεί κρυμμένο σε μια ξύλινη δοκό. Το 1801 πέρασε στα χέρια του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος το τοποθέτησε στο ξίφος του. Το διαμάντι εμφανίζεται μάλιστα σε γνωστό πορτρέτο του αυτοκράτορα, το 1812. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα, το Regent επέστρεψε στη γαλλική βασιλική συλλογή και στα χέρια του Λουδοβίκου ΙΗ΄, του Κάρολου Ι΄ και της αυτοκράτειρας Ευγενίας. Σήμερα πλέον ανήκει στο γαλλικό κράτος και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου.
The Moon of Baroda
Η ιστορία του συνοδεύεται από μια συγκεκριμένη προειδοποίηση: Αν το διαμάντι διασχίσει θάλασσα ή ωκεανό, θα φέρει κακοτυχία στον ιδιοκτήτη του. Η ιστορία ξεκινά με την εξόρυξή του πριν από περίπου 500 χρόνια σε ορυχείο της Ινδίας. Το σπάνιο κίτρινο διαμάντι σε σχήμα αχλαδιού ζυγίζει 24,04 καράτια. Για περίπου δύο αιώνες ανήκε στους Gaekwads του Baroda, την ινδική βασιλική δυναστεία που κυβερνούσε μεγάλο μέρος της δυτικής Ινδίας. Στα μέσα του 18ου αιώνα πέρασε για λίγο στην κατοχή της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας της Αυστρίας, μητέρας της Μαρίας Αντουανέτας. Όταν εκείνη πέθανε, το διαμάντι επέστρεψε στην οικογένεια Gaekwad. Κάποιοι απέδωσαν τον θάνατό της στην κατάρα, υποστηρίζοντας ότι το διαμάντι είχε φέρει κακοτυχία, επειδή είχε διασχίσει τη θάλασσα. Το 1953 το απέκτησε ο Meyer Rosenbaum, ιδιοκτήτης της Meyer Jewelry Company στο Detroit. Εκείνος αποφάσισε να το μετατρέψει σε διαφημιστικό όπλο, τοποθετώντας το σε ένα απλό δερμάτινο κορδόνι, κάτι ιδιαίτερα ασυνήθιστο για την εποχή και το δάνεισε στη Marilyn Monroe για να το φορέσει στην ταινία «Gentlemen Prefer Blondes». Η Monroe το έκανε διάσημο, όμως την ίδια χρονιά η καριέρα και η προσωπική της ζωή άρχισαν να παίρνουν κατηφορική πορεία, μέχρι και τον θάνατό της. Το Moon of Baroda εμφανίστηκε ξανά σε δημοπρασίες το 1990 και το 2018, με τους ιδιοκτήτες του να παραμένουν ανώνυμοι. Έτσι, κανείς δεν γνωρίζει αν η «κατάρα» συνέχισε να τους ακολουθεί.
The Black Prince’s Ruby
Παρά το όνομά του, δεν πρόκειται για ρουμπίνι αλλά για κόκκινο σπινέλιο, έναν λιγότερο πολύτιμο λίθο. Σήμερα βρίσκεται στο κέντρο του αυτοκρατορικού στέμματος της Βρετανίας, και αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κοσμήματα της βρετανικής βασιλικής συλλογής. Πριν φτάσει στην Αγγλία, σύμφωνα με την παράδοση, βρισκόταν στον τάφο του σουλτάνου της Γρανάδας. Ο Pedro, βασιλιάς της Καστίλης, γνωστός ως «Πέτρος ο Σκληρός», το αφαίρεσε από το σώμα του νεκρού σουλτάνου. Λίγο αργότερα ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος με τον ετεροθαλή αδελφό του, ο οποίος διεκδικούσε τον θρόνο. Ο Pedro ζήτησε την προστασία του Edward of Woodstock, του περίφημου Άγγλου ιππότη, που έμεινε στην ιστορία ως «Μαύρος Πρίγκιπας», και σε αντάλλαγμα του παρέδωσε τον πολύτιμο λίθο. Μόλις εννέα χρόνια αργότερα, ο Edward πέθανε από μυστηριώδη ασθένεια, την οποία είχε εμφανίσει περίπου την εποχή που απέκτησε το κόσμημα. Ο λίθος στη συνέχεια πέρασε από γενιά σε γενιά της βρετανικής μοναρχίας και συνδέθηκε με τις πιο αιματηρές μάχες της αγγλικής ιστορίας και φρικτούς θανάτους στη μάχη, ενώ από τότε που τοποθετήθηκε στη συλλογή με τα αυτοκρατορικά κοσμήματα, έχει βρεθεί σε περιστατικά πυρκαγιών και βομβιστικών επιθέσεων.
The Delhi Purple Sapphire
Η ιστορία του ξεκινά το 1855 στην Ινδία και, όπως και το Black Prince’s Ruby, το όνομά του είναι παραπλανητικό, αφού δεν πρόκειται για ζαφείρι αλλά για αμέθυστο. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο λίθος κλάπηκε από τους θησαυρούς του ναού του θεού Indra στην Cawnpore από τον συνταγματάρχη W. Ferris του Bengal Cavalry. Από τη στιγμή που πέρασε στα χέρια του, η υγεία και τα οικονομικά του άρχισαν να καταρρέουν. Η «κατάρα» ακολούθησε στη συνέχεια τον γιο του και άλλους ιδιοκτήτες, που συνδέθηκαν με αυτοκτονίες, οικονομική καταστροφή και αλλεπάλληλες συμφορές. Ο τελευταίος ιδιώτης κάτοχός του ήταν ο συγγραφέας και επιστήμονας Edward Heron-Allen, ο οποίος προσπάθησε να απαλλαγεί από τον λίθο. Σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, αφού οι δύο προσπάθειες να τον χαρίσει απέτυχαν, τον πέταξε σε ένα κανάλι του Λονδίνου. Ο αμέθυστος, όμως, ανασύρθηκε από το νερό και επέστρεψε στα χέρια του. Τελικά ο Heron-Allen έδωσε εντολή στον τραπεζίτη του να τον κλειδώσει μέσα σε επτά κουτιά και να μην τον ανοίξει κανείς μέχρι να περάσουν 33 χρόνια από τον θάνατό του. Η κόρη του, ωστόσο, δεν περίμενε ούτε έναν χρόνο μετά τον θάνατό του. Πήρε τον αμέθυστο από την τράπεζα και τον δώρισε στο Natural History Museum του Λονδίνου, όπου εκτίθεται μέχρι σήμερα.










