Ariane Labed: Η μούσα του Λάνθιμου

Ariane Labed: Η μούσα του Λάνθιμου

Ariane Labed: Η μούσα του Λάνθιμου

Κομψή και απέριττη. Ήπια αλλά και μαχητική. Με γαλλική καταγωγή και ανεξίτηλα ελληνικά βιώματα στη μνήμη της. Η γυναίκα του Γιώργου Λάνθιμου δεν είναι ξεχωριστή μόνο στα λόγια. Ξέρει και να το δείχνει. Στην τέχνη, στη ζωή αλλά και κάθε φορά που εμφανίζεται στο κόκκινο χαλί – με ή χωρίς τον σύντροφό της.

Από τον Κώστα Μπουρούση

Μπορεί το επιβλητικό καλλιτεχνικό εκτόπισμα του Λάνθιμου και οι πρόσφατες δέκα οσκαρικές υποψηφιότητες να επισκιάζουν ή έστω να υπερκαλύπτουν τα πάντα γύρω του, όμως, υπάρχει κάτι ή πιο σωστά κάποια που δε χάνει ούτε δράμι από τη λάμψη και τη γοητεία της. Η συμβία του, Ariane Labed, στέκεται διακριτικά αλλά διακριτά στο πλευρό του ανερχόμενου δημιουργού, όχι μόνο ως σύντροφος της ζωής του αλλά και ως καλλιτέχνης που διαγράφει τη δική της πορεία τόσο σε χολιγουντιανά blockbusters, όσο και στο ευρωπαϊκό σινεμά. Η ίδια λέει συχνά ότι ετεροπροσδιορίζεται μέσα από τους ρόλους της ως μια γυναίκα που αναζητά τη θέση της μέσα σε έναν αφόρητα ανδροκρατούμενο κόσμο. Τι σου είναι το υποσυνείδητο.

Λέει ακόμα ότι της αρέσει η Μαρινέλλα. Αλλά και οι Nirvana. Και οι βόλτες στην οδό Βύσσης στο εμπορικό τρίγωνο των Αθηνών. Καμιά φορά μπορεί να στέκεται με τις ώρες ισορροπώντας στα λίγα τετραγωνικά του καραβοτσακισμένου πεζοδρομίου και να χαζεύει όλων των λογιών τα πόμολα στις προθήκες των καταστημάτων. Της αρέσει ακόμα που η καταγωγή της ήταν για καιρό «άλυτο» μυστήριο ή τέλος πάντων μια πρώτης τάξεως αφορμή σύγχυσης για τη δημοσιογραφική πιάτσα. Το διασκέδαζε να θεωρείται Γαλλίδα από τους Έλληνες και Ελληνίδα από τους Γάλλους. «Μιλάτε πολύ καλά γαλλικά!», της είχε απευθύνει με ενθουσιασμό Γάλλος δημοσιογράφος στη διάρκεια παλαιότερης συνέντευξής της, για να εισπράξει ένα βλέμμα ξέχειλο από στωικότητα και απορία, που όμοιό του μόνο σε λανθιμικό ήρωα θα ταίριαζε. Φυσικά και η Labed θα υποδυόταν κάποτε μια τέτοια ηρωίδα. Μόνο που θα περίμενε 25 χρόνια μέχρι ο δρόμος της να διασταυρωθεί με εκείνον του άνδρα της ζωής της και παρεμπιπτόντως πατέρα του «παράξενου νέου ρεύματος» του ελληνικού σινεμά.

Η ζωή της Ariane Labed από τα γεννοφάσκια της ήταν συνώνυμη με την περιπλάνηση. Γεννήθηκε στην Αθήνα από Γάλλους γονείς που εργάζονταν στην Ελληνογαλλική σχολή -ο πατέρας είναι μαθηματικός, η μητέρα της καθηγήτρια Γερμανικών- και τα παιδικά χρόνια της τα έζησε στην Αγία Παρασκευή. Όταν ήταν έξι ετών η οικογένεια μετακόμισε στο Φράιμπουργκ και έξι χρόνια αργότερα επέστρεψαν στον τόπο των γονιών της, στην Bourges, δυο ώρες έξω από το Παρίσι. Φυσικά για μια έφηβη που διάβαζε Ρεμπώ, Μποντλαίρ και Καμύ και άκουγε λυσσαλέα Nirvana η καθημερινότητα σε μια τακτοποιημένη, βαρετή κωμόπολη 60.000 κατοίκων ήταν το λιγότερο αφόρητη. Γι’ αυτό, βέβαια, δεν ευθυνόταν μόνο το βάλτωμα και η ρουτίνα της προαστικού τύπου ζωής, αλλά και το γεγονός ότι αντιμετώπιζε την πρώτη μεγάλη απώλεια της ζωής της. Εκείνη του χορού, τον οποίο αναγκάστηκε να σταματήσει, αφού δεν μπορούσε, όπως έχει πει, να διατηρήσει το σώμα της στην κατάσταση που έπρεπε. Η Labed για περίπου μια δεκαετία -από τα έξι μέχρι τα δεκαέξι χρόνια της- είχε αφιερώσει τη ζωή της στον χορό. Ήταν η περίοδος που την απόλυτη ηρωίδα της προσωποποιούσε η Sylvie Guillem.

Με την ενηλικίωσή της μετοίκησε νότια, στη Μασσαλία, για να σπουδάσει υποκριτική. Στα χρόνια της σχολής έκανε μια καθοριστική για την καριέρα της γνωριμία, εκείνη με την Αργυρώ Χιώτη, με την οποία κατόπιν δημιούργησαν την χοροθεατρική ομάδα Vasistas. Τότε, η Labed ανακάλυψε ότι το θέατρο δεν έπρεπε σώνει και ντε να είναι η βαρετή, αποστειρωμένη σύμβαση που είχε γνωρίσει έως τότε. Ο πειραματισμός ήταν η λέξη-κλειδί αλλά και ο τρόπος που η ομάδα επινόησε, εξέλιξε και συνεχίζει να ανακαλύπτει μια νέου τύπου θεατρική φόρμα που εμπεριέχει τη θεατρική πράξη, τον χορό, την performance, ενώ ενσωματώνει ακόμα και στοιχεία από εικαστικές εγκαταστάσεις. Η Χιώτη δεν έγινε για τη Labed απλώς μια στενή συνεργάτιδα ή μια καλή φίλη, αλλά και η αφορμή για να συνδεθεί ξανά με την Ελλάδα, την οποία στην πραγματικότητα ποτέ δεν λησμόνησε. Μπορεί οι αναμνήσεις της από τα πρώτα χρόνια της ζωής της στην Αθήνα να ήταν αποσπασματικές ή όχι αρκετά σαφείς, παρέμεναν όμως έντονες. Όπως για παράδειγμα εκείνος ο υπερήφανος, πολυλογάς λευκός παπαγάλος στον Εθνικό Κήπο που επαναλάμβανε μονότονα και ψυχαναγκαστικά προς τους επισκέπτες τη λέξη μαλάκας. Η Labed διάλεξε να επιστρέψει στη δεύτερη πατρίδα της.

Την οντισιόν της για τον ρόλο της Μαρίνας στην ταινία «Attenberg» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγκάρη θα τη θυμάται για πάντα. Η Labed ήταν, μάλλον, αδιάφορη για μια καριέρα στο σινεμά και σίγουρα απρόθυμη να δοκιμαστεί για τον ρόλο. Μπορεί να έφταιγε και το γεγονός ότι το 2009 τα ελληνικά της δεν ήταν ακόμα αρκετά καλά για να πρωταγωνιστήσει σε μια ελληνική ταινία. Τελικά, έμαθε τα λόγια της σαν τραγούδι. Και ήταν τόσο καλή ώστε έναν χρόνο μετά, τον Σεπτέμβριο του 2010 τιμήθηκε με το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας. H στιγμή της απονομής στη Μόστρα ήταν μάλλον μια αναπάντεχη, αμήχανη, περίεργη, σίγουρα φορτισμένη στιγμή. Ήταν τέτοια η έκπληξή της ώστε στον ευχαριστήριο λόγο της ξέχασε να πει δυο λόγια για τον τότε πρόεδρο της κριτικής επιτροπής Quentin Tarantino. Βέβαια, η μεγαλύτερη κατάκτησή της από το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο δεν ήταν ούτε η βράβευση στο αρχαιότερο φεστιβάλ του κόσμου, ούτε η πρόσβαση που τις εξασφάλιζε σε κόκκινα χαλιά και κοσμικές παράτες η διάκριση. Στους δύο μήνες που πέρασε στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας για τα γυρίσματα του φιλμ, η Labed γνώρισε έναν ήρωά της, τον Γιώργο Λάνθιμο. «Εντυπωσιάστηκα όταν τον γνώρισα. Είναι ένας άνθρωπος που όσα εμπόδια και εάν βρει, τα ξεπερνά», έχει δηλώσει για εκείνον. Δύο χρόνια μετά την πρώτη συνάντησή τους, στις 27 Φεβρουαρίου του 2017 όλοι έμεναν έκπαγλοι στη θέα των γυναικών που συνόδευαν τον Έλληνα δημιουργό του «Κυνόδοντα» στην 83η τελετή απονομής των Όσκαρ. Η μία ήταν η πρωταγωνίστρια της ταινίας Αγγελική Παπούλια, η άλλη η σύντροφός του Ariane Labed.

«Δουλεύουμε σε διαφορετικές χώρες, σε διαφορετικά μέρη και μετά περνάμε χρόνο μαζί. Είναι εύκολο με αυτόν τον τρόπο ζωής να κρατάς το ανεξάρτητο πνεύμα σου και ταυτόχρονα να βρίσκεις δύναμη με το να είσαι μαζί με κάποιον», έχει πει ο πάντα φειδωλός για την ιδιώτευσή του Λάνθιμος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Washington Post. Τον Σεπτέμβριο του 2013 ο Λάνθιμος και η Labed αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές του ενώπιον θεού και -όχι πολλών- ανθρώπων στο Λονδίνο. Η βρετανική πρωτεύουσα είναι τα τελευταία χρόνια η βάση τους, αν και τα ταξίδια και οι μετακινήσεις τους είναι εκ των ων ουκ άνευ συστατικό της καθημερινότητάς τους. Ωστόσο, όταν ο σκηνοθέτης βρίσκεται στην κομβική στιγμή που πρέπει να επιλέξει ή να καταλήξει στο επόμενο σενάριο που θα κινηματογραφήσει υπάρχει μια ιερή, σχεδόν, ρουτίνα που ακολουθεί μαζί με τη σύζυγό του. Της διαβάζει τα σενάρια γραμμή-γραμμή και τότε είναι που, όπως έχει εξηγήσει ίδιος, καταλαβαίνει τι πρέπει να κάνει. Έτσι έγινε και στην περίπτωση της «Ευνοούμενης», της πρώτης ταινίας στην οποία δεν υπογράφει το σενάριο ο ίδιος ο Λάνθιμος μαζί με το καλλιτεχνικό alter ego του, τον Ευθύμη Φιλίππου. Πάντως, η επιτυχία και η διεθνής ακτινοβολία που επιστεγάζεται με τις δέκα φετινές υποψηφιότητες για Όσκαρ φαίνεται να μην τον έχουν οδηγήσει να αναθεωρήσει τη σχέση του Λάνθιμου με το σινεμά και τον τρόπο που εργάζεται. «Η χρηματοδότηση και οι σταρ δεν έχουν αλλάξει τη συνταγή του. Απλώς, του δίνει περισσότερα εργαλεία για να υλοποιήσει το όραμά του. Δεν νομίζω ότι ποτέ θα αλλάξει κάτι, ότι θα δημιουργεί έχοντας ένα μεγαλύτερο κοινό κατά νου», έχει πει η Labed που διατηρεί το προνόμιο να τον γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα.

Όσο για την καριέρα της, μπορεί να κινείται σε χαμηλότερες στροφές από του συζύγου της, έχει ήδη όμως μερικούς σημαντικούς σταθμούς. Η ίδια παραμένει ενεργό μέλος της ομάδας Vasistas, έχοντας περισσότερο συμβουλευτικό ρόλο, αφού οι διεθνείς υποχρεώσεις της δεν της επιτρέπουν να συμμετέχει σε παραστάσεις. Πέρα από τις ταινίες του συζύγου της -συμμετείχε στο καστ τόσο των «Άλπεων» όσο και του «Αστακού»- η 33χρονη ηθοποιός καταφέρνει να βρίσκεται σε χολιγουντιανές παραγωγές, όπως στο «Assassin’s Creed» (με Michael Fassbender, Marion Cotillard και Jeremy Irons), στην ταινία «Μαρία Μαγδαληνή» (με Joaquin Phoenix και Rooney Mara), στο «Fidelio» όπου υποδύεται μια γυναίκα ναυτικό σε εμπορικό πλοίο, στο «The Souvenir» (με την Tilda Swinton) αλλά και σε επεισόδιο της τρίτης σεζόν της πολυσυζητημένης τηλεοπτικής σειράς «Black Mirror» του Netflix.

Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι η σύντροφος του Γιώργου Λάνθιμου λάμπει και εκτός μικρής ή μεγάλης οθόνης. Από το φθινόπωρο του 2017 ενσαρκώνει τη Μούσα του οίκου Chloe ως πρόσωπο της καμπάνιας για το άρωμα Nomade. Εξάλλου, και η ίδια ως νομάς έχει μάθει να ζει παιδιόθεν, γι’ αυτό και είναι πάντα έτοιμη να μετοικήσει σε όποιον τόπο έχει να της προσφέρει την επόμενη επαγγελματική πρόταση (ή ακόμα καλύτερα συγκίνηση). Μέσα, πάντως, σε όλα αυτά η δραστήρια ηθοποιός αποφάσισε να κάνει και το σκηνοθετικό ντεμπούτο της με μία ταινία μικρού μήκους, η υπόθεση της οποίας εκτυλίσσεται στην πόλη Bourges όπου ζουν οι γονείς της. Αν μη τι άλλο, έχει στο σπίτι της τον καλύτερο δάσκαλο.

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 635

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *