Αρμενία

Αρμενία

Σε ένα διάλειμμα απ’ τον αγώνα επάθλου του τηλεοπτικού «Survivor», κάνοντας ζάπινγκ, έπεσα επάνω στη Μανίκ, το 19χρονο μελαχρινό κορίτσι από την Αρμενία που εκείνη τη στιγμή μπήκε στο πλατό του «Master Chef» κρατώντας στα χέρια της ένα παραδοσιακό φαγητό της πατρίδας της, το Μπλιντσίκ. Εξήγησε απλά, με δυο τρεις προτάσεις, πως αυτό «το ωραίο που μυρίζετε» είναι κάτι σαν κρέπες με γέμιση από μοσχαρίσιο κιμά, ελαιόλαδο, πάπρικα, αλάτι και πιπέρι, και πως είναι ένα φαγητό που της θυμίζει πολύ τη γιαγιά της. Γι’ αυτό το έφτιαξε για τον διαγωνισμό, μήπως και καταφέρει και φορέσει την ποδιά στη μέση της για την πενηντάδα των καλύτερων, μήπως διακριθεί και μπορέσει να κάνει τ’ όνειρό της πραγματικότητα: να γίνει, δηλαδή, η καλύτερη μαγείρισσα της Αθήνας.

Καθώς κρατούσε με τα χέρια της τις περίεργες εκείνες κρέπες, έσκυβε το κεφάλι και τα μάτια της στον πάγκο, φύσαγε –όσο μπορούσε πιο διακριτικά– τη μύτη της, κάτι θυμόταν, κάτι όχι απροσδιόριστο, αλλά πολύ συγκεκριμένο της ερχόταν στο μυαλό –κάτι δικό της. Όταν σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει τους τρεις κριτές ήταν ήδη βουρκωμένη κι έβαλε το αριστερό της χέρι –σαν ασπίδα– για να σκουπίσει τα μάτια της, μήπως και καλύψει ό,τι ήταν ήδη εμφανές: αυτό το φαγητό ήταν ολόκληρο μια χώρα, ένας λαός που προσπάθησε να σωθεί επάνω σε τόνους από αίμα και τσεκούρια μπηγμένα με δύναμη, με μίσος, στο δέρμα, στον λαιμό. Ψύχραιμοι οι τρεις κριτές πήραν στα χέρια τους πιρούνι και μαχαίρι και έκοψαν ένα κομματάκι από την αρμένικη κρέπα. Την κοίταξαν διερευνητικά, αλλά δεν είπαν λέξη –το παιχνίδι είχε συγκεκριμένους κανόνες και έπρεπε να ακολουθηθούν. Τη δοκίμασαν ανέκφραστοι. Η αλήθεια είναι πως είχε καεί λίγο παραπάνω στη βάση της –όχι, δεν ήταν αυτό που θα ονόμαζαν εκείνοι «το τέλειο πιάτο»–, αλλά άφηναν τα σερβίτσια επάνω στην πετσέτα κοιτώντας την ολοένα και πιο πολύ, λιγότερο αυστηρά πια, καταργώντας τις οδηγίες του ξένου format για το reality. Ήξεραν. Και καταλάβαιναν. Πως το φαγητό της 19χρονης Μανίκ δεν ήταν γεύση –ήταν μνήμη. Ήταν ιστορίες. Πολλές μαζί, όλες ανακατεμένες μέσα σε λίγο κιμά και μπόλικο καλό λάδι (πώς χώραγαν;). Εμπνευσμένες ίσως –κομμάτι κομμάτι– από κάποια στιγμή του «Ούτε το όνομά μου» της Τhea Ηalo, που είχα διαβάσει κάποτε –για μία άλλη γενοκτονία τότε, εκείνη των Ποντίων. Ή μπορεί και να ’χαν κάτι απ’ τα ιερά κηροπήγια στο παρεκκλήσι του Αγίου Παύλου του Μπογός Οτατζιάν, στη Μάρκου Δράκου, λίγα μέτρα από το Λήδρα Πάλλας, το αναστηλωμένο από τον –σπουδαίο– Βαρτκές Μαχτεσιάν. Ήταν επίσης τραγούδια: Το «Hov Arek», το «Usge gu kas», το «Menk angedz zinvor enk», το «Yegur, yegur» –εκείνα που κάποτε άκουγα κι εγώ, χωρίς να ξέρω το αίμα που εισχωρούσε στον λάρυγγα των τραγουδιστών τους, από ανθρώπους που τα είχαν κάνει βίωμά τους στα μαγαζιά της Ερμού, της Λήδρας, της Στασικράτους. Ήταν βλέμματα υγρά –πολύ υγρά. Ήταν αφτιά που παρέμεναν ζωντανά –τόσα ψηφιδωτά ρυτιδιασμένων προσώπων επάνω σε ένα λαχματζούν με δυόσμο και λεμόνι δεν είχα αντικρίσει ξανά ποτέ σαν εκείνα της Ονασαγόρου.

Ο Δημήτρης Σκαρμούτσος πέρασε τελικά τον πάγκο, προχώρησε στη μεριά της Μανίκ και την αγκάλιασε σφικτά: «Ενώ έχεις καταλάβει ότι το πιάτο σου δεν είναι επιπέδου master chef, το γεγονός ότι ήρθες για να μας δείξεις κάτι παραδοσιακό, κάτι οικογενειακό, κάτι που έμαθες απ’ τη γιαγιά σου, και ενώ εγώ ήθελα να σου πω ένα “όχι”, τώρα θέλω να πω ένα πάρα πολύ μεγάλο “ναι!”. Γιατί θέλω να τη δοκιμάσουμε. Θέλω να δούμε μέχρι πού μπορεί να φτάσεις. Γιατί πρέπει να δίνουμε ευκαιρίες». Η Μανίκ δεν είπε πολλά. Ευχαρίστησε, φόρεσε τη λευκή ποδιά που της δόθηκε ως «ευκαιρία» και χαμογέλασε –πρώτη φορά. «Ameriga esbas gorapats / nshanadzes antin mnats / teyev unim badar me hats / peranes chor, achkes tats…», μουρμούριζαν ευχαριστημένοι οι πεθαμένοι πρόγονοί της στην καρδιά της, που φτερούγιζε επάνω απ’ το μισοφαγωμένο πιάτο σαν αητός.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *