Άσε μας, κούκλα μου!

Άσε μας, κούκλα μου!

Άσε μας, κούκλα μου!
Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου

Ολόθερμες κουβέντες πάνω από ένα τραπέζι με λαχταριστούς μεζέδες. 

Η Μ. ξεκίνησε μία συζήτηση από αυτές που παρακολουθώ πολύ συχνά -και με νοσηρή περιέργεια- για να δω πού θα καταλήξουν – αν και η αφετηρία τους παραμένει πάντα ίδια: Η αέναη ανά των ετών προσπάθεια απόδειξης του αντιθέτου περί «ποιοτικού», «εμπορικού» και «φτηνού» (θα προτιμούσα να γράψω τη λέξη «κλαψομουνίαση», καθώς και άλλες, αλλά σέβομαι τους τύπους), αυτό το μπερδεμένο πασπάλισμα μεταξύ της «πνευματικότητας» και της «δηθενιάς», του «έντεχνου» και του «λαϊκού», ως ματς μεταξύ «αιωνίων» που ενώ ξέρεις τον νικητή παρακολουθείς πάντα με ενδιαφέρον πού θα κάτσει τελικά η μπίλια και ποιος θα εκτεθεί περισσότερο. Η νύχτα ήταν γλυκιά μετά τις ξαφνικές βροχές καλοκαιριάτικα (ως είθισται, η φύση μας εκδικείται), το κρασί πηγαινοερχόταν αφειδώς από τον Ρουμάνο σερβιτόρο του «Γευσηκλέους» στο Στρόβολο, τα γύρω τραπέζια άδειαζαν. «Υπάρχουν δύο τραγούδια στο νέο δίσκο της Βίσση που είναι αριστουργήματα, τα “ηλιοτρόπια” και “ο φλεγόμενος τροχός”», είπα. «Η Βίσση δεν θα είναι ποτέ Μποφίλιου!», είπε. «Πάντως η Μποφίλιου μια χαρά έχει πάει να δει το πρόγραμμα της Βίσση στο “Hotel Ερμού” και ο Ευαγγελάτος, ο απενοχοποιημένος στιχουργός της (σε αντίθεση με σένα που παριστάνεις την τριανταφυλλιά αντί για τον κάκτο, κούκλα μου, θα ‘λεγα), με χαρά έδωσε στίχους του για τη Βίσση!», είπα. Είπε μετά αυτά που φαντάζεστε – και μου έφερε μάλιστα «ζωντανά» παραδείγματα για κάποιες (κακόμοιρες) τραγουδίστριες με αξύριστη μασχάλη και ιδρωμένο σβέρκο, που διαπράττουν καλλιτεχνικές απάτες παριστάνοντας κάτι άλλο από αυτό που η ίδια τους η φύση επιβάλλει ως κύτταρο: Την αναζήτηση του πραγματικού τους ταλέντου που δεν έχει την ανάγκη να χτίζει «στρατόπεδα». Το χόντρυνα: «Την προηγούμενη βδομάδα έκανα δύο συνεντεύξεις με διαφορά μιας μέρας: Τον βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών για την εργασία χρόνων του στον Ανδρέα Κάλβο -τιμητικό που είναι Κύπριος, αν και, λόγω σεμνότητας, αποποιείται τη σπουδαιότητα του-, Λεύκιο Ζαφειρίου (τη συνέντευξή του θα τη διαβάσετε παρακάτω) και τον παίκτη reality που έβαψε με «αίμα» τα χέρια του από ανακυκλώσεις κουτσομπολιών για τα ερωτικά του «προβλήματα» -αλήθεια; Ψέματα; Τι σημασία έχει;-, Δώρο Παναγίδη, που ακκίζεται στη φωτογράφησή του σαν αρχαίος Άδωνις γνωρίζοντας εκ των προτέρων τα αυταπόδεικτά του προσόντα, προσόντα που εκτιμήθηκαν δεόντως από χιλιάδες followers του (τη συνέντευξή του θα τη διαβάσετε στο σημερινό τεύχος του «Down Town»). Η συνεργάτιδά μου κατέληξε πια και, πάνω στην τελευταία γουλιά, σήκωσε το φρύδι ψηλά με βεβαιότητα: «Μα, αυτό είναι εμφανής σχιζοφρένεια!».

Χθες, Σάββατο, συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι – ο ατίθασος αυτός νέος στο πνεύμα μέχρι το τέλος του σοφός ποιητής, που πολλοί επικαλούνται πια ως «άλλοθι» των ανοσιουργημάτων τους και ως «σημαία», αν και αμφιβάλλω αν γνωρίζουν πέντε από τα σπουδαία μουσικά του έργα. Και βρήκα στο εξαίρετο βιβλίο της κορυφαίας Ελληνίδας interviewer, Όλγας Μπακομάρου, που κυκλοφόρησε πριν από μία βδομάδα («Ωσεί παρόντες» – «εκδόσεις Αρμός»), μία παλιά του συνέντευξη. Μικρό απόσπασμα:

Ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη τους ποιητές;
Όχι, ο ποιητής είναι άχρηστο πράγμα στην εποχή μας.

Πόσο αισιόδοξος πρέπει να είστε, ζώντας σε έναν κόσμο που δεν έχει ανάγκη την Τέχνη και τους ποιητές;
Είμαι αισιόδοξος, ελπίζοντας ότι κάποτε θα μπορέσω να τους ξεχάσω εντελώς τους ποιητές. Και θα ζήσω απελευθερωμένος απ’ αυτά τα ψέματα, τα οποία κληρονομήσαμε και τα συνηθίσαμε. Κι όχι μόνο εγώ. Ελπίζω ότι όλος ο κόσμος θ’ απαλλαγεί κάποτε απ’ όλες αυτές τις προκαταλήψεις και τις ψευτιές.

Και πώς θα είναι ένας κόσμος δίχως Τέχνη, δίχως ποιητές;
Α, χωρίς ποιητές… Μήπως ο κόσμος που ζούμε τώρα έχει ποίηση; Καμιά ποίηση. Ποίηση είναι μια έννοια η οποία υπάρχει ή δεν υπάρχει.

Μικρότερος πίστευα κι εγώ πως ό,τι νεκρικό και ανέκφραστο, ό,τι ανόητο που υποδύεται την κουλτούρα με αμπέχονα και μακριές χλαμύδες που γυροφέρνουν συνήθως γύρω από την πλατεία Εξαρχείων και την πλατεία Φανερωμένης, ό,τι επινοήθηκε κακόγουστα για να αρπάξει φράγκα από κρατικούς φορείς προσπαθώντας απεγνωσμένα να θυμίζει «κάτι-σαν-Τέχνη», ήταν και κοινωνικώς αποδεκτό. Αλλά η ζωή… Η ωριμότητα… Οι εμπειρίες… Οι πληγές και τα λάθη, κυρίως τα λάθη… Όλα εκείνα τα γεγονότα που ξεβγάζουν απ’ τα κουτάκια και ταξινομούν στη σωστή τους θέση το κιτς από την πραγματική ομορφιά, γίνονται αμείλικτα – ή αποφασίζεις τον ρεαλισμό ή γίνεσαι φερέφωνο του κάθε σαχλού θεατρίνου, του απ’ έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα, που δημιούργησε μια φάμπρικα για να μπορεί να επιβιώνει -κι αυτός- αξιοπρεπώς (για να το θέσω κομψά).

Έβαλα τα mp3 στ’ αφτιά μου και διασταύρωσα την Περικλέους. Μεσάνυχτα, πια. «Μην ρωτήσω τι ακούς…», μου είπε εκείνη – αμετανόητη. Γέλασα. «Παύλο Παυλίδη. «Λευκή καταιγίδα». Γιατί τον αγαπώ. Αλλά, ναι, για να μην στο χαλάσω, πριν βρεθούμε άκουγα το νέο “Future” της Madonna. Και το “Medellín” της. Γιατί κι αυτήν την αγαπώ!». Εννοείται πως τα εννοούσα όλα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *