Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Ώδινεν όρος

Τι είδους γρίφος είν’ αυτός! Να έρχεται ο γραμματέας του μητροπολίτη πρωί-πρωί στο εργαστήριο, ημέρα Παρασκευή, πάνω στη μεγάλη φούρια της δουλειάς, και να της λέει πως ο λόγος της επισκέψεώς του «είναι ένα στρουμφ κι ένα άλογο κούρσας». «Πάτερ, πας φιρί-φιρί να με τρελάνεις», άφησε κατά μέρος τους πληθυντικούς και την εθιμοτυπία η Αλέκα, «τα νεύρα μου δεν είναι πολύ καλά τελευταία, να χαρείς μη με πιλατεύεις κι εσύ!». Την παρακάλεσε να ηρεμήσει, «έρχομαι με πνεύμα ειρήνης και συγκατάβασης, τέκνον μου». Έδειχνε να το εννοεί. Δεν τον ξέρει τον πατέρα Χριστομάριο η Αλέκα. Η αλήθεια είναι πως, πέρα απ’ τα σούρτα-φέρτα με τη νεωκόρο Γεθσημανή, δεν έχει να του προσάψει το παραμικρό. Η διαίσθησή της δεν τη γέλασε ποτέ και τώρα της έλεγε πως ο αρχιμανδρίτης είναι από καλή πάστα και να μη φοβάται αυτόν, αλλά εκείνους που τον έστειλαν. Όσο καλοπροαίρετος και να είναι, ωστόσο, θα γίνει τροχοπέδη στην κακία όσων την επιβουλεύονται; Ο χρόνος θα δείξει και γι’ αυτό, όπως και για τα υπόλοιπα θέματα που την ταλανίζουν αυτό το διάστημα.

Ο Χριστομάριος τής παρέθεσε τα δεδομένα με ηρεμία, αποφεύγοντας υπερβολές που θα μπορούσαν να φορτίσουν περαιτέρω τη συνομιλήτριά του. Της είπε πως ο ίδιος ενημέρωσε εξαρχής την αρχιεπισκοπή «για την περίπτωση των κολλύβων του Αγίου Λαζάρου». Από δικής του πλευράς, όπως της εξήγησε, έδωσε την εικόνα ενός «ελάσσονος σημασίας συμβάντος, που δεν χρήζει της προσοχής της Εκκλησίας». Επειδή, όμως, εμφανίστηκαν και δύο άλλα κρούσματα εντέχνων κολλύβων, σε άλλες επαρχίες, ο αρχιεπίσκοπος απαίτησε την εις βάθος διερεύνηση του θέματος. Γι’ αυτό ήρθε ξανά ο ίδιος στο εργαστήριο, προκειμένου να υποβάλει αναφορά στον μητροπολίτη, ο οποίος κατόπιν θα προβεί σε ενδελεχή ενημέρωση του μακαριοτάτου. Της είπε πως ο στόχος του είναι να κατανοήσει πληρέστερα το τι ακριβώς κάνουν. Ως μη όφειλε, για να την καθησυχάσει, της εκμυστηρεύτηκε πως η πρόθεσή του είναι να δείξει πως έχει διογκωθεί αδικαιολόγητα το ζήτημα. Δεν της είπε και για τους γνωστούς αρχιεπισκοπικούς κύκλους που συστηματικά υπονομεύουν το περιβάλλον του μητροπολίτη Κιτίου ενόψει της εκλογής νέου δεσπότη στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον.

«Τι να κατανοήσεις και τι να ερευνήσεις, πάτερ μου. Ισχύουν αυτά που σου είπα την προηγούμενη φορά. Μάρτυς μου ο Θεός, την αλήθεια σου είπα και τότε, αυτή λέω και τώρα. Δεν έχω κάτι να κρύψω. Προσπάθησα να κάνω το προϊόν μου πιο ανταγωνιστικό, ήρθε τυχαία κι αυτό το άνεργο παιδί και οδηγηθήκαμε εκεί που ξέρεις. Αυτό είναι το αμάρτημά μου». «Και τα μοτίβα;», ρώτησε ο αρχιμανδρίτης. «Στέφανε, πες αγόρι μου για σχέδιά σου», είπε να εμπλέξει και τον ηθικό αυτουργό η Αλέκα.

Ο ζωγράφος έμεινε να χάσκει με εκείνο το βλέμμα το σαν χαμένο και την αίσθηση ενός αδιόρατου τρόμου, λες και φοβάται κάθε φορά την επάνοδο στα τετριμμένα του βίου. Αυτό συμβαίνει πάντα όταν ζωγραφίζει. Χρειάζεται χρόνο για να επανέλθει και να επικοινωνήσει εκ νέου με το περιβάλλον του. Φαίνεται η προσπάθεια που καταβάλλει κάθε φορά. Όπως όταν τον ρωτά η Πολυτίμη αν θέλει καφέ, «ε… ε…. ε…. όχι, ευχαριστώ… ίσως φτιάξω ένα τσάι αργότερα». Η Αλέκα τον έχει μάθει πια και του δίνει τον χρόνο του. Υπάρχει βέβαια μια αξιοσημείωτη εξαίρεση. Όταν απαντά το τηλέφωνο, «μπουτίκ αναπαύσεως, μπουκιά και συχώριο, λέγετε παρακαλώ», κι αρχίζει ένα μονόλογο, για τιμές, εκδοχές κολλύβων και μεγέθη δίσκων, τον οποίο έχει αποστηθίσει και τον εκτελεί με μαθηματική ακρίβεια. «Με συγχωρείτε, πάτερ, τι ακριβώς θέλετε να σας πω;», μίλησε επιτέλους. «Για τα σχέδιά σου, παιδί μου… Όλη αυτή η γκάμα… Σε τι αποσκοπεί;», του μίλησε μαλακά ο Χριστομάριος, διότι διέκρινε τη δυσκολία του. «Πού να αποσκοπεί το κάλλος, πάτερ;». Απ’ την απάντηση ο ιερωμένος κατάλαβε αυτοστιγμεί πως ο νεαρός ήτανε λιγότερο ακίνδυνος απ’ όσο έδειχνε. Αμ, το άλλο! Απάντησε στην ερώτηση με ερώτηση, κάτι που ουδόλως ευαρέστησε τον Χριστομάριο. Ο αρχιμανδρίτης του έδωσε να καταλάβει πως δεν θα ξελάσπωνε τόσο εύκολα. Όφειλε να αφήσει τις υπεκφυγές, στις οποίες έδειχνε να έχει μια φυσική ροπή, και να τοποθετηθεί ευθαρσώς.

«Έχοντας για αφετηρία τις σπουδές μου, το προσωπικό αισθητικό μου στίγμα, και χωρίς να παραβλέπω την παράδοση, δημιουργώ κάθε φορά ένα σχέδιο σχετικό με τον κεκοιμημένο, ο οποίος δεν είναι ένα απλό όνομα, αλλά ένα πρόσωπο. Μέσα από το σχέδιο, δηλαδή, προσπαθώ να του δώσω πίσω την προσωπικότητά του. Η Εκκλησία μάς θέλει ως σκέτα ονόματα ή ως πρόσωπα ενώπιον Θεού;». Ο αρχιμανδρίτης έμεινε να κοιτάζει τον νεαρό. Τι κι αν έδειχνε άβουλος και φοβισμένος, είχε το θάρρος της γνώμης και το θάρρος της πράξης μέσα στην τέχνη. Ναι, είχε το θάρρος που δεν είχε εκείνος όταν έπρεπε. Όταν υποτάχθηκε στις βουλές του πνευματικού του κι άφησε την υποκριτική για το ράσο. Πάλι την υποκριτική υπηρετεί δηλαδή, την κακώς εννοούμενη όμως. Με ποιο δικαίωμα, λοιπόν, να κρίνει αυτό το παιδί; Δίνει η συνθηκολόγηση τέτοια δικαιώματα; Ήθελε να ζητήσει συγγνώμη και να γίνει καπνός. Ήταν υποχρεωμένος, ωστόσο, να φέρει την αποστολή του εις πέρας. Υποτυπωδώς, τουλάχιστον.

«Υπήρξαν μιμητές, έχει θορυβηθεί η ιεραρχία, κακώς κατά τη γνώμη μου», του ξέφυγε το τελευταίο. «Αν χαμηλώσετε λίγο τους τόνους σχεδιαστικά κι αν αποφύγετε τους δημοσιογράφους και τις συνεντεύξεις –το ρεπορτάζ του ΡΙΚ δεν βοήθησε– η κατάσταση πιστεύω πως θα εκτονωθεί. Ας ελπίσουμε πως δεν θα υπάρξουν άλλα κρούσματα σε άλλους ναούς… Εγώ θα μιλήσω και με τους ιθύνοντες του Αγίου Λαζάρου και θα ενημερώσω τον δεσπότη μας». Χαιρέτησε και έφυγε.

Η Αλέκα φαντάστηκε τη Γεθσημανή με το τσεμπέρι να τη θάβει στον Χριστομάριο, «πότε θα της φτιάξω τα κόλλυβα, Παναγία μου, κομπλέ, με όλα τα κομφόρ και κερασμένα» είπε στον Στέφανο, ο οποίος δεν γνώριζε για ποια προοριζόταν το δωροκουπόνι. Υπό κανονικές συνθήκες θα είχε απελπιστεί η Αλέκα, τα πολλά αίτια της δυστυχίας, εντούτοις, με κάποιον μυστήριο τρόπο αλληλοαναιρούνταν προκαλώντας της μια αναπάντεχη ευφορία. «Όλες αυτές οι ωδίνες κάτι θα βγάλουν, διάολε!», δήλωσε παρηγορητικά στον εαυτό της.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *