Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο


Τίμιο Δάσος

Όταν έφτασε στον Άγιο Λάζαρο ο αρχιμανδρίτης Χριστομάριος, η νεωκόρος Γεθσημανή απουσίαζε. Βρισκόταν στο παθολογικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου της Λάρνακας, όπου νοσηλευόταν μια ξαδέρφη της. Υπέστη ένα ελαφρύ εγκεφαλικό επεισόδιο η Τροοδία και της πήγε η «Μαντάμ Τισό» ένα σταυρό με «τίμιο ξύλο». Όταν το άκουσε αυτό ο αρχιμανδρίτης, σκέφτηκε πως θα πρέπει κάπου να υπάρχει ένα Τίμιο Δάσος –κάτι σαν τον Μέλανα Δρυμό– το οποίο να συντηρεί όλη αυτή την περίσσεια τίμιου ξύλου ανά το παγκόσμιο. «Μιχάλη, ντροπή!», είπε με σαρκασμό στον εαυτό του, χρησιμοποιώντας μάλιστα το κατά κόσμον όνομά του.

Βγήκε απ’ τον ναό και πορεύτηκε προς το γραφείο του εφημέριου. Θα μιλούσε μόνο μ’ αυτόν. Ο πατήρ Μελέτιος ήτανε σαφής, «δεν υφίσταται θέμα, πανοσιολογιότατε». Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι οι «εμπλεκόμενοι» δεν είχαν κάνει κάτι το μεμπτό, «έβαλαν λίγο χρώμα στα κόλλυβα, και τι έγινε;». Ναι, ο ιερέας, όντας ξάδερφος της Δήμητρας, ήταν ευνοϊκά διακείμενος απέναντι στην Αλέκα. Η στάση του δεν προέκυπτε μόνο απ’ αυτό όμως, αλλά λόγω και του οφέλους που απολάμβανε ο ναός από την όλη υπόθεση. Χάρη στον ντόρο που είχε δημιουργηθεί είχανε περισσότερα μνημόσυνα, συνεπώς και παραπάνω έσοδα. Επίσης, απ’ το ρεπορτάζ της κρατικής τηλεόρασης που κάλυψε το ντεμπούτο των εναλλακτικών κολλύβων, φαίνεται πως έχει αυξηθεί η επισκεψιμότητα και τα έσοδα απ’ τα κεριά. Αυτό είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί, μιας και ο ναός ούτως ή άλλως υποδέχεται μια μεγάλη ροή προσκυνητών επί καθημερινής βάσεως. Ο Μελέτιος, εντούτοις, έχει τη γνώμη πως η προβολή συνέβαλε στην περαιτέρω ενίσχυση του αριθμού των Κυπρίων επισκεπτών από άλλες πόλεις, οι οποίοι τον ρωτάνε συχνά για τα «καλλιτεχνικά κόλλυβα του Αγίου Λαζάρου».

«Άρα, τι νομίζετε πως πρέπει να πράξω, πάτερ;», τον ρώτησε ο Χριστομάριος, «τίποτε, σήμερα είναι τα κόλλυβα, αύριο θα είναι το λάδι στα καντήλια που δεν είναι αγνό παρθένο, δεν θα βγάλεις άκρη με τους κοπρίτες». Ο αρχιμανδρίτης ευχαρίστησε εγκάρδια τον εφημέριο, του ζήτησε να μεταφέρει τα χαιρετίσματά του στην προσφιλή του νεωκόρο Γεθσημανή, χαιρέτησε κι αναχώρησε για τη μητρόπολη, έχοντας αποφασίσει επακριβώς το τι θα πράξει, «απόλυτη υποβάθμιση του ζητήματος μέχρι νεοτέρας».

Στο «Μπουκιά και συχώριο» η Αλέκα κατέβαλλε μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της δράσης τους στη σκιά των παραινέσεων του πατρός Χριστομάριου, «πώς προστατεύουμε τους εαυτούς μας, μήπως να κάναμε τα σχέδια λιγότερο προκλητικά;». Η αντίδραση του Στέφανου την αιφνιδίασε, «σε καμία περίπτωση, και δεν κατάλαβα, πού ακριβώς είναι η πρόκληση;», το μάτι του να γυαλίζει. «Παιδί μου, εκκλησία είναι, δεν είναι γκαλερί, απλός κόσμος πάει, όχι οι τυχάρπαστοι της Λευκωσίας, χαμήλωσε λίγο τον αμανέ». «Όχι, είναι θέμα καλλιτεχνικής έκφρασης. Ή συνεχίζω όπως ξεκίνησα ή παραιτούμαι αυτή τη στιγμή».

Η έρμη η Αλέκα βρέθηκε ανάμεσα στην οπισθοδρόμηση της επίσημης Εκκλησίας και στην ελευθεριότητα ενός ζωγράφου που φέρει όλη τη θνησιγενή ρώμη της νιότης. Το τελευταίο που ήθελε ήτανε να τον δει να φεύγει άρον άρον απ’ το εργαστήριο, όχι για λόγους συμφέροντος, αλλά γιατί τον έχει συμπαθήσει. Μάλλον όχι, τον έχει αγαπήσει. Έχει αγαπήσει το ταλέντο του, τη θλίψη του, την αποκόλλησή του απ’ την πραγματικότητα. «Συνέχισε όπως επιθυμείς κι ο Θεός ας βάλει το χέρι του», μ’ αυτή τη φράση έδωσε το στίγμα της άτακτης υποχώρησής της. Ο Στέφανος της φίλησε με ενθουσιασμό τη χείρα –κάτι που είχε να της συμβεί κάπου σαράντα χρόνια– και συνέχισε το έργο του. Ζωγράφιζε τον δίσκο της κεκοιμημένης φιλολόγου Νέλλης Δημητριάδου. Είχε πλαισιώσει το όνομά της με τα είκοσι τέσσερα γράμματα της αλφαβήτου. Τα γράμματα ήτανε φτερωτά σαν τις ψυχές που πετούν και πάνε στο επέκεινα, μπας και δουν Θεού πρόσωπο. Αυτό που ήτανε άφαντο όταν πατούσαν το χώμα μας κι όταν ξεδιψούσαν απ’ το δικό μας νερό.

Η Κυριακή στον Άγιο Λάζαρο δεν είχε κάποιο απρόοπτο. Τα σχέδια του Στέφανου αποδείχθηκαν για άλλη μια φορά αντάξια της φήμης του εργαστηρίου. Ούτως ή άλλως η Αλέκα δεν ανησυχεί και τόσο για τον εν λόγω ναό, αλλά για τυχόν απρόοπτα σε άλλες εκκλησίες. Παρόλα αυτά περίμενε με αγωνία την αναφορά της Δήμητρας. Θα πήγαινε να εκκλησιαστεί η δασκάλα και της είχε ζητήσει να ψαρέψει τον εφημέριο για την επίσκεψη του πατρός Χριστομάριου. Λίγο πριν το μεσημέρι η Δήμητρα την επισκέφθηκε στο σπίτι, έχοντας έτοιμη την αναφορά της. Ο αρχιμανδρίτης –σύμφωνα πάντα με τον Μελέτιο– θα τους προστατέψει όσο μπορεί. Η εκπαιδευτικός τής υπέδειξε, ωστόσο, πως αυτό το «όσο μπορεί» είναι ένας αστάθμητος παράγοντας. «Μπορεί να μπορεί και πολύ, μπορεί να μπορεί και λίγο». «Τι είναι αυτά τα σιβυλλικά, βρε Δήμητρα!», δυσανασχέτησε η Αλέκα. «Για την ώρα να μην ανησυχείς», της είπε με περισσότερη σαφήνεια. «Παρεμπιπτόντως, ο Μελέτιος μού είπε πως η Γεθσημανή ήτανε πυρ και μανία επειδή έχασε την ευκαιρία να μιλήσει με τον Χριστομάριο, είχε πολλά ράμματα για τη γούνα σας… Σκανδαλίζετε, λέει, τον κόσμο και εμπαίζετε τους πενθούντες». «Α, που να τη δω προσκηνύτρια στη Μέκκα, Άγιε μου Γεράσιμε, τι της έχω κάνει και με πολεμά η εντοιχισμένη!», αναφώνησε η Αλέκα, στρέφοντας το κεφάλι προς την ανατολή, «εκεί πρέπει να κοιτάζουμε όταν καταριόμαστε, ενισχύεται η αποτελεσματικότης», διευκρίνισε.

«Ξέχνα τα τώρα αυτά, καλύτερα να επικεντρωθούμε στο θέμα της Ελευθερίας», την προσγείωσε σ’ ένα άλλο θλιβερό πεδίο της ζωής της η Δήμητρα. Στην άνυδρη χώρα που λέγεται «η ανύπαντρη αρσιβαρίστρια κόρη μου». Τότε της αποκάλυψε η Αλέκα πως σε τέσσερις ημέρες θα συναντούσε τη διακεκριμένη μελλοντολόγο και χειρομάντισσα Νότα Δελχί. «Την έχω ακουστά», δήλωσε ολίγον αδιάφορα η άλλη. «Μου τη σύστησε ο Στέφανος. Θα πάω για να μου πει αν θα αξιωθώ ποτέ να παντρέψω την κόρη οφθαλμού, μόνο αυτό, Δήμητρά μου… Τι άλλο να θέλω εγώ χήρα γυναίκα». «Κι άμα δει και κανένα γαμπρό για σένα, τι θα κάνεις;», την πείραξε η δασκάλα. «Εικόνισμα θα την κάνω, Οσία Δελχί η θαυματουργός, η εν Λάρνακι φαεινώς διαλάμψασα», απάντησε η επιχειρηματίας, καρφώνοντας το βλέμμα στον Εσταυρωμένο που είναι κρεμασμένος πάνω απ’ το ψυγείο.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *