Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Ρωγμή

Πέμπτη βράδυ κι η Αλέκα θα πήγαινε πεζή στο σπίτι τής μελλοντολόγου Νότας Δελχί. Η Παναγιώτα Ματσάγγου, όπως είναι γραμμένη σ’ ένα διαβατήριο που έχει λήξει προ ετών, κατοικεί σε μια παλαιά οικία στην περιοχή του αρχαίου Κιτίου, στην οδό Μαρίας Συγκλητικής. Η Δήμητρα, που είχε βρει τον δρόμο στο Google Maps, της είπε πως είναι σχετικά κοντά στην εκκλησία Παναγίας Χρυσοπολιτίσσης. Κοντά ήταν, το να βρει τον δρόμο, ωστόσο, στάθηκε σχεδόν αδύνατον. Κι αυτός δεν ήταν κι ο μοναδικός σκόπελος της εσπέρας. Ο πρώτος ήταν που έπρεπε να φύγει βράδυ απ’ το σπίτι έχοντας πει μια πειστική δικαιολογία στην Πολυτίμη, που θα την έβλεπε να φεύγει μεσούντος του δελτίου των οκτώ. «Μαμά, η Δήμητρα μάλωσε άγρια με τον ανεπρόκοπο, πάω να της συμπαρασταθώ», «να πας, παιδί μου… ο φίλος τον φίλον εν πόνοις και κινδύνοις ου λείπει». Την επομένη θα της έλεγε πως τα βρήκε τελικώς η Δήμητρα με τον μεταφορέα οπωροκηπευτικών και πως όλα είναι μέλι γάλα. «Δόξα τω Θεώ, μαμά», θα της πει, «δεν βρίσκεις εύκολα γκόμενο τη σήμερον ημέρα», αυτό το τελευταίο θα το συνδυάσει με το ύφος το «υποθέτω κι εγώ, μη νομίζεις».

Το σπίτι της Δελχί ήταν σαν ακατοίκητο, «σαν το σπίτι της μάγισσας», σκέφτηκε η Αλέκα αντικρίζοντάς το, αφού πρώτα περιπλανήθηκε άκαρπα στους δρόμους της Χρυσοπολίτισσας. Τα παντζούρια ήτανε σφαλισμένα κι ο κήπος, από χρόνια παραδομένος στο έλεος του χρόνου, είχε μια φυσικότητα ανατριχιαστική. Το λιγοστό φως δε, τον έκανε ακόμη πιο απειλητικό. Δεν υπήρχε επιστροφή, θα έμπαινε. Άνοιξε τη σκουριασμένη καγκελόπορτα, πήγε προς την είσοδο και κτύπησε το κουδούνι. Της άνοιξε μια υπέρβαρη γυναίκα με πατερίτσες. Ακαθορίστου ηλικίας∙ θα μπορούσε να ήταν από σαράντα πέντε έως εκατό. «Η κυρία Δελχί;», ρώτησε με δισταγμό η Αλέκα. «Όχι, η Χαριτίνη είμαι, δουλεύω στην υποδοχή… Με παράτησε ο άντρας μου για μια Βουλγάρα που εργαζόταν σε πιτσαρία. Πήγε αυτός να φέρει τη σπέσιαλ που είχαμε κόσμο και… Έπρεπε να εργαστώ». «Χάρηκα», απάντησε αμήχανα η Αλέκα, σκεπτόμενη πως ίσως ήταν λάθος που παρέλειψε το «για τη γνωριμία». Η Χαριτίνη την ενημέρωσε πως σε πέντε λεπτά το πολύ θα τελείωνε η εν εξελίξει συνεδρία και η Δελχί θα τη δεχόταν «χωρίς το διάλειμμα των δέκα λεπτών». Πράγματι, δεν πέρασαν δυο λεπτά και μια νεαρή κοπέλα εμφανίστηκε στο χολ, ζητώντας απ’ τη Χαριτίνη να διευθετήσει το επόμενό της ραντεβού.

Η Αλέκα κοιτούσε τη διακόσμηση αυτού του αλλόκοτου σπιτιού. Ο χρόνος είχε σταματήσει κάπου στη δεκαετία του εβδομήντα, με την αισθητική της τότε εποχής στα έπιπλα, στα μπιμπελό και στα κάδρα. Της θύμισε κάτι απ’ την Αθήνα της νιότης της. «Πού είμαι, Παναγία μου;», διερωτήθηκε, για να ακούσει αμέσως τη Χαριτίνη να της λέει το «παρακαλώ, περάστε». Την ακολούθησε σ’ ένα διάδρομο-τούνελ. Η γραμματέας κοντοστάθηκε στην τρίτη πόρτα αριστερά, έστησε τις πατερίτσες στον τοίχο και κτύπησε απαλά την πόρτα. «Αν είσαι φίλος διάβαινε κι αν είσαι εχτρός μου φύγε», ακούστηκε καθαρά η απόκριση. H Χαριτίνη άνοιξε την πόρτα και συνόδεψε την Αλέκα εντός του δωματίου.

Ήταν ένα απλό δωμάτιο με ξεφτισμένους σοβάδες. Υπήρχε ένα μονό κρεβάτι στα δεξιά και στη μέση ένα στρογγυλό τραπέζι όπου καθόταν φάτσα κάρτα η Νότα Δελχί κι απέναντί της μια κενή καρέκλα για τον «συνδαιτυμόνα» της. Σ’ αυτόν στον οποίο σερβίρει κάθε φορά μια μερίδα μέλλοντος. Κι όσο κι αν γοητεύει ένα τέτοιο πιάτο, ο φόβος δεν λείπει απ’ όποιον πρόκειται να το φάει. Η Αλέκα απογοητεύτηκε σφόδρα απ’ την όψη της μελλοντολόγου. Τη φανταζόταν σαν Ινδή πριγκίπισσα με τα λούσα και τη μεγαλοπρέπεια της Ανατολής. Αντ’ αυτού αντίκρισε μια συνηθισμένη γυναίκα, μεσόκοπη και μάλλον κοντή, που φορούσε ένα αδιάφορο καφέ φόρεμα. Τα μαλλιά της ήτανε μεν βαμμένα στο χρώμα του καρότου, όμως ήτανε κι εντελώς ατημέλητα. «Κάθισε, Αλέκα», της είπε φιλικά, «εδώ μέσα δεν έχουν χώρο οι περιττές ευγένειες και οι τυπικότητες», δικαιολογήθηκε. «Καλέ, αλίμονο», αποκρίθηκε η Αλέκα και κάθισε. Η Χαριτίνη έκανε κάτι σαν υπόκλιση, κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Ήτανε πλέον μόνες.

Η Δελχί της έπιασε το αριστερό χέρι. Ευθύς της ήρθε ταχυπαλμία. Η μελλοντολόγος το κατάλαβε, «μην κάνεις σαν παιδί, δεν θα σε φάω, θα δω πώς μπορώ να βοηθήσω, αυτό είναι όλο». Παρατηρούσε αμίλητη την αριστερή της παλάμη μέχρι που τη διέκοψε η Αλέκα, «ξέρετε, εγώ δεν έχω καμία καΐλα για το τομάρι μου, ήρθα αποκλειστικά και μόνο για την…», «σκασμός!», εξεμάνη η Δελχί. Η χήρα κατάλαβε πως δεν υπήρχε κανένα απολύτως περιθώριο χειραγώγησης της χειρομάντου.

«Άλλον αγάπησες, άλλον παντρεύτηκες, άλλον έθαψες, γι’ άλλον κλαις». Αυτή ήταν η έναρξη του πορίσματος της Δελχί. Η ρήση έπεσε πάνω στην Αλέκα σαν την ταφόπλακα. Ναι, είχε δίκαιο. Ας όψεται η ζωή που ορίζει κι αποφαίνεται… Ένιωθε τώρα τα δάκρυα να ρέουν αυτόβουλα στα μάγουλά της, σαν τη βροχή τη σταλμένη απευθείας απ’ τα κράσπεδα μιας ελάχιστης θείας πρόνοιας. Η χειρομάντισσα της μιλούσε τώρα για τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα, για τη μάνα της, για τον πατέρα της, για τον αδερφό της που τον χάσανε παιδί από σηψαιμία. Με τα μελλούμενα τι γίνεται; Τι σόι μελλοντολόγος είν’ αυτή; Δεν την ενδιέφεραν την Αλέκα όλα αυτά. Τα ήξερε και τα ξέχασε. Ενώ μιλούσε η Δελχί, προτίμησε να εστιάσει στα δάχτυλά της που είχαν χτενίσει τα μαλλιά του τόσες φορές. Είχαν γεράσει κι αυτά. Αντί τα αρχαία συμβάντα, προτίμησε να ακούει το όνομά του με την εφηβική της φωνή, τη φωνή της άνοιξης και της προσδοκίας, «Μηνά, Μηνά, Μηνά… τι μήνα έχουμε Μηνά… Μάιο, αγάπη μου… Θα είναι πάντα Μάης πλάι σου». Μετά έφυγε στην Αμερική. Υποτροφία για τον νέο κόσμο. Έκτοτε χάθηκε σαν τον νεκρό.

Η συνεδρία έληξε και δεν είχε ακούσει τίποτε για την κόρη της. Δεν την ενδιέφερε. Πλήρωσε τη Χαριτίνη και βγήκε στον δρόμο. Έπιασε τον Μηνά απ’ το χέρι και πορευτήκανε μαζί μετά από τόσους καιρούς χώρια. Μαζί μέσα στον ξένο τόπο. Μαζί μέσα στη μαύρη νύχτα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *