Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Πρώτη φορά αριστερά

Μετά από μέρες ο αρχιμανδρίτης Χριστομάριος αποφάσισε να ενημερώσει τον μητροπολίτη Κιτίου Σεραφείμ για την επίσκεψή του στο «Μπουκιά και συχώριο» και στον ιερό ναό του Αγίου Λαζάρου. Παρότι η κωλυσιεργία ήταν εξαρχής τμήμα της τακτικής του πατρός Χριστομάριου, δεν ήθελε να υπερβεί και τα όρια. Σήμερα, λοιπόν, θα προέβαινε στο οφειλόμενο διάβημα, γι’ αυτό και πήγε πρωί-πρωί στο δωμάτιο του εδώ και μήνες ασθενούντος δεσπότου. Όπως λέγεται στους εκκλησιαστικούς κύκλους της πόλεως, και μεταφέρεται ως μόσχευμα, γλωσσικώς ομιλούντες, στους πιστούς, «ο πανιερώτατος οικουρεί».

Αφού ζήτησε την ευχή του μητροπολίτου, μπήκε αμέσως στο θέμα, «σεβασμιότατε, έκανα την έρευνα που μου ζητήσατε αναφορικά με τα κόλλυβα της χήρας Αλέκας Κάντα Αργυρίου». «Α, ναι», απάντησε άκεφα ο Σεραφείμ, «πες μου το πόρισμά σου, παιδί μου, να το πω στον προκαθήμενο να τελειώνουμε και μ’ αυτή την ιστορία». «Γέροντα» –όταν θέλει να τον καλοπιάσει, προτιμά αυτή την προσαγόρευση ο Χριστομάριος– «μετά λόγου γνώσεως και με παρρησία σας δηλώνω πως το ζήτημα δεν είναι καν δευτερεύον… είναι σχεδόν ανύπαρκτο, τα κόλλυβα αισθητικώς παρεκκλίνουν κάπως απ’ την πεπατημένη, δεν διαπίστωσα εντούτοις πρόθεση ασέβειας προς την παράδοση, πολλώ δε μάλλον προς την εκκλησιαστική τάξη… Και ο εφημέριος του ναού δεν έχει κανένα απολύτως παράπονο. Τουναντίον. Τρικυμία εν κρανίω, γέροντά μου… Πείτε στον μακαριότατο πως τους έγιναν αυστηρότατες συστάσεις να περιορίσουν τη σχεδιαστική τους γκάμα». «Καλά, καλά…», απάντησε ο μητροπολίτης με κόπο, «θα τηλεφωνήσω εντός των ημερών στην αρχιεπισκοπή». «Θα σας θυμίσω από βδομάδα», κι άλλη χρονοτριβή ο Χριστομάριος. «Ευχαριστώ, τέκνον μου», απάντησε ο ιεράρχης, πρόθυμος να καταδυθεί σ’ έναν ακόμη λυτρωτικό λήθαργο.

Στο εργαστήριο η Αλέκα ήτανε σαν μεθυσμένη. Η χθεσινή επίσκεψή της στη Νότα Δελχί την είχε βάλει σε μια ομιχλώδη συναισθηματική και πνευματική κατάσταση. Πρώτη το διαπίστωσε η Πολυτίμη, που ενδιαφέρθηκε αρχικά για τη Δήμητρα, που δήθεν περνούσε κρίση με τον γκόμενό της. Η Αλέκα είχε ξεχάσει πως αυτή ήταν η δικαιολογία που είχε πει στη μάνα της για να μπορέσει να φύγει νύχτα για τη Δελχί. Προσπάθησε να το κρύψει, «όλα μέλι γάλα, μάνα, αλί σε μας, που μείναμε μόνες σαν καλαμιές στον κάμπο». «Κάτι έχεις εσύ», αποκρίθηκε η γηραιά. «Κούραση, δεν είμαι και χθεσινή», «Αλέκα, σε γέννησα, δεν μπορείς να κρυφτείς τόσο εύκολα απ’ τη μάνα σου». Τι να της έλεγε; Πως μετά από σαράντα και πλέον χρόνια «συνάντησε» τον Μηνά, τον μεγάλο της έρωτα, χάρις στη «μεσιτεία» μιας μελλοντολόγου; Πως κι ο Τιμολέων καλός ήταν, όμως δεν ήταν Μηνάς; Πως τον σκέφτεται έντονα τα τελευταία χρόνια και πως τη συνθλίβει η ανάμνησή του; «Με κούρασαν τα κόλλυβα κι οι σκέψεις, μαμά, ο Θεός είναι μεγάλος, όμως όταν ευκαιρήσει, κάτι θα παράσχει κι αυτός». Η Πολυτίμη δεν ικανοποιήθηκε απ’ την απάντηση, όμως ξέρει καλά την κόρη της. Όταν δεν θέλει να ανοιχτεί γίνεται σφίγγα, την περίμενε και το ταξί για το μάθημα κεραμικής, «να θυμάσαι πως η ζωή έχει κρυμμένους άσους στο μανίκι, παιδί μου», «για τους άλλους, όχι για μας», μουρμούρισε η Αλέκα.

Γύρω στις τρεις ο Στέφανος έθεσε το ερώτημα που απευχόταν απ’ το πρωί η εργοδότριά του, «το ξέχασα εντελώς… πώς πήγε χθες με τη Δελχί;». Ήξερε πως δεν μπορούσε να κρυφτεί απ’ αυτόν. Ήτανε ένα μυστήριο πράγμα. Ενώ είχε αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη μάνα της, με τον Στέφανο ήταν σαφώς δυσκολότερα τα πράγματα. Είναι και οι δύο συμπολίτες στη χώρα του αλύτρωτου, δεν θα μπορούσε να του κρυφτεί. «Μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια», σκέφτηκε και του τα είπε όλα. Ήρεμα και χωρίς μελοδραματισμούς, κλείνοντας με το «τζίφος για την κόρη οφθαλμού, δεν έμαθα το παραμικρό». «Πες μου το πλήρες όνομα του Μηνά, θα κάνω ό,τι μπορώ», «Μηνάς Πράσινος», απάντησε η Αλέκα κι αμέσως βούρκωσε. Το είδε ο Στέφανος. Της χάιδεψε το αριστερό χέρι, «δεν έχεις Facebook, σωστά;», «όχι, αγόρι μου, αυτό με μάρανε», «δεν πειράζει, έχω εγώ», απάντησε ο ζωγράφος.

Έμειναν για πολλή ώρα αμίλητοι. Η Αλέκα δεν έκανε απολύτως τίποτε, το μυαλό της ήταν αλλού. Στην οδό Βεΐκου στο Κουκάκι, όπου δεκαεξάχρονο κορίτσι περίμενε τον Μηνά να περάσει απ’ το ζαχαροπλαστείο τους. Να της πει μπροστά στον πατέρα της «καλησπέρα, δεσποινίς Κάντα», και όταν ήταν μόνοι «γεια και χαρά σου, γιασεμάκι μου». Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν –και πάντα στον ίδιο χώρο του εργαστηρίου– ο Στέφανος σκίτσαρε τα σχέδια της προσεχούς Κυριακής οραματιζόμενος ένα πιο γενναιόδωρο παρόν στο μέλλον. Τους επανέφερε αιφνίδια στην πραγματικότητα η εμφάνιση της Δήμητρας με φόρμες γυμναστικής. Πήρε δύο κιλά και ξεκίνησε το περπάτημα στους δρόμους της Σκάλας. Μια που περνούσε, είπε να πει ένα γεια και να μεταφέρει διά ζώσης στην Αλέκα το καλό μαντάτο. «Ο Φαίδων μού είπε πως αύριο θα βγούνε για ποτό με την Ελευθερία! Κοινή έξοδος Σαββατιάτικα! Τι έχεις να πεις;». «Δήμητρά μου, υπό κανονικές συνθήκες θα χαιρόμουν, και θα χαιρόμουν πολύ, σήμερα όμως, και να με συμπαθάς, μπορώ με βεβαιότητα να σου πω πως χέστηκα!».

Η Δήμητρα κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τη φιλενάδα της, «συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με έκδηλη την ανησυχία. «Συμβαίνει πως είμαι εξήντα ετών κι ακόμη περιμένω», απάντησε η Αλέκα. «Δεν καταλαβαίνω… τι ακριβώς περιμένεις;», επέμεινε η δασκάλα. Η κολλυβοποιός κοίταξε τον Στέφανο, «βρες τρόπο να με ξελασπώσεις, εγώ δεν έχω το κουράγιο», του διαμήνυσε με το βλέμμα. «Ξέρεις που η Αλέκα είναι απ’ την Ελλάδα, καλαμαρίνα, που λέμε…», ξεκίνησε ο νεαρός, «τον κακό σου τον φλάρο!», είπε από μέσα της η επιχειρηματίας, «ε, είχε πιστέψει στον Τσίπρα κι ακόμη περιμένει τη σωτηρία της πατρίδας της», ακάθεκτος ο Στέφανος. Ότι θα τη γλίτωνε το Μέγαρο Μαξίμου δεν το περίμενε η Αλέκα, «αχ, μας πότισε κι αυτός το πικρό ποτήρι, Δήμητρά μου, κι όταν σου έρχεται η ακύρωση εξ αριστερών, είναι ανελέητη… σαν τον σεισμό και σαν το αστροπελέκι», συμπλήρωσε αρκούντως πειστικά.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *