Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Αθήνα του Βορρά

Η Δελχί συνέστησε στην Αλέκα να πάψει να ασχολείται με την αποκατάσταση της μοναχοκόρης της και κυρίως να μην παρεμβαίνει, «αυτό που είναι να γίνει θα γίνει σύντομα, εσύ να μην ανακατεύεσαι». «Μα, είμαι μάνα», κλαψούρισε η Αλέκα, «ακριβώς, είσαι μάνα, δεν είσαι η θεία απ’ το Σικάγο, κράτα τη στάμνα για λογαριασμό σου!». Άιντε ξανά μανά με τα υπονοούμενα, «το παρελθόν σού κτυπά την πόρτα, γιατί καμώνεσαι πως δεν ακούς;». Την Kινέζα η Αλέκα, «ξέρεις πολύ καλά τι λέω, αυτό το μι σου κτυπά την πόρτα, γιατί δεν του ανοίγεις;», επέμεινε η χειρομάντης. Της χήρας της ήρθε μια σκοτοδίνη, ζήτησε λίγο νερό και παρακάλεσε τη Δελχί να ανοίξει τα μανταλωμένα παραθυρόφυλλα. «Άσε τους θεατρινισμούς και πες μου γιατί κωλυσιεργείς. Και έχε υπόψη σου ότι σήμερα έχω πολύ βεβαρημένο πρόγραμμα, δεν έχω χρόνο για μαλακίες». «Θα πω στον Στέφανο να μου δείξει τη φωτογραφία του. Μετά θα δω τι θα κάνω. Τι επιλογές έχω σ’ αυτή την ηλικία, δεν είμαι και χθεσινή». Η Δελχί έδειξε τον εκνευρισμό της, με την Αλέκα να αλλάζει αιφνίδια το θέμα, «έχω ένα βάρος, Νότα μου, η φίλη μου η Δήμητρα έχει πέσει θύμα ενός απατεώνα, για δέκα σχεδόν χρόνια της πουλάει έρωτες και κουραφέξαλα, τα έμαθα όλα, αυτή δεν ξέρει τίποτα, πώς να της πω τέτοιο πράγμα…».

Το βλέμμα της Δελχί σκοτείνιασε, ήταν η πρώτη φορά στη διάρκεια της συνεδρίας που έδωσε βάση σε κάτι που της έλεγε η Αλέκα. Αφού σιώπησε για λίγο, είπε το εξής, «σύντομα θα κληθείς να της πεις την αλήθεια, θα αναγκαστείς να ανοίξεις τα χαρτιά σου, θα το απαιτήσουν οι συνθήκες, να μη φοβάσαι, εσένα επέλεξε η υπέρτατη διάνοια για να της ανοίξεις τα μάτια». Πριν προλάβει να ρωτήσει κάτι η Αλέκα, μπήκε στο δωμάτιο η Χαριτίνη, «ήρθε η κυρία Καπετάνιου». «Τελειώσαμε με την κυρία στρουθοκάμηλο, και να μην πληρώσει», ενημέρωσε το τσιράκι της η χειρομάντης, «κερασμένη απ’ τη σαλεμένη η συνεδρία». Η Δελχί δεν έχασε την ευκαιρία να θυμίσει στην Αλέκα τον χαρακτηρισμό που της είχε αποδώσει με τόση ευκολία, «χίλια συγνώμη», απάντησε εκείνη, «απ’ τον εαυτό σου να ζητήσεις τη συγχώρεση, αυτόν αδικείς εξ απαλών ονύχων», ήρθε και το ράπισμα απ’ τη Νότα. Η πελάτης σηκώθηκε και η Δελχί έκανε κάτι σπάνιο για την ιδιοσυγκρασία της, την αγκάλιασε, «είναι πουτάνα η ζωή, δεν υπάρχει αμφιβολία, όμως ο τελευταίος λόγος ανήκει στο δίκαιο και το καλό, έλα ξανά αν νομίζεις ότι μπορώ να βοηθήσω».

Στην επιστροφή για το σπίτι η Αλέκα λοξοδρόμησε, περνώντας απ’ τις Φοινικούδες. Είχε χρόνια να πάει μόνη στο παραλιακό μέτωπο της Λάρνακας κι ας απέχει δέκα λεπτά με τα πόδια απ’ το σπίτι της. Δευτέρα πρωί και η κίνηση ήταν ελάχιστη. Ο καιρός ήταν καλός και ο ουρανός ακηλίδωτος. Της θύμισε τον ουρανό της Αττικής, τότε που η ζωή ανοιγόταν μπροστά της σαν την αγαπητική θάλασσα, χωρίς υφάλους και υπόγεια ρεύματα. Στο μέσο της λεωφόρου Αθηνών έκανε κάτι πρωτοφανές. Κάθισε για καφέ. Πάντα συνοδευόταν. Απ’ τη Δήμητρα, απ’ την κόρη της, απ’ τον Λύσανδρο και την Παύλα. Τώρα κάθισε μόνη. Για πρώτη φορά. Στα εξήντα της.

Παρήγγειλε έναν γαλλικό καφέ, της φέρανε κι ένα κρουασάν του χαμού, κερασμένο απ’ το κατάστημα. Είχε μια ώρα περίπου στη διάθεσή της. Θα έφτιαχνε μακαρόνια με κιμά για μεσημεριανό. Αν επέστρεφε στις δώδεκα, μέχρι τη μία θα είχε το φαΐ έτοιμο για «τα κορίτσια». Προτίμησε αυτή τη λέξη αντί του «χαραμοφάισσες», λόγου χάριν, που το έχει για ψωμοτύρι. Έπινε τον καφέ της και ήταν ήρεμη, λες και η Δελχί της είχε σηκώσει ένα βάρος απ’ το στήθος. Τα βάσανα ίσχυαν, αισθανόταν ωστόσο μια δύναμη και μια αποδοχή απέναντί τους, «ο τελευταίος λόγος ανήκει στο δίκαιο και το καλό», άκουγε ξανά και ξανά μέσα της τα λόγια της μελλοντολόγου. Ναι, τα βάσανα ίσχυαν, όμως δεν της φαίνονταν πια και τόσο ανυπέρβλητα.

Το ζήτημα με τα αισθητικώς τροποποιημένα κόλλυβα ήταν για την ώρα σε ύφεση, τι θα της έκαναν στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν είμαστε και στον μεσαίωνα! Στην κόρη της θα έδινε χρόνο να δει η ίδια τι θέλει, μακάρι να γινόταν κάτι με τον Φαίδωνα, αλλά ας το αποφασίσουν οι ίδιοι, «φτάνει να είναι ευτυχισμένο το παιδί μου». Στη Δήμητρα θα μιλούσε με το μαλακό στο προσεχές μέλλον, ενώ αύριο κιόλας θα έλεγε στον Στέφανο να της δείξει τη φωτογραφία του Μηνά. Η στρουθοκάμηλος είχε βγάλει το κεφάλι απ’ την άμμο κι έβλεπε πως η πραγματικότητα δεν ήταν τόσο βάρβαρη όσο φοβόταν. Όλα μπήκαν σε μια εφήμερη σειρά που έδινε μια φευγαλέα γλυκύτητα σ’ αυτό το πρωί της Δευτέρας. Πλήρωσε τον καφέ και κίνησε για το σπίτι. Στη μία ακριβώς το φαΐ ήταν έτοιμο. Πρώτη έφαγε η αρσιβαρίστρια Ελευθερία, τη γηραιά Πολυτίμη την έφερε ένα ταξί γύρω στις δύο. Επέστρεφε μετά από μια άσκοπη περιήγηση στην αγορά, κομίζοντας κάτι πλαστικά πιάτα κι ένα κάδρο με γατάκια, «άχου τα, μωρέ».

Το πρωί της επομένης ο Στέφανος ήρθε όπως πάντα στην ώρα του. Κρατούσε ένα κουτί με γλυκά, «με πήρανε για διδακτορικό, με υποτροφία!». Ο ζωγράφος έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου ως διδακτορικός φοιτητής στην ιστορία της τέχνης, «την κάνω για την Αθήνα του Βορρά, Αλέκα μου!». Σε λίγες βδομάδες θα έφευγε απ’ την Κύπρο, η οποία τον αντάμειψε δεόντως, στέλνοντάς τον για πενταροδεκάρες στο «Μπουκιά και συχώριο», να στολίζει δίσκους τεθνεώτων, κι αυτό χάρη στη φιλευσπλαχνία της Αλέκας, που τώρα τον ασπαζόταν συγκινημένη, «φύγε αγόρι μου να γλιτώσεις, άσε μας εμάς, να πας εκεί που ανήκεις». Τον κοιτούσε τώρα στα μάτια κι έβλεπε ξανά εκείνη τη μόνιμη θλίψη, τη λύπη που δεν λείπει. «Πότε θα κάνεις το θαύμα σου, αγία μου Βαρβάρα», ψιθύρισε με παράπονο και προσδοκία η κολλυβοποιός.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *