Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Στυλιανός Παττακός

Μετά τον πανηγυρισμό για την επιτυχία του Στέφανου να γίνει δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, κι αφού κατέβασε δύο μικρές τάρτες με φράουλες απ’ τα γλυκά που είχε φέρει ο ζωγράφος, η Αλέκα είπε να κάνει πράξη την απόφασή της να δει επιτέλους τη φωτογραφία του εφηβικού της έρωτα, του Μηνά Πράσινου. «Βρε, Στέφανέ μου, δεν μου λες, εκείνη τη φωτογραφία του Μηνά, μήπως την έχεις πρόχειρη, νομίζω πως θέλω να τη δω». Ο νεαρός περίμενε εδώ και μέρες αυτό το κέλευσμα. Ήξερε πως πρώτα ύστερα οι αναστολές της Αλέκας θα κλονίζονταν και θα ζητούσε να δει πώς είναι σήμερα αυτός που της είχε κλέψει την καρδιά τω καιρώ εκείνω. Αυτός που περπατούσε πλάι της στον Βασιλικό Κήπο και στους δρόμους πέριξ της Ακροπόλεως.

Ο Στέφανος έπιασε το κινητό του, βρήκε τη φωτογραφία, κι ύστερα το κάλυψε με ένα ξεσκονόπανο. Κατόπιν της πήγε τη συσκευή καλυμμένη σαν την προτομή του έκπτωτου έρωτος, «ήρθε η ώρα να κάνεις τα αποκαλυπτήρια». Το χέρι της Αλέκας έτρεμε. Γιατί της κάνει αυτά τα βασανιστήρια; Ήταν η ώρα κατάλληλη για τέτοια μασκαραλίκια; «Αχ, δεν μπορώ, δεν μπορώ…», διαμαρτυρήθηκε. Ξαφνικά της ήρθε το ύφος της Δελχί όταν της απέδιδε την τακτική της στρουθοκαμήλου, θυμήθηκε επίσης τη γαλήνη που την είχε κυριεύσει μετά την τελευταία συνεδρία, καθώς σουλατσάριζε μόνη στις Φοινικούδες. «Τα βάσανα και οι προκλήσεις είναι για τους ζωντανούς», είπε στον εαυτό της, και με μια απότομη κίνηση τράβηξε το ρούχο και είδε τη φωτογραφία.

Είδε το πρόσωπο ενός αγνώστου. Είχε άσπρα μαλλιά, ένα μισό χαμόγελο, πράσινα μάτια, στο αριστερό μάγουλο είχε κολλημένο ένα απολίθωμα, σαν αρχαίο σαλιγκάρι της φάνηκε της Αλέκας. Ήταν αυτός ο Μηνάς; Ο Μηνάς της; Ένιωσε τα γόνατά της να τρέμουν, είχε την ψυχραιμία της, κάθισε. Εστίασε στο βλέμμα του. Μονομιάς άκουσε καθαρά την εφηβική της φωνή, «τι μήνα έχουμε Μηνά; Μηνά… Μηνά… θα είναι πάντα Μάης πλάι σου». Ναι, ήταν ο Μηνάς. Ήταν ο Μηνάς της. Και ήτανε και οι δύο σαν απολιθώματα ενός έρωτα που δεν ευδοκίμησε, ενός έρωτα πολεμούμενου απ’ την επιστήμη. Πώς να αντισταθούν δύο νέα παιδιά στη γεωλογία που ήθελε για λογαριασμό της τον Μηνά; Ήθελε να πει στον Στέφανο να κοσμήσει και τα δικά τους κόλλυβα και να τα πάνε την Κυριακή στον Άγιο Λάζαρο. Να ζωγραφίσει περικοκλάδες απ’ τον Βασιλικό Κήπο των Αθηνών, ενδημικά φυτά και τα άλλα, τα εξωτικά, που είχαν έρθει προς τέρψιν της βασιλίσσης Αμαλίας, να βάλει και δύο σκιές ανάμεσά τους κι από κάτω δύο αρχικά, ένα άλφα κι ένα μι.

Ο ζωγράφος θαύμασε το θάρρος της, της είπε πως κάτι ξέρει κι αυτός από απώλειες κι από αλύτρωτους έρωτες και πως μπορεί να εικάσει πώς νιώθει. Ο Στέφανος είχε το μοναδικό ταλέντο να γίνεται εξομολογητικός σε στιγμές που ο άλλος δεν έχει καμία διάθεση ή σθένος να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις. «Πάρε τον χρόνο σου», της είπε με κατανόηση, «και όταν είσαι έτοιμη, μου λες πώς να προχωρήσουμε, μέσω Facebook μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του ή τουλάχιστον να το προσπαθήσω». Αυτό δεν το γνώριζε η Αλέκα, που είχε πλήρη άγνοια γύρω από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Δηλαδή, μπορούμε να του μιλήσουμε;», «εννοείται, γιατί την έκανα την έρευνα… μόλις μου δώσεις το πράσινο φως, κάνω την κρούση». Άλλο πάλι και τούτο, ενώ έκανε την υπέρβαση, βρέθηκε με μια δεύτερη προθεσμία. Να αποφασίσει πότε θα μιλήσει με τον Μηνά, και να του πει τι; Εν πρώτοις να τον ξεχέσει που την παράτησε για τα πετρώματα και τις τεκτονικές πλάκες και κατόπιν να ρωτήσει για την καλή του υγεία και να ζητήσει να μάθει πώς πέρασε τις προηγούμενες τέσσερις δεκαετίες. Είχε κι άλλα συναφή ερωτήματα η Αλέκα. Του έλειψε ποτέ; Τη σκεφτόταν κάποτε; Νιώθει πότε-πότε καμιά ισχνή μεταμέλεια γι’ αυτό που θα μπορούσε να είχε συμβεί μεταξύ τους; Αν σπούδαζε εκείνος στην Αθήνα κι αν είχαν παντρευτεί, δεν θα υπήρχε ποτέ στη ζωή της ο Τιμολέων, ούτε η Ελευθερία, ούτε η Λάρνακα. Θα ζούσαν στην Ελλάδα και θα είχαν άλλα παιδιά, που θα είχαν παντρευτεί και δεν θα παιδευόταν αυτή με τα κόλλυβα και με τις φρούδες ελπίδες να δει τη μοναχοκόρη της να παντρεύεται τον Φαίδωνα ή κάποιον άλλο μαλάκα σαν αυτόν.

Τι κρυβόταν πίσω απ’ αυτή την αλληλουχία υποθέσεων, πίσω απ’ αυτά τα αν; Μήπως θα ήθελε ένα άλλο παιδί στη θέση της Ελευθερίας; «Όχι, για όνομα του Θεού. Το αγαπώ το παιδί μου και δεν θα το άλλαζα με τίποτα και με κανένα άλλο», ξεκαθάρισε με παρρησία στον εαυτό της. «Άσε με να το σκεφτώ και θα σου πω», είπε στον Στέφανο, ο οποίος της χαμογέλασε με κατανόηση, λέγοντάς της πως έχει λίγες εβδομάδες στη διάθεσή της. Αυτό ήταν και μια υπενθύμιση πως ο καιρός του στο «Μπουκιά και συχώριο» είναι πλέον μετρημένος. «Πώς θα είναι η ζωή εδώ μέσα χωρίς εσένα;», ρώτησε με θλίψη η Αλέκα. Ο Στέφανος δεν ήξερε πώς να απαντήσει το ερώτημα, «δες το θετικά, δεν θα σε τρέχει από πίσω η Ιερά Σύνοδος», αυτό βρήκε να πει, με μια ευδιάκριτη χαρμολύπη. «Αυτοί ας δουν τις πομπές τους, που τα βάζουνε τώρα με τις χήρες και τα ορφανά», απάντησε άκεφα η κολλυβοποιός, «παρεμπιπτόντως, είχαμε κανένα νέο κρούσμα;». «Ένα φοίνικα να γεννάται απ’ τις στάχτες του στο Μάμμαρι», την πληροφόρησε ο Στέφανος. Το είχε δει στο Facebook.

Τι είναι αυτό το μέσο, θαύμασε η Αλέκα, που σε πληροφορεί για κόλλυβα, για καιρικά φαινόμενα και για χαμένους έρωτες; «Μια που ανέφερες τον φοίνικα, δεν κοιτάς στο Facebook αν ζει ο Στυλιανός Παττακός;». «Ποιος είν’ αυτός;», «ένας που τον ξεμάτιασε η μάνα μου, πολύ παλιά, και μας έστειλε πεσκέσι κάτι μουστοκούλουρα… γλυκά σε γυναίκα ζαχαροπλάστη, αν είναι ποτέ δυνατόν!». Τι να ’λεγε στο παιδί η Αλέκα μετά από τόσα χρόνια; Περασμένα ξεχασμένα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *