Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Ήλιος στον Σκορπιό

Η Πέμπτη είναι μια μεταβατική μέρα για το «Μπουκιά και συχώριο», δεν έχει τη χαλαρότητα της Τετάρτης, αλλά ούτε και τη φούρια της Παρασκευής, ούτε βεβαίως και το άγχος του Σαββάτου. Ο Στέφανος δούλευε στο τετράδιό του τα σχέδια της προσεχούς Κυριακής και η Αλέκα καθάριζε το στάρι. Η τηλεόραση στο εργαστήριο έπαιζε ένα πρωινάδικο παλαιού τύπου. Η Αλέκα το βάζει σχεδόν αποκλειστικά για τα ζώδια. Την ώρα του Σκορπιού επικρατεί πάντα απόλυτη ησυχία, εκτός κι αν θέλει να απαντήσει η κολλυβοποιός στην αστρολόγο, όπως σήμερα, που είπε αυτή «φίλοι Σκορπιοί, η θεαματική ανάκαμψη των τελευταίων εβδομάδων συνεχίζεται, με τα καλά νέα να διαδέχονται το ένα το άλλο». «Άμα δεν ντρέπεται ο άνθρωπος… Πού τα είδες τα καλά νέα, μωρή σκρόφα, που τρώω το ένα χαστούκι μετά το άλλο; Αυτή πια δεν είναι ζωή, είναι οι δέκα πληγές του Φαραώ! Έλα εδώ αν σου βαστάει, να σου δείξω και την ανάκαμψη και τα καλά νέα, ηλίθια!».

Ο Στέφανος της συνέστησε να μη συγχίζεται για ανούσια πράγματα, «τι εννοείς;» τον ρώτησε, χωρίς να λάβει απάντηση. Ο νεαρός επέστρεψε εκ νέου στο σχέδιο για το πρώτο ετήσιο μνημόσυνο της Πελαγίας, μίας τέως κατοίκου της ενορίας του Αγίου Ιωάννη, που είχε ενημερώσει για τον θάνατό της, την προτεραία μάλιστα της εκδημίας της. Είχε πάρει τηλέφωνο την κόρη της, που διαμένει από χρόνια στη Λευκωσία, και της είπε πως «απόψε θα πεθάνω, στο λέω για να το ξέρεις, μη με κλάψεις, έζησα καλά, δόξα τω Θεώ». Το πρωί, που της τηλεφώνησε η κόρη της για να την πειράξει, δεν απαντούσε κανείς. Η Πελαγία είχε φύγει γαλήνια στον ύπνο της. Πώς να κοσμήσει τον δίσκο της ο Στέφανος; Λόγω του ονόματός της, ήθελε θάλασσα κι αποδημητικά πουλιά που φεύγουνε εκούσια για θερμότερα κλίματα. Πρέπει να το δουλέψει λίγο παραπάνω στο μυαλό του. Η περισυλλογή, ωστόσο, δεν κράτησε για πολύ.
Γύρω στις έντεκα μπήκε στο εργαστήριο η Δήμητρα. Είπε στη διευθύντριά της πως θα έπαιρνε μια ακόμη ανάλυση απ’ το χημείο, παράτησε τους μαθητές στην εποπτεία μιας φοιτήτριας που κάνει εκεί την πρακτική της κι έγινε καπνός. «Αλέκα μου, είμαι σε δίλημμα… Έχει να κάνει με τον Παρασκευά». Με το που άκουσε το όνομα του «κοπρίτη», η Αλέκα διαισθάνθηκε πως μάλλον είχε φτάσει η στιγμή που είχε προφητεύσει η Δελχί. Θα έβρισκε το σθένος να πει την πάσα αλήθεια στη φιλενάδα της; Θα της ξεφούρνιζε αυτά που είχε μάθει και γαία πυρί μειχθήτω; Ας έβλεπε πρώτα τι θα της έλεγε η Δήμητρα, «δεν έχω χρόνο, δεν θέλω να δίνω αφορμές, θα στα πω στα γρήγορα».

Η μητέρα του μεταφορέα οπωροκηπευτικών Παρασκευά, η «κατάκοιτη», είναι πλέον ανίκανη να αυτοεξυπηρετηθεί και αυτό περιορίζει πολύ τον γιο της, που έχει εσχάτως αραιώσει τις επισκέψεις του στη Λάρνακα. Η Αλέκα να αισθάνεται το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της. Βρήκε, όμως, τη λύση. Αποφάσισε να προχωρήσει άμεσα με τη λύση της οικιακής βοηθού απ’ τη Σρι Λάνκα. Για την εγγύηση και το εισιτήριο της κοπέλας χρειαζόταν γύρω στις τρεις χιλιάδες ευρώ και ζήτησε απ’ τη Δήμητρα τις δύο χιλιάδες, γιατί είναι πολύ στριμωγμένος οικονομικά. «Τι λες, να πάω στην τράπεζα να κάνω μια ανάληψη; Οκτώ χιλιάδες είναι όλες κι όλες οι οικονομίες μου, για μια ώρα ανάγκης, ποιος θα με δει κι εμένα, γονείς δεν έχω, αδέρφια δεν έχω…». Αυτό ήταν. Η Αλέκα όφειλε να μιλήσει. Τώρα. Δεν υπήρχε περιθώριο αναβολής. Θα ακολουθούσε την τακτική του αειμνήστου πατρός της, «το κακό να το λες απότομα, τις πολλές κουβέντες κράτα τες για την παρηγοριά». Έφερε στον νου της τον Παύλο Κάντα, με τη λευκή ποδιά του ζαχαροπλάστη, το χαμόγελό του, την παροιμιώδη ευγένειά του. Ο πατέρας της, που δεν της είπε ποτέ πικρή κουβέντα. Που όταν του ανακοίνωσε πως θα ακολουθούσε τον Τίμο στην Κύπρο, κι επειδή δεν είχαν άλλο παιδί μετά τον χαμό του αδερφού της, της είπε «γιατί κοριτσάκι μου;». Μόνο αυτό.

«Ο Παρασκευάς είναι παντρεμένος εδώ και είκοσι τέσσερα χρόνια, η γυναίκα του είναι Φιλιππινέζα, έχει ένα γιο που πάει στο πανεπιστήμιο, εδώ και εννέα χρόνια σε έχει φλομώσει στο ψέμα, τα έμαθα όλα πριν από λίγες μέρες». Η Δήμητρα την κοιτούσε ανέκφραστη. Ούτε θυμωμένη ήταν, ούτε ήρεμη. Δεν ήταν τίποτα για την ακρίβεια. Η Αλέκα της εξήγησε πώς ακριβώς έμαθε «τα χαΐρια του προκομμένου». Επειδή αυτός δεν προχωρούσε σε μια πρόταση γάμου, της είχαν μπει ψύλλοι στ’ αυτιά. Κι επειδή η Δήμητρα ήταν πάντα δίπλα της, και μάλιστα είχε κάνει και το προξενιό στην Ελευθερία με τον χωρισμένο δάσκαλο Φαίδωνα, ένιωσε την ανάγκη να ανταποδώσει τις ευεργεσίες. Γι’ αυτό ζήτησε απ’ τον Λύσανδρο να μάθει πέντε πράγματα για τον Παρασκευά. Αυτά δυστυχώς ήταν τα ευρήματά του. Η Αλέκα την αγκάλιασε. «Δεν ήθελα να σε πικράνω, κορίτσι μου, όμως έτσι έχουν τα πράγματα. Ανάθεμα τη μοίρα μας. Είσαι νέα ακόμα, μορφωμένη, με καλή δουλειά. Έχει ο Θεός».

Η Δήμητρα την έσπρωξε απότομα προς τα πίσω. «Επειδή εσύ είσαι μόνη για τριάντα χρόνια, κι επειδή δεν κατάφερες να παντρέψεις αυτό το πράμα που έχεις για κόρη, δεν σημαίνει πως πρέπει να μείνω κι εγώ στα αζήτητα, για να αισθάνεσαι εσύ καλά με τα σκατά που σε περιβάλλουν. Κρίμα. Σε θεωρούσα φίλη μου». Η Δήμητρα βρόντηξε την πόρτα πίσω της. Ο Στέφανος, που είχε ακούσει όλη τη συνομιλία σκυμμένος πάνω απ’ το τετράδιό του, πλησίασε την Αλέκα και της είπε πως έκανε το καθήκον της. «Η ζωή πότε θα κάνει το δικό της καθήκον απέναντί μας, παιδί μου, άσε με μένα». Ο Στέφανος την κοίταξε μ’ ένα μείγμα θαυμασμού και οίκτου. «Δεν είναι πράμα το παιδί μου», μουρμούρισε, κι έβαλε τα κλάματα. «Είναι πολύ πληγωμένη», είπε ο ζωγράφος, ξέροντας καλά πόσο ανίσχυρο ήταν το επιχείρημα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *