Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Άγιος Ισχυρός

Την Κυριακή, η Αλέκα πήγε στον Άγιο Λάζαρο να εκκλησιαστεί και να δει ιδίοις όμμασι πώς πάει το πράγμα με τα εικαστικώς τροποποιημένα κόλλυβα. Εξακολουθούν να γοητεύουν το εκκλησίασμα, να ευαρεστούν τους τεθλιμμένους συγγενείς και να σκανδαλίζουν όσους ψάχνουν διακαώς αφορμή για να σκανδαλιστούν; Είπε να πάει, από περιέργεια κυρίως. Τα ιδιόμορφα κόλλυβα που πλάσαραν εδώ και κάποιους μήνες είναι μια περιοχή της ζωής της που τις τελευταίες εβδομάδες μπήκε σε μια κατάσταση νηνεμίας. Της έμεινε το οικονομικό όφελος, αλλά και ο περισσότερος κόπος που απαιτείται για να διεκπεραιώσει τον μεγαλύτερο όγκο παραγγελιών.

Η «Μαντάμ Τισό», η νεωκόρος του Αγίου Λαζάρου, κάτι θα έβρισκε να της προσάψει βέβαια, «όμως όλοι την έχουν χεσμένη, από τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ μέχρι τις θεούσες, που πλέον κάνουν αποτρίχωση με ακτίνες λέιζερ». Άλλωστε, ξέρει πως δεν υπάρχει πια κάποιος σοβαρός κίνδυνος, δεδομένης της αποχώρησης του Στέφανου λόγω σπουδών. Ούτως ή άλλως οι μέρες των εναλλακτικών κολλύβων είναι μετρημένες. Θα μείνουν ως σκιά και ως ανάμνηση στην ενορία του Αγίου Λαζάρου και αλλού. Ως φευγαλέα κειμήλια της μοιραίας συνάντησής της με τον νεαρό ζωγράφο. Η σκέψη ότι αυτή η συνύπαρξη οδεύει προς το τέλος τής προκάλεσε μια θλίψη την ώρα που ξεκινούσε η δοξολογία και οι καμπάνες του ναού κτυπούσαν πανηγυρικά. Πήγε πρώτα να ανάψει το κερί της. «Ευλογημένη η ερχόμενος… πώς από δω», η Γεθσημανή, «ε, είπα να δω πώς τόνε θέλεις τον δίσκο σου, λέω ας πάω, προλαβαίνω δεν προλαβαίνω», δεν άντεξε η Αλέκα και σήκωσε το γάντι μεσούσης της Θείας Λειτουργίας. Κάθισε να ηρεμήσει, καθώς οι ψάλτες είχαν πιάσει το «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός». «Ε, αφού είναι τόσο ισχυρός, γιατί δεν κάνει και κάτι για την περίπτωσή μου;» αναρωτήθηκε με ενισχυμένο μελοδραματισμό η κολλυβοποιός.

Την ώρα της επιμνημόσυνης δέησης πήγε προς το κέντρο της εκκλησίας και είδε τον κόσμο να έχει σχηματίσει ένα μαύρο πέταλο πίσω απ’ τους δίσκους του «Μπουκιά και συχώριο». Πρώτη φορά έβλεπε τα έντεχνα κόλλυβα εν δράσει, ό,τι ήξερε μέχρι τότε ήταν από περιγραφές και αφηγήσεις τρίτων. Είδε τα πουλιά, τα λουλούδια, τα δέντρα και τα κύματα του Στέφανου, τα χρώματα, τα σύμβολα, όλη αυτή την τέχνη να αναδύεται μέσα απ’ την αμετάκλητη απώλεια. Ένιωσε συγκίνηση, γιατί μαζί μ’ ένα νέο παιδί στάθηκαν αντίκρυ στον χάρο και του έφτυσαν κατάμουτρα, με μια τόλμη που δεν είχε ποτέ πιστώσει στον εαυτό της. «Ας είναι αυτό το μοναδικό κατόρθωμα του βίου μου», σκέφτηκε με ικανοποίηση.

Με το πέρας των μνημοσύνων, δέχθηκε τα συγχαρητήρια αρκετών πελατών της, που την έβλεπαν να στέκεται στο προαύλιο σαν χαμένη. Δεν ήθελε να μάθει κάτι άλλο. Της έφταναν αυτά που είδε κι αυτά που άκουσε. Είδε στο τέλος και τη Γεθσημανή να βγαίνει απ’ τον ναό με το ράσο και τη σεβασμιότητα εκείνων που δεν αμάρτησαν όσο θα ήθελαν. Δεν ένοιαζε την Αλέκα που την κοίταξε η άλλη επιτιμητικά. Η Τισό είχε συνταχθεί με τον θάνατο, αυτή είχε σταθεί απέναντί του. Έφυγε σχεδόν χαρούμενη απ’ την εκκλησία. Έφυγε ως χήρα και ατυχήσασα, όμως είχε καταγάγει μια μικρή, μα διόλου αμελητέα νίκη. Περίμενε εδώ και αιώνες το δίκαιο απ’ τον Θεό κι απ’ τους ανθρώπους. Το έλαβε απ’ την τέχνη.

Για μεσημεριανό είχε φτιάξει κοτόπουλο λεμονάτο με πατάτες και πράσινη σαλάτα. Κάθισαν στις δύο για φαΐ. Τρεις ψυχές όλες κι όλες. Έτσι τις φανταζότανε τις Κυριακές όταν ήταν νέα; Όχι. Κάθε Κυριακή σχεδόν προσκαλούσε και τη Δήμητρα. Σπανίως αποδεχότανε εκείνη την πρόσκληση. Είναι περήφανος άνθρωπος. Δεν το έκανε από λύπηση η Αλέκα. Την αγαπά και τη νοιάζεται. Την πλήγωσαν, όμως, βαθύτατα τα λόγια της. Μα, να της πει πως ζήλεψε την ευτυχία της με τον Παρασκευά διότι είναι χήρα μια ζωή κι επειδή δεν κατόρθωσε να παντρέψει «αυτό το πράμα» που έχει για κόρη! Δεν το περίμενε ποτέ πως θα ερχόντουσαν σε ρήξη «για ένα παλιοτόμαρο».

Δεν βρήκε το σθένος ακόμη να πει τα καθέκαστα στις ομοτράπεζές της. Πρώτα ύστερα θα αναγκαζόταν να μιλήσει. Πόσο να δικαιολογεί την απουσία της Δήμητρας απ’ τη ζωή της; Έφαγε μια πατάτα με το ζόρι. Δεν είχε όρεξη. «Τι έχεις, παιδί μου, γιατί δεν τρως, μήπως είσαι ματιασμένη;», θυμήθηκε τις παλιές της δόξες ως ξεματιάστρα του Κουκακίου η Πολυτίμη. «Κουρασμένη είμαι, μαμά, έφαγα και άρτο στην εκκλησία». Ψέμα. Όχι ότι πείστηκε η Πολυτίμη, όμως δεν έδωσε συνέχεια. Η Ελευθερία ήτανε συνέχεια με το κινητό κι έστελνε μηνύματα «στην ακατονόμαστη, πού αλλού, πείραζε να έστελνε κι ένα στον Φαίδωνα;» σκεφτόταν η Αλέκα, που είπε να αλλάξει το θέμα εντός της. Έτσι, πήγε απ’ τη Δήμητρα στην Ελευθερία, χωρίς ποσώς να έχει βελτιώσει τη χειμαζόμενη ψυχολογία της.

Όταν τελείωσαν με το φαΐ κι όταν έπλυνε τα πιάτα, ήτανε πλέον έτοιμη. Όχι, δεν θα περίμενε μέχρι την Τρίτη το πρωί που θα τον έβλεπε. Θα το έκανε τώρα. «Το γοργόν και χάριν έχει», είπε στον εαυτό της, λησμονώντας με περισσή ευκολία τις περγαμηνές της αναβολής που κοσμούν την ιδιωτική της ιστορία. Σχημάτισε τον αριθμό του Στέφανου, άκουσε τη φωνή του, την ήπια και ευγενική, «καλημέρα, προϊσταμένη μου», «τι καλημέρα, βρε ανεπρόκοπε, είναι τρεις και τέταρτο!». Της είπε πως είχε βγει και πως είχε κοιμηθεί στις εφτά το πρωί. Ακουγόταν πολύ καλά, παρεμπιπτόντως. Μ’ αυτό το «πολύ καλά» θα ασχολούνταν σε κατοπινό στάδιο η Αλέκα. Τώρα προείχε το άλλο. «Προχώρα, σε παρακαλώ, στην κρούση που λέγαμε στον Μηνά… Ξέρεις, αυτό που θα έκανες για να του μιλήσω. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου. Τι έφτασε. Έφτασε και προσπέρασε προ πολλού». Η Αλέκα είχε επίγνωση της βαρύτητας του διαβήματός της. Ήξερε καλά πως εκείνο το απομεσήμερο της Κυριακής θα ήτανε μια τομή στον βίο της. Όπως τότε, που ανακοίνωσε στον εαυτό της πως είχε δήθεν ερωτευτεί τον Τιμολέοντα. Ήτανε βραδάκι Παρασκευής κι ανηφόριζε μόνη την Παρθενώνος.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *