Μπουκιά και συχώριο

Μπουκιά και συχώριο

Τεστ μητρότητας

Δευτέρα απόγευμα κι η Πολυτίμη επέστρεφε απ’ το εμπορικό κέντρο της Λάρνακος έχοντας αγοράσει ένα πουκάμισο πουά κι ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου που τα βρήκε κοψοχρονιά. «Δηλαδή πόσο;», ρώτησε η Αλέκα, «ογδόντα ευρώ», απάντησε η γηραιά. Είπε να βγάλει τον σκασμό η Αλέκα. Ήθελε πολύ να της πει πως αν είχε κι αυτή ένα θύμα να της χρηματοδοτεί ένα ασύστολο shopping therapy, θα θεωρούσε ομοίως τα ογδόντα ευρώ κοψοχρονιά. Η Πολυτίμη τής έφερε και το τελευταίο τεύχος της εβδομαδιαίας «Κυανής Αυγής», όπου και πάλι –εμμέσως πλην σαφώς– φιγουράριζε πρωτοσέλιδα το «Μπουκιά και συχώριο». «Βέτο στα εκκεντρικά κόλλυβα από τον μητροπολίτη Πάφου» ο τίτλος. Το άρθρο ενημέρωνε τους αναγνώστες πως σε εγκύκλιό του ο μητροπολίτης Ησαΐας, μετά από μια σειρά μεμονωμένων κρουσμάτων με «κόλλυβα που καταστρατηγούν την ορθόδοξη παράδοση», απαγόρευσε σ’ όλους τους ναούς της επιστασίας του να τα δέχονται. «Εδώ είναι Λάρνακα, ο δεσπότης μας δεν έχει πρόβλημα, οι άλλοι ας πράξουν όπως νομίζουν», απάντησε με θυμό η Αλέκα. Ο οποίος θυμός προερχόταν πρωτίστως απ’ τα καινούρια γυαλιά της υπερηλίκου, παρά απ’ τα τερτίπια του αγίου Πάφου. «Άμα τα απαγόρευσαν εκεί, σύντομα θα τα απαγορεύσουν κι εδώ», «σκασίλα μου», απάντησε η Αλέκα, ξέροντας καλά πως κι αν ερχόταν η απαγόρευση, θα είχε πλέον ελάχιστη σημασία, δεδομένης της αποχώρησης του Στέφανου. «Δεν μου λες, πού εξαφανίστηκε η Δήμητρα;», την πάτησε στον κάλο η μάνα της, ήτανε θέμα χρόνου να συμβεί κι αυτό. Θα της μιλούσε. Δεν έπαιρνε αναβολή. Πρώτα ύστερα θα μάθαινε τα καθέκαστα.

Της τα είπε σχεδόν όλα η Αλέκα. Απέφυγε την όποια αναφορά στο προξενιό που έκανε η Δήμητρα στην «κόρη οφθαλμού», διότι αν έλεγε κάτι η γριά στην Ελευθερία –καμιά συμβουλή λόγου χάριν– θα ναυαγούσε το πράγμα, όχι ότι πάει πρίμα, αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, «λίγο μετά την Πολυτίμη, αν πρέπει να το ορίσουμε χρονικά». Η κολλυβοποιός εξήγησε στη μάνα της το πώς ενέπλεξε τον Λύσανδρο με τα γνωστά αποτελέσματα, της είπε και για το ξέσπασμα της Δήμητρας όταν της τα ξέρασε όλα. Η Πολυτίμη τα άκουγε όλα με μια φοβερή ηρεμία, λες και αφορούσαν κάποιες άλλες, κάποιες που της ήταν άγνωστες και αδιάφορες. «Έκανες το σωστό, παιδί μου. Η φιλία σας είναι κραταιή. Θα το ξεπεράσετε. Κι άμα δεν έρθει να σου ζητήσει συγγνώμη, σημαίνει δεν άξιζε, οπότε πάλι κερδισμένη είσαι».

«Τι νηφάλια που αναλύουμε τα βάσανα των άλλων», σκέφτηκε με σαρκασμό η Αλέκα καθώς την άκουγε να απλοποιεί με τόση ευκολία το όλο ζήτημα. Ήθελε να πει στη μάνα της πως της ήρθαν όλα μαζεμένα και πως μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα βρέθηκε κι ο Μηνάς. Σίγουρα θα τον θυμόταν η Πολυτίμη, που ερχόταν στο ζαχαροπλαστείο τους κάθε τρεις και λίγο, που τους έβλεπε να περπατούν στη γειτονιά δήθεν τυχαία, «άμα σε ξαναδώ να περπατάς μ’ αυτόν τον μαντράχαλο, θα σε στείλω εσώκλειστη στις Καλόγριες, όπως την ξαδέρφη σου τη Μερόπη!». Μια χαρά η Μερόπη, παρεμπιπτόντως. Ποιος το περίμενε πως ο ηλίθιος που της έδωσε ο πατέρας της θα γινόταν υφυπουργός σε κυβέρνηση Καραμανλή; Του Κωστάκη, αλλά και πάλι. Παρά τις απειλές της Πολυτίμης, δεν είχε κάνει πίσω η Αλέκα, νίκησε βέβαια η γεωλογία, όμως δεν ήταν και επί ίσοις όροις ο αγώνας. Πολλές κουβέντες δεν είπε στη μάνα της εκείνο τον Αύγουστο. Είχε δει τη μελαγχολία της κόρης της η Πολυτίμη, είχε προσέξει κιόλας πως είχε εξαφανιστεί ο άλλος. Αρκέστηκε σ’ αυτά και δεν ρώτησε να μάθει το παραμικρό.

Τώρα τι να της έλεγε η Αλέκα; Πως τον ανακάλυψε ο Στέφανος γράφοντας κάτι στο κινητό του και πως θα προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του; Κι αν τη ρωτήσει η μάνα της σε τι αποσκοπεί αυτή η επικοινωνία, τι θα της έλεγε; Σάμπως ξέρει κι αυτή πού σκοπεύει; Είναι για να σκοπεύεις σε τέτοια ηλικία; Προτίμησε να σιωπήσει. Άλλωστε, μπορεί και να μην ανταποκριθεί ο Μηνάς, κι έτσι να μη χρειαστεί να αποσαφηνίσει η Αλέκα τι στην ευχή θέλει μετά από τόσα χρόνια. Κι όπως τα σκεφτόταν όλα αυτά, χωρίς να το καταλάβει, ξεστόμισε κάτι το εντελώς αναπάντεχο. Μαθημένη να αγορεύει εκ του ασφαλούς από μέσα της την πάτησε και το είπε δυνατά, «τον αγαπώ!». Η Πολυτίμη, που εκείνη τη στιγμή ετοιμαζόταν να πάει απ’ την κουζίνα στην κάμαρά της, άκουσε καλά την παραδοχή της κόρης της, «ποιον αγαπάει το κοριτσάκι μου;». Κόπηκαν τα ήπατα της Αλέκας. Δεν ήταν ποτέ ετοιμόλογη. Τώρα έπρεπε να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση στη μάνα της. Στη μάνα που τη γέννησε. «Αγαπώ… αγαπώ τον μπακαλιάρο… σκορδαλιά. Λέω να φτιάξω αύριο, τι λες;». «Μνήσθητί μου Κύριε, δεν είναι του Ευαγγελισμού, παιδί μου… Τι σου συμβαίνει;». Η Αλέκα απλώς χαμογέλασε σαν μαθήτρια γυμνασίου, κι ήτανε αίφνης η νιότη κι η Αθήνα, κι ήτανε όλα μέλι γάλα.

Την επομένη το πρωί ο Στέφανος της έφερε μαρμελάδα βερίκοκο που είχε φτιάξει η μητέρα του, μαζί με τη χαρμόσυνη προτροπή «τάξε μου!». Λοιπόν, την Κυριακή είχε στείλει αίτημα φιλίας στον Μηνά Πράσινο, την επομένη το απόγευμα το είχε αποδεχθεί. «Δηλαδή;», ρώτησε η Αλέκα, «πλέον είμαστε φίλοι στο Facebook, κι έτσι μπορώ να επικοινωνώ μαζί του με γραπτά μηνύματα, αλλά και κλήσεις». «Τι κλήσεις;», ρώτησε αφελώς η Αλέκα, «της τροχαίας… τηλεφωνικές κλήσεις!». Η Αλέκα άρχισε τα τραβάτε με κι ας κλαίω, τα «δεν ξέρω» και τα «θέλω χρόνο». Ο Στέφανος της είπε να το σκεφτεί κάνα δυο μέρες. Η επιχειρηματίας, ωστόσο, ανέκρουσε αιφνίδια πρύμναν, «γράψε του τώρα πως η Αλέκα Κάντα σας πληροφορεί πως ο Βασιλικός Κήπος των Αθηνών λέγεται πλέον καθολικά Εθνικός». Ο νεαρός υπάκουσε. Ο κύβος ερρίφθη και το μόνο που ακούστηκε ήταν η πόρτα που άνοιξε, με την αρσιβαρίστρια Ελευθερία να εισέρχεται θριαμβευτικά κραδαίνοντας ένα έγγραφο. «Τι έγινε, καμάρι μου, βγήκε το τεστ DNA και δεν είμαι η μάνα σου;», ρώτησε με ανάμεικτα συναισθήματα η Αλέκα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *