Ένα ταξίδι στη μακρινή χώρα της Αφρικής μπορεί να σε κάνει να δεις αλλιώς τον κόσμο, να επαναπροσδιορίσεις τις -αξιομνημόνευτες- χαρές και τις λύπες σου, να εκτιμήσεις διαφορετικά τα ηλιοβασιλέματα που ζεις, το φαγητό που τρως η το νερό που πίνεις, να σε κάνει να αγαπήσεις πιο βαθιά -κυρίως το μέσα σου- συνειδητοποιώντας πόσα σπουδαία μπορεί να κρύβει μια τόσο φιλόξενη, αλλά και παράξενη γη.
Του Πάνου Γιαννακόπουλου
Περιτομή (Φυλή Dassanech)
Ένα αγοράκι με σκισμένο μπλουζάκι έτρεξε και με αγκάλιασε κλαίγοντας γοερά. Ήταν το μοναδικό του ρούχο, το οποίο του φορούν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις.
Οι υπόλοιποι ιθαγενείς γλεντούσαν γυμνοί κοντά στο ποτάμι, κάνοντας διάφορες τελετουργίες οι οποίες κατέληγαν σε ξέπλυμα του σώματός τους από τις πασαλειμμένες λάσπες και τα χρώματα. Η περιτομή του αγοριού τους (και η κλειτοριδεκτομή των κοριτσιών) είναι η μεγαλύτερη γιορτή τιμής για την οικογένεια. Η μαμά του Ejigu, για να τον ηρεμήσει, του έδωσε πράσινα φασολάκια – μια λιχουδιά που δεν είχε ξαναφάει μέχρι τώρα.

Οι Dassanech συνήθως δεν είναι δεκτικοί και φιλόξενοι -όσο οι άλλοι ιθαγενείς- παρόλο που ζουν δίπλα σε ποτάμι. Είναι η μόνη από τις δεκαέξι φυλές που ζει σε σπίτια από πηλό ή λαμαρίνες και η μόνη από τις φυλές που γλεντάει την κάθε αλλαγή: την ξηρά και την υγρή περίοδο, την ενηλικίωση, τη γέννηση, τον έρωτα, ακόμα και τον θάνατο. Σύντομα βρέθηκα πασαλειμμένος με λάσπες, στις όχθες του ποταμού Όμο, στα σύνορα της Κένυας, να γλεντάω την περιτομή ενός τετράχρονου αγοριού.
«Θα μπορούσα να βιντεοσκοπήσω τους χορούς τους; Χρειάζομαι το υλικό για ένα τηλεοπτικό πρότζεκτ που έχω στο μυαλό μου», λέω στον οδηγό! «Γιατί δεν το ζήτησες νωρίτερα; Φυσικά και θα μπορούσες. Έχεις γίνει ήδη ένας από αυτούς…», μου απάντησε.


Αγνώστου ηλικίας (Φυλή Hamar)
Στην καλύβα του Γκουγκούμ και της Αργκάμα δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από ζωύφια. Μία φούστα από δέρμα κατσίκας, ένα μισοτελειωμένο κολιέ που θα φορέσει στον επικείμενο γάμο τους και ένα όπλο – τα μόνα υπάρχοντα του ζευγαριού είναι τοποθετημένα έξω από την αυτοσχέδια εξώπορτα. Στη γωνία σιγοκαίει φωτιά (οι θάνατοι από αναθυμιάσεις συναγωνίζονται σε πρωτιά τους θανάτους από πάτημα Ιπποποτάμων στην Αιθιοπία!). Η Αργκάμα βράζει σε ένα παλιό μαγκάλι με ποταμίσιο χωμάτινο νερό τσόφλια καφέ για να μας τρατάρει το παραδοσιακό τους τσάι.

Καθισμένοι στο χώμα, γύρω από την εστία, πίνοντας το αχνιστό πικρό ζουμί, προσπαθώ, μέσω του οδηγού μας, να μάθω όσα περισσότερα γίνεται.
«Η φυλή Hamar διαφέρει από όλες τις άλλες φυλές. Είναι η πιο φιλόξενη και η πιο χαμογελαστή. Θα σε υποδεχτούν και θα σε φροντίσουν χωρίς ίχνος καχυποψίας. Το βλέπεις και μόνος σου!», λέει.
Οι γυναίκες της φυλής φορούν τρία κυκλικά κολιέ για να δηλώσουν την πίστη τους σε κάποιον άνδρα και ένα κολιέ με μία χοντρή κυκλική προεξοχή για να δηλώσουν παντρεμένες. Ο γάμος γίνεται βάσει προξενιού ή απολυταρχικής επιθετικής επιλογής του άντρα -σπάνια από έρωτα. Ο κάθε άντρας μπορεί να παντρευτεί όσες γυναίκες επιθυμεί και εκείνες ορκίζονται σε παντοτινή υπακοή και αφοσίωση. Οι γυναίκες είναι εκείνες που θα μαζέψουν τους κόκκους καφέ από τα καφεόδεντρα, τα μάγκο και τις παπάγιες, θα βγάλουν βόλτα τα κοπάδια ή θα περπατήσουν ίσως και περισσότερα από 50 χιλιόμετρα για να γεμίσουν τα πλαστικά κίτρινα μπιτόνια με νερό από τον κοντινότερο βάλτο. Είναι εκείνες που θα φροντίσουν τα παιδιά και θα ικανοποιήσουν τις ερωτικές ορέξεις του άντρα τους κάθε φορά που θα τους το ζητήσουν.

Πίνοντας το τσάι, προσποιούμενος με μουγκρητά πως είναι ό,τι καλύτερο έχω δοκιμάσει στη ζωή μου, ανοίγω το κινητό μου και δείχνω στο νεαρό ζευγάρι ιθαγενών φωτογραφίες και βίντεο από τον γάμο του Δημήτρη και της Κατερίνας όταν τους φωτογράφισα το φθινόπωρο, στην παλιά πόλη της Λευκωσίας. Άρχισαν να γελούν υστερικά.
«Τους αρέσει;», ρωτάω τον οδηγό. «Δεν έχουν ξαναδεί ποτέ τους κινητό. Γι’ αυτό γελούν», μου απαντάει.
O Γκουγκούμ και η Αργκάμα φαίνονται σχεδόν δεκαέξι. «Ρώτησε τους πόσων χρονών είναι», λέω στον οδηγό. «Δεν ξέρουν!», μου απαντά.


Σημάδι στο στήθος (Φυλή Mursi)
«Εγώ έχω καλύτερο όπλο, πιο μεγάλο», προσπάθησε να μου πει ο αρχηγός της φυλής Μursi, κορδώνοντας το ανάστημά του και δείχνοντας την καραμπίνα του, την ώρα που πήγα να τον φωτογραφίσω.
Χάρη σε αυτήν την καραμπίνα, άλλωστε, έγινε αρχηγός, αφού κατάφερε να σκοτώσει τα περισσότερα άγρια ζώα που ήθελαν να επιτεθούν στα κοπάδια τους και να κερδίσει τους περισσότερους πόντους γενναιότητας στον καταυλισμό. Κάθε πόντος και ένα σημάδι στο στήθος με πυρακτωμένο σίδερο, αλλά και στην πλάτη των γυναικών του.


Αμέσως μετά, ζήτησε από τη γυναίκα του να σφάξει έναν κόκορα για να μας ευχαριστήσει, ενώ ένας άλλος ιθαγενής άναβε φωτιά τρίβοντας ξύλα με φόντο το μεγάλο ηλιοβασίλεμα του Ισημερινού που έγλειφε τις ψηλές επίπεδες ακακίες. Η νύχτα δεν άργησε να έρθει και ο ουρανός γέμισε πεφταστέρια. Γύρω από τη φωτιά τα παιδιά με περικύκλωσαν για να με επεξεργαστούν, μύριζαν το δέρμα μου και προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν από το σώμα μου τα τατουάζ μου. Οι άντρες έπιναν βαρύ αλκοόλ -που μύριζε βενζίνη- μέχρι λιποθυμίας, βγάζοντας ασυγχρόνιστες κραυγές και οι γυναίκες χόρευαν σε δυάδες κυκλικά, με αντίθετη φορά, λικνίζοντας τα οπίσθιά τους με τρόπο που θα ζήλευε ακόμα και η πιο έμπειρη international χορεύτρια. Αποκοιμήθηκα.
Το επόμενο πρωί, τα χαμογελαστά τους πρόσωπα είχαν γεμίσει μύγες και τα περισσότερα παιδιά έβαζαν τα κλάματα και σήκωναν τα χέρια κάθε φορά που τα «σημάδευα» με τη φωτογραφική μου μηχανή. Λίγο πριν φύγω, η γυναίκα του αρχηγού έβγαλε από τα χείλη της το πήλινο κυκλικό αγγείο και μου το πρόσφερε ως ένδειξη φιλίας. «Παντρεμένη με τον αρχηγό, με τέσσερα παιδιά, ορφανή από πατέρα», μου αποκρυπτογράφησε το… λάβαρό μου ο οδηγός.


«Money, money, money?»
Ο δάσκαλος είχε προετοιμάσει καλά το μάθημα την προηγούμενη μέρα. Νωρίς το πρωί, μπήκε στην τάξη του δημοτικού σχολείου του χωριού Turmi και έδιωξε μερικά πρόβατα που είχαν κουρνιάσει κάτω από τα θρανία που βρίσκονται κοντά στο παράθυρο. «Έτσι κάνουν πάντα», είπε με πολύ σπαστά αγγλικά, που με το ζόρι έβγαιναν από το κλειστό του στόμα. Χαμογέλασε. Ύστερα έγραψε στον μαυροπίνακα «English Lesson» και έκατσε στην παλιά έδρα περιμένοντας τα παιδιά να εμφανιστούν. Στο μεταξύ, προσπαθήσαμε να συζητήσουμε για τα δύο σχολικά εξάμηνα, τα οκτώ μαθήματα που διδάσκονται και τη λέξη «pedagogical» που ήταν γραμμένη με κόκκινη μπογιά στα απέναντι ντουβάρια.
Μέχρι να φύγουμε, κανένα παιδάκι δεν εμφανίστηκε. «Σπάνια εμφανίζονται», είπε. «Ειδικά τα παιδιά από τα πρωινά τμήματα είναι όλα στο παζάρι ή στην εκκλησία». «Και τι κάνουν στο παζάρι;», ρώτησα. «Δουλεύουν…».
Στο παζάρι του Turmi, λίγα μέτρα πιο κάτω, οι ηλικιωμένοι, μπλεγμένοι με τα νήπια, έτρεχαν να στήσουν τους αυτοσχέδιους πάγκους τους και να απλώσουν τις πραμάτειες τους στο χώμα: κόκκινο πιπέρι, ζαχαροκάλαμα, παπάγια, μάνγκο, αποξηραμένες πιπεριές και κόκκοι καφέ κυριαρχούσαν στο τοπίο. Στο βάθος, μια κυρία μάλωνε -μάλλον- με έναν πεινασμένο κόκορα που της έκλεβε τα φασόλια.


«Money, money, money», φώναξε ένας πιτσιρικάς πιάνοντας με από το χέρι σαν να καυχιέται σε ολόκληρη την αγορά για τον νέο του λευκό φίλο. «Money, money, money», επανέλαβε και με οδήγησε σε μία κρυμμένη αυλή πίσω από το χασάπικο για να μου δείξει τις αγελάδες που εξέτρεφαν οι συγγενείς τους. Χαμογέλασε με την καρδιά του και πόζαρε με όλη του τη φαντασία για να τον φωτογραφίσω. «Money?»
Κοντοστάθηκα. «Do you speak english?», ρώτησα. «Money?» απάντησε εκείνος…

Ζωντανή νεκρή
Πριν χρόνια, στον σταθμό του μετρό της Alexanderplutz, στο Βερολίνο, κάθισε δίπλα μου μία αφρικανική οικογένεια. Ο γιος τους είχε όλα τα κλασικά «νέγρικα» χαρακτηριστικά: μεγάλα, παχιά χείλη, πλατιά πλακουτσωτή μύτη, σγουρό μαλλί με τζίβες. Είχε κατάξανθο μαλλί και κατάλευκο δέρμα. «Εξαιτίας του χρώματός μου αφήσαμε την Αφρική και ήρθαμε στην Ευρώπη. Στη χώρα μου τους ανθρώπους με αλμπινισμό τους θεωρούν καταραμένους και τους καίνε στη φωτιά», μου είχε πει. Τα «τυχερά» μωρά σώζονται από τις διεθνείς οργανώσεις και σχεδόν όλα εγκαταλείπονται από τους γονείς -που θέλουν να αποφύγουν την κατάρα- σε ορφανοτροφεία.


Η ιστορία αυτή επιβεβαιώθηκε από τη Λέμπνα, κάτοικο της παλαιάς πόλης Χαράρ, στα σύνορα με τη Σομαλία, η οποία καθόταν μόνη της ικετεύοντας έξω από ένα αντρικό κομμωτήριο.

«Δικός μου εχθρός δεν ήταν μόνο το δέρμα μου, αλλά και ο εμφύλιος πόλεμος που έχουμε στη χώρα μου, τη Σομαλία, από το 1986. Αυτά με οδήγησαν εδώ, στην απομόνωση». «Αισθάνεσαι ελεύθερη τώρα;», τη ρώτησα. «Χωρίς οικογένεια και φίλους αισθάνομαι ζωντανή νεκρή», απάντησε.

