Μία βδομάδα πριν από τη διεξαγωγή των δημοτικών εκλογών, ο υποψήφιος Δήμαρχος Λευκωσίας Χαράλαμπος Προύντζος φωτογραφίζεται στο Down Town με τα πιο αγαπημένα πρόσωπα της ζωής του, τη σύζυγό του Γωγώ Αλεξανδρινού και τις κόρες τους Μαρία και Χριστίνα και μιλά για την πόλη που (τον) μεγάλωσε, αλλά και για όλα εκείνα που τον καθόρισαν μέχρι τώρα στη ζωή του.
Από την Τάνια Νεοκλέους
Φωτογραφίες: Μιχάλης Κυπριανού
Είναι Σάββατο απόγευμα. Στην υπέροχη αυλή του κατάφυτου καφενείου, όπου συναντιόμαστε, ένα γνώριμο playlist σού δημιουργεί την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα πολύχρωμο ταξίδι από την Αφρική ως την Κούβα. Εκείνος παραγγέλνει μια κανάτα νερό με φρούτα «Συγνώμη, αλλά έχω πιει ήδη δέκα καφέδες από το πρωί», εξηγεί στην ιδιοκτήτρια σχεδόν απολογητικά, καθώς βάζει το κινητό του στο αθόρυβο. Στην ώρα που βρίσκομαι μαζί του, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο σε αυτόν τον άνθρωπο που δεν καπνίζει, που ξεδιψάει με νερό και φρούτα και που δεν αισθάνεται την ανάγκη να «δηλώσει» την παρουσία του στον χώρο, σφίγγοντας τα χέρια σε γνωστούς και αγνώστους, είναι ότι δεν ταράζεται σε κανένα σημείο αυτής της συζήτησης. Μία ώρα αργότερα κι αφού πλέον έχουμε ολοκληρώσει τη συνέντευξη, μπορώ να πάρω όρκο ότι δεν ταράζεται ποτέ του. «Σε μια συνέντευξή σου σε είχα ακούσει να λες ότι μια πόλη είναι άνθρωποί της», είναι το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό να του πω, καθώς από μπροστά μας παρακολουθώ να περνούν φιγούρες ανθρώπων που μοιράζονται αυτή την πόλη. «Ποιοι είναι, λοιπόν, για σένα οι καθημερινοί ήρωες αυτής της πόλης;», τον ρωτάω. «Ξέρεις, έχω την αίσθηση πολλές φορές, ότι ηρωοποιούμε μόνο ό,τι έχει να κάνει με το χρήμα και σου το λέω εγώ, που είμαι ένας άνθρωπος που ανήκω στον ιδιωτικό τομέα. Όμως, ήρωες για μένα είναι οι μητέρες, οι δάσκαλοι ή οι ηλικιωμένοι που βοηθούν τα παιδιά τους και που προσπαθούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Είναι οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι του πολιτισμού, που για μένα είναι πολύ φωτεινά πρότυπα. Είναι τα άτομα μέσα στον Δήμο που εργάζονται για να είναι η πόλη μας καθαρή. Άρα, οι ήρωες μιας πόλης, πολλές φορές, βρίσκονται εκεί που δεν τους περιμένει κανείς, γι’ αυτό και πρέπει να τους αναδεικνύουμε».
Μεγάλωσες και ο ίδιος στο κέντρο, σωστά;
Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα έζησα στο Καιμακλί και στην Παλουριώτισσα. Μέναμε στη Λεωφόρο Καντάρας, πήγαινα στο νηπιαγωγείο Casa Dei Bambini και δασκάλα μου ήταν η κυρία Λαύρα. Αυτά μέχρι τα έξι μου. Μετά μετακομίσαμε στη Μακεδονίτισσα. Τότε, η Μακεδονίτισσα ήταν χωράφια, καμία σχέση με την περιοχή, όπως την ξέρουμε σήμερα. Για να καταλάβεις, το σπίτι μου ήταν έξω από την Κρατική Έκθεση και από εκεί έβλεπα καθαρά τα Παγωτά Παπαφιλίππου.
Πώς ήσουν ως παιδί;
Ήμουν πάντα ένα παιδί με απίστευτη ενέργεια. Θυμάμαι, ειδικά όταν μετακομίσαμε σε σπίτι «χαμαί» που λέμε, που έπαιρνα το ποδήλατό μου με το που τελείωνα το σχολείο και επέστρεφα στο σπίτι αργά τη νύχτα. Αγαπούσα την καλαθόσφαιρα αλλά και τη μουσική. Ήμουν ένα παιδί που έκανα πάρα πολύ εύκολα παρέες, πολύ κοινωνικός, εξωστρεφής, καλός μαθητής πάντα και παρόλο που δεν ήμουν τόσο πολύ του διαβάσματος, «τα έπαιρνα» από την τάξη. Τα πρώτα τρία χρόνια πήγαινα στο Δημοτικό Έγκωμης, γιατί τότε δεν υπήρχε το Δημοτικό ή το Γυμνάσιο Μακεδονίτισσας. Εμείς ήμασταν οι πρώτοι μαθητές τους. Μετά, συνέχισα στο Λύκειο Κύκκου Β, στο Πρακτικό.
Σε τι σπίτι μεγάλωνες; Πώς θυμάσαι τους γονείς σου εκείνα τα χρόνια;
Οι γονείς μου, παρότι έμεναν στη Λευκωσία όταν έγινε ο πόλεμος, ήταν δύο άνθρωποι που έχασαν τα πάντα με την εισβολή. Η μητέρα μου κατάγεται από την Ακανθού και ο πατέρας μου από τον Γερόλακκο και όταν έγινε ο πόλεμος είχαν τις περιουσίες τους σε εκείνες τις περιοχές. Έχασαν τα πάντα, οπότε και εμείς ως παιδιά, μεγαλώσαμε σε μια οικογένεια στην οποία δεν έρεε το χρήμα άφθονο, όμως έρεε σίγουρα άφθονη η αγάπη. Είχα πολύ ευτυχισμένη παιδική ηλικία, πάρα πολλή αγάπη και προσοχή από τους γονείς μου, οι οποίοι ήταν πάντα πολύ προχωρημένα και προοδευτικά άτομα. Κάτι πολύ χαρακτηριστικό που θυμάμαι, ήταν ότι έρχονταν όλες οι εφημερίδες μέσα στο σπίτι μας την Κυριακή. Ήμασταν εφημεριδοφάγοι. Εγώ, θυμάμαι, μέχρι και τις κηδείες διάβαζα. Και έφερνε και ελληνικές εφημερίδες ο πατέρας μου. Πήγαινε στο περίπτερο και ζητούσε το Βήμα και το έφερνε στο σπίτι και το διαβάζαμε.
Πολιτικές συζητήσεις γίνονταν στο σπίτι;
Γίνονταν με έναν πολύ δημοκρατικό τρόπο και από τους δύο γονείς μου, οι οποίοι ουδέποτε επέβαλαν είτε σε μένα είτε στην αδερφή μου οποιαδήποτε σκέψη ή άποψη, αλλά αντίθετα προσπαθούσαν πάντα να μας καλλιεργούν την κριτική σκέψη. Για παράδειγμα, στις εκλογικές αναμετρήσεις, κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ μέχρι σήμερα, νομίζω πρέπει να ήταν το 1993, όταν υποψήφιοι ήταν ο Γιώργος Βασιλείου και ο Γλαύκος Κληρίδης, θυμάμαι χαρακτηριστικά να καθόμαστε στο καθιστικό μας και να φτιάχνουν έναν πίνακα οι γονείς μου με τα δέκα χαρακτηριστικά του προέδρου. Η μαμά μου είχε βγάλει 6-4 τον Βασιλείου, τον οποίο και ψήφισε, ενώ ο πατέρας μου είχε βγάλει τον Κληρίδη 6-4 και ψήφισε Κληρίδη. Σε ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώναμε εγώ και η αδερφή μου. Ουδέποτε μας επέβαλαν οι γονείς μας οποιαδήποτε σκέψη ή άποψη. Ήθελαν πάντα να έχουμε κριτική σκέψη.
Μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, έκανες ποτέ την επανάστασή σου ή ήταν πάντα όλα τόσο δημοκρατικά;
Ποτέ δεν χρειάστηκε να κάνω επανάσταση. Οι γονείς μου ήταν πάντα της λογικής να μου δίνουν χώρο και να μου δείχνουν εμπιστοσύνη. Εντάξει, ο πατέρας μου ήταν αυστηρός με την έννοια ότι πάντα ήταν ένα βήμα πιο πίσω από τη μαμά μου, που πάντα ήταν ένας άνθρωπος που της άρεσε να ανοίγει δρόμους. Δηλαδή, μεγάλωναν οι άλλοι με Καζαντζίδη, εγώ μεγάλωνα και με Queen. Μεγάλωναν οι άλλοι με ελληνικά παραδοσιακά συγγράμματα, εγώ τα διάβαζα και αυτά από τη βιβλιοθήκη που είχαμε στο σπίτι, αλλά θα μου έφερνε η μητέρα μου και αγγλικά βιβλία, αφού ήταν και καθηγήτρια αγγλικών. Έβλεπαν οι άλλοι τις ελληνικές σειρές που έπαιζαν στην τηλεόραση, εγώ έβλεπα «Fawlty Towers» ή «Yes Mr. Minster». Ήταν μια πολύ διαφορετική προσέγγιση, που πάντα είχε ως γνώμονα το να μιλούμε ελεύθερα, να σκεφτόμαστε ελεύθερα και να παίρνουμε τις αποφάσεις μας μόνοι μας.
Τι νιώθεις ότι πήρες απ’ τον καθένα τους;
Κοίταξε, οι δυο τους, επειδή πέρασαν πάρα πολύ δύσκολα μαζί, πέρασαν χούντα στις σπουδές τους, έζησαν τον πόλεμο κτλ, νιώθω ότι ζυμώθηκαν ως ζευγάρι, άρα, ήταν πάρα πολύ δεμένοι μεταξύ τους και οι αξίες τους -που μετέφεραν και σε μας- κοινές. Από τη μητέρα μου πήρα σίγουρα την αγάπη για τη μουσική και την εξωστρέφειά της. Είναι κοσμοπολίτισσα η μαμά μου. Της αρέσει να ταξιδεύει, να έχει συνέχεια νέα ερεθίσματα. Γράφει και διαβάζει πολύ. Από την άλλη, ο πυρήνας του χαρακτήρα μου, δηλαδή των αξιών μου, είναι πάρα πολύ κοντά και στον πυρήνα αξιών του πατέρα μου. Ο τρόπος που συζητώ είναι πολύ επηρεασμένος από εκείνον. Ο πατέρας μου είναι ένας άνθρωπος που στον διάλογο είναι ευγενής εκ φύσεως και πάντα δομημένος και διαλεκτικός. Πάντα τον θυμάμαι να μου λέει «Δεν είναι τόσο το τι λες, αλλά και το πώς το λες, πολλές φορές». Και όσο μεγάλωνα, ενώ η προσωπικότητά μου μοιάζει πάρα πολύ με της μητέρας μου, στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσα στη ζωή μου, ο πατέρας μου είχε όλο και πιο μεγάλη επιρροή.
Ήταν αυτός και ο λόγος που ακολούθησες τελικά τη Νομική, παρά το γεγονός ότι αποφοίτησες από το Πρακτικό;
Να σου πω. Μέχρι τη Β’ Λυκείου ήμουν μεταξύ Ιατρικής, Μηχανικής και Νομικής. Επέλεξα τελικά τη Νομική, γιατί πάντα είχα επιχειρήματα, πάντα ήμουν το παιδί που όταν ήθελαν κάτι οι συμμαθητές μου, έπρεπε να με βάλουν μπροστά, για να το διεκδικήσω. Ίσως να είχα και έναν υποσυνείδητο επηρεασμό από τον πατέρα μου, γιατί ήταν απόφοιτος Νομικής. Άνοιξε γραφείο το 1972, το οποίο χάσαμε το 1974 με την εισβολή. Ίσως υποσυνείδητα να με επηρέασε κάπως αυτό, παρόλο που οι γονείς μου στην πραγματικότητα ουδέποτε παρέμβηκαν στις επαγγελματικές μου επιλογές.
Είναι αλήθεια ότι τα πρώτα χρήματα που έβγαλες μόνος σου ήταν σε ηλικία 15 χρονών, παίζοντας ρεμπέτικο;
Ήταν πράγματι η πρώτη μου «δουλειά» αυτή και ήταν στο Ποτοποιείο. Εκεί ανακάλυψα το ρεμπέτικο, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του πατέρα μου, αλλά και τη ζωή των μουσικών, μιας και η μουσική ήταν η μεγάλη μου αγάπη εκείνη την εποχή.

Πώς ξεκίνησε η σχέση σου μαζί της;
Ξεκίνησε καταρχάς μέσα από το κλασικό πιάνο, με μαθήματα στο ωδείο και έπειτα συνέχισα αυτοδίδακτος με την κιθάρα. Η πορεία μου ουσιαστικά ξεκίνησε μέσα από τις σχολικές γιορτές. Ήμουν πολύ τυχερός, γιατί είχα πάρα πολύ καλές καθηγήτριες μουσικής, οι οποίες μας ενθάρρυναν στο να έχουμε το δικό μας συγκρότημα. Μας άρεσε τόσο πολύ αυτό που κάναμε, που όταν τα άλλα παιδιά έκαναν διάλειμμα για παράδειγμα, εμείς κάναμε πρόβες για τις γιορτές του σχολείου. Επιπλέον, ήμουν σολίστας της χορωδίας του Δήμου Έγκωμης υπό τη διεύθυνση της κυρίας Μαρίας Κουτσουπίδου, που ήταν η καθηγήτρια μας στο σχολείο και ήταν και η μαέστρος της χορωδίας, οπόταν άρχισα να πηγαίνω και σε διάφορες εκδηλώσεις. Πήγαμε και στην Αγγλία και κάναμε μεγάλες αντικατοχικές συναυλίες, ενώ άρχισα πλέον να πηγαίνω και σε μουσικά φεστιβάλ. Το 1997 πήγα στη Eurovision και το 1998 έκανα την πρώτη μου δισκογραφία. Το 1999, όταν ήμουν στο Bristol και σπούδαζα Νομική, άρχισα να δουλεύω παράλληλα με τις σπουδές μου και ως μουσικός, για να ξαλαφρώνω και τους γονείς μου από το οικονομικό βάρος.
Σκέφτεσαι καμιά φορά, ποια τροπή θα έπαιρνε σήμερα η ζωή σου, αν ακολουθούσες αποκλειστικά τη μουσική για επάγγελμα;
Ακριβώς, για να μην έχω αυτή την απορία σε όλη μου τη ζωή, ασχολήθηκα επαγγελματικά με τη μουσική για κάποια χρόνια, αλλά πολύ συνειδητά αποφάσισα ότι η Νομική ήταν αυτό με το οποίο ήθελα να ασχοληθώ.
Σήμερα ποια μουσική ακούς;
Σήμερα ακούω τη μουσική που ακούνε οι κόρες μου αλλά και την ελληνική μουσική που αρέσει σε μένα. Αλεξίου, Μητροπάνο, Βαρδή, Πάριο, Μποφίλιου, Διονυσίου. Ακούω και Taylor Swift, την αγαπημένη της μεγάλης μου κόρης! Σηκώσαμε, μάλιστα, και μια πολύ ωραία παράδοση μετά την πανδημία. Επειδή τα γενέθλια της Μαρίας μας είναι την 1η Ιουλίου, κανονίζουμε να πηγαίνουμε στις πιο μεγάλες συναυλίες που γίνονται στην Ευρώπη την περίοδο κοντά στα γενέθλιά της. Φέτος είναι ο τρίτος χρόνος που θα το κάνουμε, γιατί είναι μια πολύ ωραία οικογενειακή εμπειρία και είμαστε ευλογημένοι που μπορούμε να το ζήσουμε. Πήγαμε μέχρι στιγμής στην Billie Eilish και στον Harry Styles την πρώτη χρονιά, πέρσι πήγαμε στον Weeknd στο Dusseldorf και στους Coldplay στη Ζυρίχη, ενώ φέτος θα πάμε στην Taylor Swift, στον Travis Scott και στον Ed Sheeran.
Με τη Γωγώ Αλεξανδρινού, εδώ και μια 15ετία έχετε φτιάξει μια πολύ όμορφη οικογένεια. Μίλησέ μου γι’ αυτό που ζείτε μαζί.
Με τη Γωγώ νιώθω ότι κάναμε τα πάντα μαζί. Και, μάλιστα, είχαμε πάντα έναν ωραίο τρόπο να δίνουμε ο ένας στον άλλο τον χώρο του, αλλά και να κάνουμε ο καθένας από εμάς ένα βήμα πίσω, όποτε ήταν η στιγμή του άλλου να βγει μπροστά. Στηρίζουμε ο ένας τον άλλο, πάντα έτσι λειτουργούσαμε μέσα στη σχέση μας. Από την άλλη, είμαστε και οι δύο αυτοδημιούργητοι, δεν μας χαρίστηκε τίποτα, αλλά προσπαθούσαμε και προσπαθούμε πάντα με αξιοπρέπεια να χτίζουμε ο καθένας την καριέρα του και να είμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο.
Λέγεται ότι σκοπός ενός ζευγαριού είναι να κάνει ο ένας τον άλλο καλύτερο. Αυτό νιώθεις ότι ισχύει στη δική σας περίπτωση;
Εγώ νομίζω ότι σκοπός ενός ζευγαριού είναι να μπορεί ο καθένας να είναι μόνος του ευτυχισμένος, ώστε να μπορεί να κάνει τον άλλο ευτυχισμένο. Δεν μπορεί το ένα να υπάρξει χωρίς το άλλο. Σίγουρα η Γωγώ με έκανε καλύτερο άνθρωπο, σίγουρα συναντήσαμε ο ένας τον άλλο σταδιακά, γιατί ήρθε η Μαρία νωρίς μέσα στη σχέση μας. Ήμασταν μόνο έξι μήνες μαζί, όταν έμεινε έγκυος η Γωγώ, οπότε δεν είχαμε τον χρόνο να «γνωρίσουμε» ο ένας τον άλλο. Παράλληλα, είχαμε τη μητρότητα και την πατρότητα, οπότε σιγά σιγά με έναν πολύ όμορφο, ήπιο και σταδιακό τρόπο, συναντήσαμε ο ένας τον άλλο στην πορεία. Όχι χωρίς προβλήματα. Πάντα υπάρχουν δυσκολίες, αλλά είμαστε πάντα ειλικρινείς και πάντα καταφέρναμε να δυναμώνουμε.
Τι είναι για σένα η οικογένειά σας;
Νομίζω το άλφα και το ωμέγα στη ζωή μου. Αγαπώ την οικογένειά μου και προσπαθώ πάντα να περνώ χρόνο μαζί τους. Να είμαι πάντα εκεί στις γιορτές των παιδιών μου και είμαι πάρα πολύ χαρούμενος, γιατί ακόμα και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής, κατάφερα να μην χάσω ούτε μια συναυλία ούτε μια γιορτή ούτε μια παράσταση των παιδιών μου.

Τι άνθρωποι είναι οι κόρες σου; Βλέπεις στοιχεία δικά σου σ’ αυτές;
Κοίταξε, καταρχάς το να είμαι με μια τόσο δυναμική γυναίκα όπως είναι η Γωγώ, αντιλαμβάνεσαι ότι και οι κόρες μας είναι εξίσου δυναμικοί χαρακτήρες. Οπότε, το σίγουρο είναι ότι δεν βαριόμαστε ούτε δευτερόλεπτο. Το ενδιαφέρον είναι ότι παρά το γεγονός ότι είναι αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους, έχουν πάρει και οι δυο τους στοιχεία τόσο από μένα, όσο και από τη Γωγώ. Στη Μαρία βλέπω το τσαγανό και την ομορφιά της μαμάς της και τη δική μου καλλιτεχνική και επιχειρηματική φλέβα. Είναι και εκείνη αυτοδίδακτη στην κιθάρα, όπως ήμουν και εγώ αλλά και σπουδαία στον χορό σαν τη μαμά της. Η Χριστίνα από την άλλη, έχει μια τρομερή ευφυΐα, με πολύ αναλυτική σκέψη και μεθοδικότητα. Είναι και οι δυο τους αυτόφωτα παιδιά. Για μένα μπορεί να είναι το πιο σημαντικό πράγμα της ζωής μου να τις βλέπω να μεγαλώνουν και όχι να γίνονται αυτό που θέλουμε εμείς, αλλά να είναι αυτόφωτες και δύο ξεχωριστοί άνθρωποι.
Πλέον στη ζωή σου έχει ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο, αυτό της διεκδίκησης της δημαρχίας της Λευκωσίας. Ήταν μια απόφαση που τη συζήτησες πρώτα με την οικογένειά σου;
Φυσικά και το συζητήσαμε, γιατί πρόκειται για μια απόφαση ζωής, που σίγουρα επηρεάζει και τις ζωές των ανθρώπων της οικογένειας. Το συζητήσαμε με τη Γωγώ, όχι γιατί υπήρχε περίπτωση να μου έλεγε όχι σε κάτι που θα ένιωθε και η ίδια ότι το ήθελα πολύ, αλλά γιατί εκτιμώ τη γνώμη της ως ανθρώπου. Είναι ευφυής, χαρισματική και φυσικά καθόλου «ξένη» ως προς τη ζωή των κοινών. Όταν το συζητήσαμε, ήταν πολύ θετική σε αυτή την προοπτική και αυτό λειτούργησε πολύ ενθαρρυντικά σε μένα στο να ξεκινήσω αυτή την πορεία.

Αν σε μια βδομάδα εκλεγείς δήμαρχος, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνεις;
Επιχειρησιακά, το πρώτο πράγμα που θα κάνω είναι σίγουρα να μιλήσω με τους αντιδημάρχους και το δημοτικό συμβούλιο, γιατί αυτοί θα είναι οι άνθρωποι με τους οποίους θα συνεργαστώ τα επόμενα πέντε χρόνια και παράλληλα με το προσωπικό, που είναι τα άτομα που καθημερινά θα κάνουν τη δουλειά επί του εδάφους, για να πάρουμε την πόλη ένα βήμα παρακάτω. Τώρα, στη μεγάλη εικόνα, ως προς τα έργα, σίγουρα θα πρέπει να υλοποιήσουμε τη μεταρρύθμιση, τα συστήματα, το προσωπικό, τους αναπτυξιακούς σχεδιασμούς και μετά θα πρέπει να υλοποιήσουμε τα έργα που είναι ήδη είτε ξεκινημένα είτε σε πορεία υλοποίησης και τα μεγάλα έργα που έχουμε εμείς μέσα στο πρόγραμμά μας. Έχω ένα πάρα πολύ αναλυτικό πρόγραμμα, τη Στρατηγική Λευκωσίας, που την έγραψα κυριολεκτικά από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη εγώ, που είναι το όραμά μου και το πώς προτείνω να το υλοποιήσουμε, με έξι πυλώνες, σαράντα στόχους, πάνω από 300 δράσεις και πιστεύω ότι εκείνη πρέπει να είναι η πυξίδα μας για το τι πρέπει να κάνουμε. Είναι πολλά, όμως τα βλέπω θετικά, όπως κάνω πάντα. Μου αρέσει πάντα να βλέπω όχι τον τοίχο, αλλά το δέντρο πίσω από τον τοίχο.
Πώς θα ήθελες ο κόσμος να σε έχει στο μυαλό του σε πέντε χρόνια;
Σίγουρα ως έναν άνθρωπο που προσέφερε στην πόλη και που προσέφερε στη ζωή των ανθρώπων της, γιατί όπως είπαμε, η πόλη δεν είναι τα κτήρια. Στο τέλος της ημέρας, το επίκεντρο της προσπάθειάς μας είναι η ποιότητα ζωής των δημοτών και το να ξανακάνουμε τη Λευκωσία κορυφαία επιλογή για τους επισκέπτες, για τις επενδύσεις και για τις επιχειρήσεις. Αυτό είναι το όραμά μας. Θέλω όταν τελειώσει η θητεία μου, να έχω προσφέρει στο να κάνουμε την ποιότητα ζωής των ανθρώπων καλύτερη και η Λευκωσία να σφύζει από ζωή, βιώσιμη ανάπτυξη και εξωστρέφεια.

Styling: Shona Muir
Μακιγιάζ: Μαίρη Μυριανθοπούλου (Ilona Makeup Team by Inglot)
Μαλλιά: Miele hair and beauty spa

