Ο σέξι πρωταγωνιστής της σειράς «Ταμάμ» του ΑΝΤ1 που κατάφερε να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του κυπριακού κοινού όλο το καλοκαίρι, μάς συστήνεται στην πρώτη του συνέντευξη για την Κύπρο και μιλάει για όσα άλλαξαν στη ζωή του τον τελευταίο καιρό.
Του Αλέξανδρου Πρίφτη
Στην εκπνοή του Αυγούστου κι ακόμη επηρεασμένοι και οι δύο από την ραστώνη του καλοκαιριού, βρισκόμαστε κάπου στο κέντρο. Ένας παγωμένος καφές ήταν ό,τι πρέπει για να συνέλθουμε κάπως. Οι περαστικοί δεν μας δίνουν σημασία. Μόνο ένα κοριτσάκι τραβάει από την τσάντα τη μαμά της για να της δείξει τον Γιάννη. Χαμογελάει δυνατά και τρέχει. Η μητέρα της μας πλησιάζει και ζητάει αυτόγραφο. Η απογείωση για τον Γιάννη, μόλις άρχισε. Το περίμενε; «Στην αρχή δεν ήμουν σίγουρος για την επιτυχία της σειράς. Μπορεί η παραγωγή να είναι εξαιρετική, το σενάριο, η σκηνοθεσία επίσης, όμως μπορεί να τύχει μία συγκυρία και να τα ανατρέψει όλα. Ευτυχώς, όλα πήγαν καλά και η σειρά απέκτησε φανατικό κοινό. Να σκεφτείς ήταν να κάνουμε μόνο 12 επεισόδια και, εξ’ αιτίας του κόσμου, συνεχίσαμε για τρεις σεζόν. Μόνο ευτυχία νιώθω», ξεκινά να μου λέει.
Πώς αντιμετώπισες αυτή την επιτυχία σου;
Άνετα θα έλεγα και αισιόδοξα. Κοιτάζω πάντα το μέλλον μου με ελπίδα και κάνω όνειρα. Δεν με τρόμαξε η επιτυχία και η αναγνωρισιμότητα – ήταν το κλειδί για να συνεχίσω την καριέρα μου. Χαίρομαι που ο κόσμος με ακολουθεί στο Instagram και στο Facebook, αλλά και το συγκρότημα που δημιούργησα, τους «Radio Act», καθώς και για τη συνεργασία που έχουμε με την Panik Records.
Ασχολείσαι πολύ με τα social media; Είσαι, δηλαδή, παιδί της εποχής σου;
Όχι, δεν τα χρησιμοποιώ ιδιαίτερα, δεν είμαι εθισμένος και κολλημένος με αυτά. Είναι ένα «αναγκαίο κακό», αν θες.
Γιατί το λες αυτό;
Γιατί πολλές φορές αυτό μας αποχαυνώνει και μας στερεί την πραγματική ζωή. Για παράδειγμα, πάω με φίλους μου σε μία ταβέρνα ή έξω για έναν καφέ, και βλέπω άλλες παρέες, γύρω μας, να είναι κολλημένοι πάνω σε ένα κινητό και να μη μιλάνε μεταξύ τους. Χάνουμε τον άνθρωπο έτσι και βουλιάζουμε στο κινητό. Ή πας σε ένα ωραίο μέρος και, αντί να το απολαύσεις, το μόνο που σε νοιάζει είναι να βγάλεις καλή φωτογραφία, να τη βάλεις στο Instagram, για να πάρεις like. Αυτό που γίνεται δεν μου αρέσει. Με ενοχλεί.

Είσαι ρομαντικός;
Ναι, είμαι. Με θεωρώ ρομαντικό κι αυτό, νομίζω, το επιβεβαιώνουν και όλες οι κοπέλες που ήμουνα μαζί τους στο παρελθόν.
Από μικρός είχες καλλιτεχνικές τάσεις;
Ναι, είχα έφεση στα καλλιτεχνικά και ήταν ο δρόμος για να πλάσω τη δική μου καθημερινότητα, τον κόσμο μου. Με σκοπό, όμως, να το προβάλλω προς τα έξω. Δεν είμαι αιθεροβάμων, ξέρω τι μου γίνεται. Συνδυάζω τον ρομαντισμό και τον ρεαλισμό στον χαρακτήρα μου.
Εκτός από την υποκριτική, ασχολείσαι και με το τραγούδι. Το έχεις ως εναλλακτική;
Όχι, πάντα αγαπούσα τη μουσική. Όταν ήμουν πιτσιρικάς έβλεπα τον παππού μου που τραγουδούσε στην χορωδία της Νέας Φιλαδέλφειας και μου έμαθε να τραγουδάω στα τραπέζια και στις γιορτές Μικρασιάτικα τραγούδια. Έπειτα, ξεκίνησα να γράφω τραγούδια. Το τραγούδι μπήκε στη ζωή μου όταν έκανα καντάδα σε μία κοπέλα, που ήμουν ερωτευμένος μαζί της.
Τι σπούδασες;
Μετά το λύκειο ξεκίνησα να σπουδάζω φυσιοθεραπεία στο Αίγιο. Μου άρεσε γιατί βρήκα εξαιρετικό το να μπορείς να βοηθάς τους συνανθρώπους σου. Πάντα με συγκινούσαν τα ιατρικά και τα παραϊατρικά επαγγέλματα. Τελικά, όμως με κέρδισε η υποκριτική.
Έζησες στον απόλυτο βαθμό τη φοιτητική ζωή;
Εννοείς κραιπάλες και τέτοια; Όχι ακριβώς. Έζησα καλά, κάναμε τα δικά μας με τους φίλους μας, αλλά πέρασα και ζόρια. Δεν ήταν όλα εύκολα.
Αναφέρεσαι και στο διαζύγιο των γονιών σου;
Ναι, ήταν κι αυτό εκείνη την περίοδο. Για μένα, οι γονείς πρέπει να νοιάζονται για τα παιδιά τους και να τα φροντίζουν. Είτε είναι μαζί είτε όχι. Οι δικοί μου πάντα ενδιαφέρονταν για εμένα και πάντα με φρόντιζαν. Δεν έλειψαν από το πλευρό μου. Ευτυχώς, δεν είχαμε βίαιο ή άσχημο χωρισμό. Όλα έγιναν ήρεμα και πολιτισμένα.

Σήμερα, τι σχέσεις έχεις μαζί τους;
Τις καλύτερες. Με στηρίζουν και με ωθούν να εξελιχθώ. Χαίρονται που πέτυχα πολλούς από τους στόχους που είχα βάλει κάποτε.
Πώς προέκυψε, αλήθεια, η συνεργασία σου με το τούρκικο σίριαλ, «Iki Yaka, Bir Ismail» (σ.σ. «Δύο όχθες, ένας Ισμαήλ)», το οποίο έκανε τεράστια επιτυχία;
Ήμουν στο Ace models, από εκεί με βρήκε ένας casting director, o Μάκης Γαζής, και με έστειλε στο casting της σειράς. Είχαν ήδη επιλέξει κάποια άτομα, όμως κατάφερα και το ανέτρεψα αυτό.
Τι γνώμη είχαν για σένα οι Τούρκοι;
Με αντιμετώπισαν πολύ καλά, θερμά και φιλόξενα. Με αποκαλούσαν «Yunnan», που σημαίνει Έλληνας. Κοίτα, από όσο τους έζησα και συζήτησα μαζί τους, μου έδωσαν να καταλάβω ότι δεν έχουν θέμα με τους Έλληνες, αλλά με τους Κούρδους. Εμείς έχουμε πρόβλημα με τους Τούρκους και οι Τούρκοι με άλλους…
Ήταν εύκολο να κάνεις σχέση με τη συμπρωταγωνίστριά σου, Gizem Denizci;
Όχι, ήταν ριψοκίνδυνο. Με βάση το συμβόλαιό μου δεν θα έπρεπε να είχα κάνει σχέση μαζί της. Ήταν ένας από τους όρους που αναφερόταν μέσα. Ωστόσο, γεννήθηκαν συναισθήματα και από τις δύο πλευρές, οπότε… Αλλά ήταν παράνομος έρωτας! (γελάμε).

Και γιατί δεν κράτησε;
Παρόλο που το παράνομο είναι και πιο γλυκό, όπως λένε, η απόσταση ήταν καθοριστική. Τελείωσε η δουλειά, οπότε δεν γινόταν να είμαι κάθε μέρα στο Αϊβαλί. Ήταν εύλογο να τελειώσει αυτή η σχέση. Χαίρομαι, όμως, που έζησα αυτή την εμπειρία.
Υιοθέτησες στοιχεία από την κουλτούρα των Τούρκων για να παίξεις τον ρόλο του Τζεμ στο «Ταμάμ» του ΑΝΤ1;
Ναι, φυσικά. Εγώ διάβασα το κοράνι πριν παίξω τον Τζεμ. Μελέτησα πολύ. Ο Τζεμ, όμως, είναι λίγο στον κόσμο του. Δεν πρέπει να έχει διαβάσει το κοράνι. Υπήρχαν στοιχεία στον ρόλο που τα υιοθέτησα, όταν έζησα με οικογένειες Τούρκων. Στοιχεία από την καθημερινότητά τους, τον πολιτισμό, την κουλτούρα, τις συνήθειες τους.
Είναι εντελώς διαφορετικοί από εμάς, έτσι;
Όχι ακριβώς… Απλά είναι 20 χρόνια πίσω στη νοοτροπία και στις αντιλήψεις τους. Δεν πάνε πίσω τεχνολογικά, αλλά έχουν τις δικές τους αντιλήψεις, που είναι σαφώς παλιομοδίτικες. Τα νέα παιδιά, δηλαδή, μεγαλώνουν με αυτές τις αρχές.
Εσύ, που μεγάλωσες;
Στη Νέα Φιλαδέλφεια. Έζησα όμορφα παιδικά χρόνια. Η περιοχή ήταν ένα μέρος προσφυγικό. Είχαμε τεράστιες πλατείες και αλάνες. Γύριζα το βράδυ στο σπίτι μου, ιδρωμένος, με χώματα. Γνώρισα τι πάει να πει παιχνίδι έξω με τους φίλους μου. Δίπλα μας είχαμε και τον μεγαλύτερο ζωολογικό κήπο στην Αθήνα. Κάθε βράδυ άκουγα τον βρυχηθμό από τα λιοντάρια. Μεγάλωσα μέσα στη φύση και τα ζώα και νιώθω πολύ τυχερός που έζησα με αυτές τις εικόνες.
Ήσουν δειλό παιδί ή αλητάκος;
Όχι, ήμουν χαμηλών τόνων. Κλεισμένος στο καβούκι μου. Ήμουν ένα σκεπτόμενο παιδί, που του άρεσε να κάνει παρέα με τους φίλους του πατέρα μου. Ήθελα να συναναστρέφομαι μεγαλύτερους σε ηλικία από εμένα. Δεν μπορούσα να ταιριάξω εύκολα με τα παιδιά της ηλικίας μου. Και στο σχολείο αντιμετώπισα κι εγώ bullying.

Για ποιο λόγο;
Δεν ξέρω, ίσως επειδή ήμουν τόσο κλειστός στον εαυτό μου. Με έβριζαν, είχαν ασκήσει σωματική βία, αλλά όλα τερματίστηκαν όταν άλλαξα σχολείο. Σε ό,τι αφορά αυτό το κομμάτι θέλω να πω κάποια πράγματα. Για τα παιδιά που υφίστανται bullying, πρέπει άμεσα να μιλήσουν στους καθηγητές τους στο σχολείο και στους γονείς τους. Δεν πρέπει να το βιώνουν και να σωπαίνουν. Όμως, πρέπει να μιλήσουν για το θέμα αυτό και τα παιδιά που κάνουν bullying, που είναι θύτες. Εκείνα που το βιώνουν παθητικά, κάποια στιγμή θα το ξεπεράσουν, θα συνέλθουν. Ενώ οι θύτες θα παραμείνουν έτσι μία ζωή και θα διαμορφώσουν τη γενιά τους. Να σκεφτούν γιατί το κάνουν και μήπως έχουν λάθος πρότυπα.
Με τις κοπέλες ήσουν επίσης ντροπαλός;
Εννοείται. Μία φορά είχα βάλει ένα δαχτυλίδι στην τσάντα μίας συμμαθήτριάς μου. Δεν είχα το θάρρος να της το δώσω, αλλά ούτε και να παραδεχτώ ότι το έκρυψα εγώ εκεί. Ακόμα να το μάθει… (γελάει).
Παραμένεις έτσι ντροπαλός με τις κοπέλες;
Όχι τόσο, αλλά δεν είμαι από αυτούς που θα κάνουν ένα χύμα πέσιμο. Προτιμώ το ωραίο και έξυπνο φλερτ.

