Αν και τον ακολουθεί η φήμη του «δύσκολου», απαντάει με ευκολία σε θέματα επαγγελματικά, πολιτικά, προσωπικά, ακόμα και σε όσα συζητιούνται για εκείνον, χωρίς εκείνο.
Του Άρη Καβατζίκη
Το φετινό καλοκαίρι περπατάει στο ίδιο φωτεινό μονοπάτι γνώσης, εμπειρίας και ταλέντου, συντροφιά με τον Γιάννη Μπέζο και τον Πέτρο Φιλιππίδη, συνομιλώντας οι τρεις τους για τον αριστοφανικό «Πλούτο». Παράσταση που ήδη αξιολογήθηκε ως άκρως επιτυχημένη, εάν κρίνει κανείς από τα συνεχόμενα sold outs. Το Σεπτέμβρη τους περιμένουμε για μια ξεχωριστή βραδιά κάτω από τον Αττικό ουρανό, στο Ηρώδειο. Ο Γιώργος Κιμούλης είναι πολλά, αλλά πρωτίστως είναι ένας γοητευτικότατος συνομιλητής.
Σχεδόν κάθε καλοκαίρι βλέπουμε τα αναμενόμενα: Σοφοκλή, Αισχύλο, Αριστοφάνη, ίσως και Σαίξπηρ. Είναι δημιουργική η επανάληψη αυτού του ρεπερτοριακού μοτίβου;
Το ότι μπορεί να είναι ίδια έργα, δε σημαίνει ότι είναι και ίδιες παραστάσεις. Το ότι τα ίδια έργα παρουσιάζονται σε διαφορετικές παραστάσεις και ο κόσμος πηγαίνει, κάτι άλλο σημαίνει: ότι αυτά τα έργα ορθώς θεωρούνται κλασικά, διότι ένας βασικός ορισμός του κλασικού είναι ότι μοιάζει να έχει γραφτεί τη στιγμή που παρουσιάζεται. Άρα, αυτό το οποίο φαίνεται σαν επανάληψη, δεν είναι. Και ο κόσμος το ξέρει, γι’ αυτό και έρχεται. Ουσιαστικά, ο κόσμος βλέπει την ερμηνεία που κάνει ο καλλιτέχνης κάθε φορά στο έργο που παρουσιάζει.
Γιατί «Πλούτος»; Δική σας επιλογή ή της τριάδας Κιμούλης-Μπέζος-Φιλιππίδης;
Της τριάδας. Εγώ δε θα ήθελα αυτή την εποχή να ερμήνευα ένα άλλο έργο.
Γιατί;
Γιατί αυτό που λέει το συγκεκριμένο έργο είναι ίσως το θέμα που, λίγο ακόμη αν αφήσουμε το χρόνο να περάσει, δε θα υπάρχει επιστροφή: ο πραγματικός πλούτος βρίσκεται στο «μαζί» των ανθρώπων και όχι στο «χώρια». Η απομόνωση του καθενός αυτή τη στιγμή έχει χτυπήσει κόκκινο. Το «μαζί», η έννοια του συλλογικού, ηχεί σχεδόν ανεκδοτολογικά. Η οποιαδήποτε προσπάθεια να λειτουργήσουν οι άνθρωποι συνολικά ηχεί στα αυτιά μας σχεδόν ως επιθανάτιος ρόγχος.
Ως Έλληνας, προλάβατε να ζήσετε το συλλογικό καλό;
Πρόλαβα να ζήσω μέσα σε παρέες που λειτουργούσαν με μια συλλογική συμπεριφορά και στάση. Τώρα πια δεν υπάρχει ούτε αυτό. Την περίοδο του 1968 και στη μεταπολίτευση λειτουργούσε. Σιγά-σιγά άρχισε η αποσύνθεση, που ήταν προϊόν της συναισθηματικής κόπωσης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός για τον άνθρωπο από το να κουραστεί συναισθηματικά. Σωματικά το αντέχει, πνευματικά επίσης, συναισθηματικά δεν μπορεί εύκολα να το ξεπεράσει.
Συναισθηματικά γιατί κουραζόμαστε;
Οι ελπίδες που έχει ο καθένας, είτε ως ομάδα είτε κατά μόνας, δεν πραγματώνονται. Πραγματώνονται άτσαλα, μισά ή καθόλου. Και η συσσώρευση των ηττών δημιουργεί αυτή τη συναισθηματική κόπωση.
Άρα, τώρα είμαστε στο peak σε ό,τι αφορά τη συναισθηματική κόπωση.
Λίγο πριν το τέλος, κιόλας. Πριν την κατάρρευση, πριν θεωρηθούν όλα μάταια, πιστεύω.

Και τι κάνουμε;
Χρειάζεται ακόμα μια προσπάθεια να βγούμε στην επιφάνεια, να πάρουμε ανάσα. Αλλιώς, θα βυθιστούμε.
Να πάρουμε την ανάσα και μετά να δούμε το «μαζί»;
Η ανάσα να εμπεριέχει το «μαζί», να παρθεί μ’ αυτή την προοπτική: ότι βγαίνοντας στην επιφάνεια, θα συναντήσουμε και άλλους που είναι έτοιμοι να πνιγούν. Και πρέπει να πιαστούμε από το χέρι, γιατί μόνοι μας μόνο στο βυθό πάμε. Είναι μεγάλο το βάρος του εγωισμού μας.
Σε ό,τι αφορά τον πλούτο, είναι καλό να μοιράζεται, να τον έχουν όλοι ή να υπάρχει διαβάθμιση;
Ο Αριστοφάνης λέει κάτι πολύ συγκεκριμένο, το οποίο πολλοί παραβλέπουν, καθώς τη λύση τη δίνει στο τέλος του έργου, όταν παίρνει τον Πλούτο από το σπίτι του πρωταγωνιστή και τον τοποθετεί στον περίφημο οπισθόδομο, το θησαυροφυλάκιο του κράτους. Θέλοντας μ’ αυτό να πει ότι πλούσιο κράτος σημαίνει και πλούσιοι πολίτες. Πλούσιο κράτος σημαίνει ένα κράτος που μπορεί να προσφέρει στους πολίτες του όλα αυτά τα οποία θεωρούνται δημόσια αγαθά και ποτέ δε δίδονται ως τέτοια. Η παράστασή μας εκεί στηρίζεται. Γιατί, εάν το κράτος κάποια στιγμή πλουτίσει και προσφέρει τα αγαθά που οφείλει στον πολίτη, τότε κι εκείνος θ’ αρχίσει να κατανοεί τον πλούτο με διαφορετικό τρόπο. Θα δει τον πλούτο ξανά στις αξίες του, στην ποίησή του, στο χορό, στα τραγούδια, στη δημιουργία και όχι στη δουλειά, κυνηγώντας το χρήμα.
Τα χρήματα δεν ήταν ποτέ σκοπός σας;
Όχι, παρόλο που αυτό το οποίο ουσιαστικά δε θα έλεγα ότι μισούσα, αλλά αδιαφορούσα για μια περίοδο, με νίκησε.
Το χρήμα σας νίκησε;
Ναι, με νίκησε αυτή η αίσθηση του χρήματος, αλλά το ξεπέρασα γρήγορα. Εγώ πλούσιος δεν έγινα ποτέ και ποτέ δε μ’ ενδιέφερε. Ό,τι έβγαζα από τη δουλειά μου το τοποθετούσα αμέσως στην επόμενη θεατρική περίοδο, που σημαίνει ότι αν κάνεις δύο συνεχόμενες αποτυχίες, αυτό κινδυνεύει να σε καταστρέψει. Παράλληλα, δεν έχω πάρει ποτέ ούτε ένα ευρώ από το κράτος ως επιχορήγηση. Κι αυτό γιατί διαφωνούσα ιδεολογικά, θεωρώντας ότι ο σύγχρονος πολιτισμός πρέπει να κρατά απόσταση από το χώρο της εξουσίας.
Νικηθήκατε επειδή αναγκαστήκατε να κάνετε έκπτωση στις επιλογές σας;
Όχι. Επειδή δεν είχα χρήματα να επιβιώσω. Και πάλι, όμως, δεν τα κυνήγησα, παρόλο που μου έλειπαν.
Δεν είστε ο μέσος Έλληνας. Αυτή τη στιγμή όλοι το χρήμα κυνηγάμε.
Τώρα είμαστε παγιδευμένοι σχεδόν όλοι στην ίδια κατάσταση. Δε μας φτάνουν να ζήσουμε. Τόσο απλά. Αυτό είναι αλήθεια.
Σας αγχώνει αυτό ή και πάλι όχι;
Ποτέ δε με άγχωσε, παρά μόνο εκείνη την περίοδο που σου είπα. Αυτό εννοώ ήττα. Ότι μου δημιουργήθηκε άγχος, ότι δεν είχα να ζήσω. Τώρα, όμως, έχει σταματήσει σιγά-σιγά να με αγχώνει. Όχι γιατί βλέπω και άλλους ανθρώπους στην ίδια κατάσταση με μένα, αλλά γιατί δεν πρέπει. Βρίσκω λύσεις, ώστε να συνεχίζω να δημιουργώ, έστω κι αν δυσκολεύομαι να ζήσω την καθημερινότητά μου. Πιστεύω, βέβαια, ότι κάποιοι είναι σε πολύ πιο άσχημη θέση από μένα.
Η δουλειά σας είναι και ψυχοφθόρα. Δε φτάσατε ποτέ σε σημείο να πείτε ότι δεν πάει άλλο;
Αυτό είναι το ταλέντο. Το ταλέντο βγαίνει από τη λέξη τάλαντο, αλλά δεν είναι το τάλαντο με το οποίο πληρώνεσαι, αλλά το τάλαντο που πληρώνεις, καθώς έχεις την έπαρση να καταθέσεις την ψυχή σου στην αγορά. Λοιπόν, έρχεται και σου λέει η συνθήκη που σε περιβάλλει: «Έχεις αυτή την έπαρση να καταθέσεις την ψυχή σου στην αγορά, όταν οι περισσότεροι δεν το κάνουν; Ε, θα το πληρώσεις». Ουσιαστικά, τάλαντο είναι η δύναμη που έχεις να συνεχίσεις να καταθέτεις τη ψυχή σου στην αγορά. Μερικές φορές όλο αυτό, έτσι όπως το περιέγραψα, με κουράζει. Αλλά εμφανίζεται και πάλι η δύναμη. Το σημαντικό είναι το «ξανά από την αρχή». Κι αυτό διέπει έναν ηθοποιό σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Ξέρει, ουσιαστικά, λόγω της τριβής του μ’ αυτή τη συγκεκριμένη Τέχνη, ότι η έννοια της διάρκειας στο χρόνο δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο αυτό που αξίζει ν’ αρχίσει πάλι. Έτσι, ο ηθοποιός συμφιλιώνεται με την έννοια του ατελέσφορου. Τίποτα δεν ολοκληρώνεται, γι’ αυτό ανεβαίνω την επόμενη μέρα πάλι στη σκηνή, μήπως και το ολοκληρώσω. Παρόλο που ουσιαστικά γνωρίζω ότι ποτέ δε θα ολοκληρωθεί. Αλλά, όπως άξιος ελπίδας είναι ο γνώστης του απέλπιδου, έτσι και άξιός του να προσπαθεί να ολοκληρώσει τα πράγματα είναι ο γνώστης του ατελέσφορου.
Όταν η κόρη σας σάς είπε ότι θα ακολουθήσει το δρόμο της υποκριτικής, είπατε μέσα σας «ωχ»;
Όχι, παρόλο που δε μ’ αρέσει να μιλάω για την κόρη μου, καθώς έχει δικό της λόγο και σε λίγο θα έχει, ούτως ή άλλως. Όχι, λοιπόν, δε με ένοιαξε. Μακάρι οι άνθρωποι να γίνονται καλλιτέχνες.
Δεν αγχωθήκατε;
Όχι. Αν η κόρη μου θέλει να γίνει καλλιτέχνις, και συγκεκριμένα ηθοποιός, είμαι περήφανος.
Σήμερα, πλέον, θεωρείτε ότι υπήρξατε περισσότερο άνθρωπος-άντρας-πατέρας-οικογενειάρχης-φίλος ή, αν τα ζυγίσετε, η ζυγαριά γέρνει προς την πλευρά του καλλιτέχνη;
Γέρνει στην πλευρά του καλλιτέχνη. Βέβαια, η σχέση μου με την έννοια της πατρότητας με άλλαξε άρδην. Δεν επηρέασε τη σχέση μου με την Τέχνη μου, που, μεταξύ μας, πάλι δεν ξέρω αν τελικά την επηρέασε. Δεν μπορώ να με δω απέξω. Αλλά βλέπω πως στην υπόλοιπη ζωή μου με μεταμόρφωσε. Προς το καλό, προς το κακό, δεν ξέρω, πάντως με μεταμόρφωσε. Μπορεί να επηρέασε και το καλλιτεχνικό μου έργο.
Άρα, ο αγώνας του ατελέσφορου επηρέασε και την προσωπική σας ζωή;
Έτσι είναι όλη μου η ζωή. Υπάρχει η περίφημη φράση «μην παίζεις θέατρο σε μένα», όπου υπαινίσσεται ο άλλος «μη μου λες ψέματα». Ψέματα, ένας καλός ηθοποιός δε λέει. Ο κακός ηθοποιός λέει ψέματα. Το θέατρο έχει σχέση μόνο με την αλήθεια, με τίποτα άλλο. Ουσιαστικά, έρχομαι να πω ότι αυτό που είναι ο ηθοποιός στη σκηνή είναι και στη ζωή. Και αυτό που είναι στη ζωή, είναι και στη σκηνή. Εγώ, ανεβαίνοντας στη σκηνή, δε νιώθω διαφορά. Γι’ αυτό και συνηθίζω να λέω στους νεότερους ηθοποιούς ότι η πραγματική εκγύμναση του ηθοποιού δε γίνεται στη σκηνή ή στη δραματική σχολή, αλλά στη ζωή. Στο πώς παρατηρείς τους άλλους και τον εαυτό σου. Επάνω στη σκηνή γεννάμε κάθε φορά έναν άλλο, ολοκληρωμένο άνθρωπο. Επομένως, δε γίνεται την αίσθηση του ατελέσφορου να μην την κουβαλάω και στη ζωή μου.
Μπαίνετε στη διαδικασία να δείτε τον εαυτό σας μέσα από τα μάτια των άλλων;
Συνεχώς. Άλλο, όμως, να καταλαβαίνεις ποιος είσαι παρακολουθώντας το βλέμμα που έχουν οι άλλοι για σένα και άλλο να προσπαθείς συνεχώς να είσαι αρεστός στους άλλους, με αποτέλεσμα να γίνεις αυτό που εκείνοι θέλουν.
Φαντάζομαι ότι δε γίνατε ποτέ αυτό που ήθελαν οι άλλοι.
Το ακριβώς αντίθετο. Έγινα αυτό που δεν ήθελαν οι άλλοι. Προσπάθησα και συνεχίζω να προσπαθώ να γίνω αυτό που εγώ θέλω.
Αλήθεια, οι γονείς σας τι σας ήθελαν;
Οι γονείς μου, και οι δύο, ήταν δικηγόροι. Οπότε, επαγγελματικά εκεί με ήθελαν, με έτοιμο γραφείο.
Δεν μπήκατε καν στη διαδικασία;
Έδωσα στη Νομική, αλλά μου φαίνεται πως εκείνη τη στιγμή έδωσε κάποιος άλλος εξετάσεις. Δεν πέρασα ούτε απέξω.
Στεναχωρήθηκαν;
Οι γονείς μας τότε δε στεναχωριόνταν, θύμωναν. Με λίγα λόγια, δε φοβόνταν να συγκρουστούν με το παιδί τους, όπως φοβόμαστε εμείς, καθώς θέλουμε να είμαστε φιλαράκια με τα παιδιά μας. Άρα, η σωστή ερώτηση είναι αν θύμωσαν και η απάντηση είναι ναι. Λογικό. Στη συνέχεια είδαν ότι αυτή είναι η πραγματικότητα και πέρασαν από το θυμό στη χαρά.

Σας έκοψαν και τη χρηματοδότηση;
Πολλά. Ό,τι μπορεί να κάνει ένας γονιός για να επαναφέρει βιαίως το παιδί του στον ίσιο, κατά τη γνώμη του, δρόμο.
Στις κρατικές σκηνές έχετε υπάρξει;
Δύο φορές μόνο, για πολύ λίγες παραστάσεις.
Δεν είναι περίεργο;
Συ είπας. Μπορεί να μην ήμουν μέσα στους σχεδιασμούς τους.
Ο λόγος μπορεί να ήταν και πολιτικός;
Δε νομίζω. Πολλές φορές οι καλλιτεχνικοί διευθυντές –όχι όλοι– προσπαθούν να συνεργάζονται με ανθρώπους που μπορούν να τους χειριστούν πιο εύκολα. Θεώρησαν, μάλλον, ότι εμένα δε θα μπορούσαν να με χειριστούν εύκολα. Ίσως τους είχα δώσει μια τέτοια εντύπωση.
Κουβαλάτε τη φήμη του δύσκολου;
Ναι, μάλλον.
Υπάρχει για εσάς η φήμη ότι είστε επιλεκτικός, όχι δύστροπος.
Έχω ακούσει για μένα όλους τους επιθετικούς προσδιορισμούς. Οπότε, δε μ’ εντυπωσιάζει τίποτα. Από το 2000 και έπειτα, που οι σελίδες των περιοδικών, οι ώρες της τηλεόρασης και η εξάπλωση των blogs στο διαδίκτυο αυξήθηκαν τόσο πολύ, ώστε έπρεπε με κάθε τρόπο να γεμίσουν, έχω ακούσει τα πάντα απ’ αυτά που υπάρχουν κι απ’ αυτά που δεν υπάρχουν. Τώρα πια δεν αντιδρώ.
Πάντως, το όνομά σας ακούστηκε έντονα για το Εθνικό Θέατρο.
Το όνομά μου για το Εθνικό Θέατρο ακούγεται από το τέλος της πρώτης τετραετίας του Νίκου Κούρκουλου. Κάθε φορά ακούγεται επίσης και για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Έφτασαν ποτέ να σας τα προτείνουν;
Μπορεί και να έχουν φτάσει, αφού όμως δεν έχουν πραγματοποιηθεί, δε θα ήθελα ούτε να το επιβεβαιώσω ούτε να το αρνηθώ.
Σας ακολουθεί επίσης η φήμη ότι πέρασαν πολλές γυναίκες από τη ζωή σας.
Όπως και από τη ζωή πολλών ακόμη αντρών, αλλά και άντρες από τη ζωή πολλών γυναικών αντίστοιχα.
Κάθε φορά που βλέπατε ένα δημοσίευμα για την προσωπική σας ζωή, «φρικάρατε»;
Στην αρχή, ναι. Μετά θύμωνα, μετά αδιαφορούσα επιδεικτικά. Τώρα πια δεν κάνω τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι μη αντιμετωπίσιμο.
Συμφιλιωθήκατε, δηλαδή;
Όχι, είναι σαν να μη συμβαίνει. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Είναι γελοίο, είτε να επιβεβαιώσεις είτε να αρνηθείς.
Είναι κακό να δημοσιοποιηθεί η σχέση ενός ανθρώπου;
Ναι.
Γιατί;
Γιατί αποκτά μια εμπορευματική αξία, ενώ δεν έχει καμία σχέση με το εμπόρευμα.
Ναι, αλλά αν δεν την εμπορευματοποιήσετε εσείς, δε φέρετε ευθύνη.
Δε διαφωνώ ότι μπορεί να μην το εκμεταλλεύεσαι ή να μην το «σπρώχνεις» εσύ. Μπορεί κάλλιστα να το «σπρώχνει» το άλλο πρόσωπο, χωρίς να το γνωρίζεις. Μπορεί όλα αυτά να συμβαίνουν, όμως την ίδια στιγμή είναι σαν να το εμπορεύεσαι κι εσύ. Κι αυτό δε μ’ αρέσει.
Ωστόσο, δεν είναι κακό να πάει κανείς να δει μια παράσταση με τον άνθρωπό του ή για φαγητό ή διακοπές.
Όχι, αλλά πρέπει να προσέχει. Από εκεί και πέρα, αν μια σχέση αποκτήσει παρελθόν και νιώσεις ότι έχει βάσεις ώστε να διαρκέσει εύλογο χρονικό διάστημα, τότε αδιαφορείς πραγματικά αν δημοσιοποιηθεί. Αλλά δε γίνεται με το «καλημέρα» να δηλώνει κανείς «είμαι σε σχέση».
Μα, με όσα έχετε επιτύχει, είναι δυνατόν να σας κάνει κακό η δημοσιοποίηση μιας σχέσης;
Δεν το λέω γι’ αυτό. Το λέω γιατί σε επίπεδο αξιακού κώδικα με βρίσκει αντίθετο. Είναι ξεκάθαρο: δεν εμπορεύεσαι και δε συμμετέχεις σε κανενός είδους εμπορευματική συναλλαγή τοποθετώντας τη ζωή σου ως προϊόν. Νιώθει κανείς λερωμένος.

Συχνά λέμε «έδωσα περισσότερα απ’ όσα μου έδωσαν». Εσείς το κάνετε;
Δεν έχω σχέση με τη μετάνοια ή με οτιδήποτε θρησκευτικό ή εκκλησιαστικό. Μετανοώ δε σημαίνει τίποτα. Είναι ένα συγχωροχάρτι που δίνουμε στον εαυτό μας. Αν κάνεις κακό σε κάποιον, άθελά σου, και μετά δηλώσεις ότι έχεις μετανιώσει, δε σημαίνει τίποτα για τον άλλο. Το να προσπαθείς να μην κάνεις τα ίδια λάθη είναι ανθρώπινο. Αλλά λίγο παραπάνω να σκεφτείς, θα δεις ότι ίδια λάθη μπορεί να μην κάνεις, παρόμοια θα κάνεις σίγουρα.
Στην Ελλάδα του 2016 όλοι μπορούν, ή θεωρούν ότι μπορούν, να κάνουν τα πάντα. Από Ηρώδειο και Θεοδωράκη μέχρι Επίδαυρο και πίστα ταυτόχρονα. Τι λέτε;
Δεν έχω απάντηση. Πιστεύω ότι είναι περισσότερο ανάγκη των δημοσιογράφων αυτή, αλλά είναι κατανοητό, το είπα και πριν. Είναι πολλές οι σελίδες, Άρη, και πρέπει να γεμίσουν! Το να εκφράσει ένας άνθρωπος την επιθυμία του να κάνει κάτι πολύ παραπάνω, κακό δεν είναι. Το ότι γίνεται όμως θέμα δεν είναι σφάλμα του ανθρώπου που εξέφρασε την επιθυμία. Το περίεργο το διαμορφώνετε οι δημοσιογράφοι. Βέβαια, δεν είναι αθώοι και οι καλλιτέχνες, που δηλώνουν περίεργα πράγματα κάποιες στιγμές, γνωρίζοντας ότι οι δημοσιογράφοι θα τσιμπήσουν και θα τα μεγεθύνουν, αφού το γαύρο τον κάνετε ροφό.
Αν σας χτυπούσε την πόρτα ένας τραγουδιστής για να τον «εκπαιδεύσετε» υποκριτικά, με το αζημίωτο φυσικά…
Δε θα το έκανα!
Δε θα το προσπαθούσατε καν;
Μπορεί να μη θεωρώ τον εαυτό μου ικανό για κάτι τέτοιο. Η συγκεκριμένη Τέχνη στην πραγματικότητα δε διδάσκεται στη δραματική σχολή ή στη σκηνή, αλλά στη ζωή.
Έρχεται κάποιος και σας δίνει ένα κλειδί, λέγοντάς σας ότι έχετε στη διάθεσή σας ένα σπίτι σ’ ένα αγαπημένο μέρος στον κόσμο μαζί με χρήματα για να ζήσετε. Τι κάνετε;
Χωρίς χρήματα, μου το έχουν προτείνει. Και ψάχνω ακόμα να βρω το πρόσωπο για να του επιστρέψω τα κλειδιά, γιατί δεν πήγα. Ήρθε ένα εντελώς άγνωστό μου πρόσωπο μετά το τέλος μιας παράστασης, μου είπε ότι έχει ένα σπίτι σε κάποιο νησί και μου έδωσε τα κλειδιά, ώστε να πάω να ξεκουραστώ. Ήταν περισσότερο γενναιόδωρη αυτή η κίνηση απ’ αυτό που αντέχω. Με εξέπληξε!
Επειδή είπατε ότι η ουσία είναι στο «μαζί» και όχι στο «χώρια», έχετε αισιοδοξία ότι θα τα καταφέρουμε;
Δε γίνεται να μην έχω. Πιστεύω ότι η παραίτηση και η ματαιότητα είναι ό,τι πιο απάνθρωπο μπορεί να υπάρξει. Και αν ο άνθρωπος έχει κάτι να τον διαφοροποιεί από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, αυτά είναι η ελπίδα και το γέλιο του.
Επιμέλεια: Χρήστος Αλεξανδροπουλος Grooming: Κωνσταντίνος Σακκάς (d-tales) Ευχαριστούμε το «Black Duck Garden», Ιωάννα Παπαρηγοπούλου 5, Αθήνα, τηλ. 210 3252396, www.blackduckgarden.gr, για την ευγενική φιλοξενία

