Μιλάει για τον έρωτα και το χωρισμό, για την ανάγκη του να είναι όλα γύρω του μουσική, ενώ θεωρεί πως δεν διαφέρει από κανένα άλλο άνθρωπο!
Από τη Μελίνα Κολιτσοπούλου
Ο Γιώργος Σαμπάνης δεν τραγουδάει μόνο «Λόγια που Καίνε», όπως είναι ο τίτλος του νέου του άλμπουμ, που κυκλοφορεί από την Cobalt Music, τα λέει κιόλας. Με αυθεντικά αυθόρμητο τρόπο, ο τραγουδοποιός μιλά για τον έρωτα, το χωρισμό και τη δημοσιότητα, για τη μουσική και το τραγούδι που κυριαρχούν στη ζωή του από μικρή ηλικία, αλλά και για τη συνεργασία του με τον Γιώργο Νταλάρα και τον Μπάμπη Στόκα.
Εσύ, είσαι μόνος αυτή την περίοδο;
Γ.Σ.: Ναι, είμαι μόνος, αλλά μ’ αρέσει, νιώθω καλά.

Στον έρωτα πιστεύεις;
Γ.Σ.: Ναι, πιστεύω πολύ. Είναι το πρώτο σκαλί για να φτάσεις στην έλλειψη εγωισμού και, τελικά, στην αγάπη. Θεωρώ πως αγάπη είναι η παντελής έλλειψη εγωισμού.
Αυτό που περιγράφεις το έχεις νιώσει ολοκληρωμένα;
Γ.Σ.: Ναι, μια φορά. Έφτασα στο σημείο ν’ αγαπήσω έναν άνθρωπο τόσο πολύ, που δεν ήταν αυτοσκοπός μου να είμαστε μαζί, αλλά να είναι εκείνος ευτυχισμένος.
Όταν βάζεις στόχους, μέχρι που φτάνεις για να τους εκπληρώσεις;
Γ.Σ.: Δεν είμαι αδίστακτος. Δεν μπορώ να κάνω πράγματα που δε συμβαδίζουν με την ηθική μου. Φτάνω όμως στο σημείο να νιώθω περήφανος για τον εαυτό μου, ότι δεν τα παράτησα.
Με υπομονή, πείσμα, ορμή;
Γ.Σ.: Ανάλογα με το στόχο. Άλλους βάζω στην προσωπική μου ζωή και άλλους στην επαγγελματική. Και λειτουργώ τελείως διαφορετικά. Υπομονή, επιμονή και ανάγκη να επιτευχθεί ο στόχος είναι απαραίτητα στην επαγγελματική μου ζωή. Στα προσωπικά μου, δυστυχώς, είμαι σκορποχώρι. Πιο ανυπόμονος, ενθουσιώδης, ένα ελάττωμα! Είμαι καλός στα επαγγελματικά όμως.
Όταν λες ενθουσιώδης;
Γ.Σ.: Αν δεν ενθουσιαστώ μ’ έναν άνθρωπο, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνω κάτι μαζί του.
Είσαι εύκολος ή δύσκολος στις συναναστροφές σου, επαγγελματικές και προσωπικές;
Γ.Σ.: Θα έλεγα ότι είμαι δύσκολος. Δε θεωρώ καλό να είσαι εύκολος και δε με ελκύουν οι εύκολοι άνθρωποι, αλλά οι δύσκολοι καλλιτέχνες, που έχουν προσωπικότητα, γνωρίζουν την τέχνη τους κι έχουν απαιτήσεις, οι δύσκολες γυναίκες, που ξέρουν τι θέλουν και πώς να το αποκτήσουν, οι δύσκολοι συνεργάτες, που έχουν άποψη.

Όσα, δηλαδή, δυσκολεύεσαι να κατακτήσεις και απαιτούν κόπο;
Γ.Σ.: Όχι ακριβώς. Με ελκύουν άνθρωποι που έχουν άποψη, προσωπικότητα κι έχουν κοπιάσει για να τα αποκτήσουν. Με αυτούς μπορώ να τα βρω. Μ’ εκνευρίζουν αφάνταστα αυτοί χωρίς ενδιαφέροντα και στόχους και του «Ωχ, αδερφέ». Δεν μπορώ ούτε παρέα να κάνω μαζί τους, δεν έχω κάτι να πω.
Το τραγούδι τι σημαίνει για σένα;
Γ.Σ.: Είναι το δεύτερο σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου.
Μετά από;
Γ.Σ.: Την αναπνοή μου. Μετά την ανάγκη μου να αναπνέω, υπάρχει η ανάγκη μου να τραγουδάω ή να είμαι μέσα στη μουσική. Αυτό συμβαίνει από τότε που ήμουν μικρός και η μητέρα μου αναγκάστηκε να με στείλει στο Ωδείο, σε ηλικία πέντε ετών, όπου με δέχτηκαν έπειτα από παράκλησή της. Πήγα επίσης στο Μουσικό Νηπιαγωγείο. Η μουσική είναι η καλύτερη πλευρά μου, διότι είναι ο μοναδικός τρόπος να εκφράσω αυτό που νιώθω, αυτό που πιστεύω, αυτό που θέλω να κάνω κι αυτό που δεν είμαι ικανός να κάνω. Είναι η πιο ειλικρινής και αγνή έκφρασή μου.
Το να γράφεις και να να τραγουδάς είναι ένα στο μυαλό σου;
Γ.Σ.: Ναι, είναι όλα μουσική. Είμαι τραγουδοποιός – και έχει διαφορά από τον συνθέτη, που είναι ένας πλήρως καταρτισμένος μουσικός, με ολοκληρωμένη μουσική παιδεία. Στα 33 μου σπουδάζω ακόμη μουσική. Πηγαίνω στο Ωδείο και κάνω μαθήματα φωνητικής τρεις φορές την εβδομάδα. Παρακολουθώ σεμινάρια εδώ και στο εξωτερικό. Η σύνθεση ανήκει στα μουσικά έργα, ενώ ο τραγουδοποιός συνθέτει τραγούδια. Όταν γράψω ένα ολοκληρωμένο μουσικό έργο, ίσως τότε ορίσω τον εαυτό μου ως συνθέτη. Προς το παρόν, είμαι τραγουδοποιός. Καλό είναι να κρατάμε την μπάλα χαμηλά. Η μουσική πλέον έχει γεμίσει τη ζωή μου. Είναι μια κιθάρα, το στούντιο, ακόμη κι αυτή η συζήτηση που κάνουμε. Αδιαμφισβήτητα, το live είναι το αποκορύφωμα, αυτό που σε γεμίζει συναίσθημα. Το μόνο που το ξεπερνάει είναι η στιγμή της δημιουργίας ενός τραγουδιού, η γέννησή του. Εκεί που δεν ξέρεις πώς γίνεται κάτι, δεν μπορείς να το εξηγήσεις, αλλά βγαίνει από μέσα σου μια ροή που δημιουργεί κάτι. Μόνο η έμπνευση μπορεί να συγκριθεί με την επαφή με το κοινό και ίσως να την ξεπερνάει.
Σε απασχολεί το τι πουλάει;
Γ.Σ.: Δόξα τω Θεώ, όχι. Έχω μια παράξενη πεποίθηση για το εμπόριο. Θεωρώ εμπορικό το πολύ καλό. Στην προκειμένη περίπτωση, το καλό τραγούδι, που έχει πρωτίστως να κάνει με το στίχο και στη συνέχεια με τη μουσική. Έχουμε σπουδαίους καλλιτέχνες, σε όλα τα είδη – διότι υπάρχει διαχωρισμός, μουσικά, σε είδη τραγουδιού, και κάθε είδος έχει καλά και κακά τραγούδια. Το καλό από το κακό τραγούδι δεν εξαρτάται από τα ακόρντα που θα χρησιμοποιήσει ο συνθέτης, αλλά απ’ αυτά που γράφει ο στιχουργός. Θεωρώ ποιοτικό τραγούδι αυτό που έχει καλό στίχο και κακό αυτό που λειτουργεί ως διαφημιστική λεζάντα. Το τελευταίο είναι ένα κατασκεύασμα χωρίς αλήθεια και συναισθηματική νοημοσύνη, με σκοπό να καταναλωθεί. Δεν είναι κακό να υπάρχει, και το φαστ φουντ έχει τη χρησιμότητά του, αλλά δεν είναι τραγούδι. Δεν είμαι, όμως, κατά του εμπορικού. Το εμπορικό δε συνεπάγεται φτηνό. Το τραγούδι δεν πρέπει να είναι εξειδικευμένο, αλλά να διαμορφώνει την παιδεία των ανθρώπων. Οπότε, όσο εμπορικό, τόσο το καλύτερο, γιατί φτάνει σε πολλούς. Το απέδειξαν μεγάλοι καλλιτέχνες. Ο Νταλάρας έχει πουλήσει 24 εκατομμύρια δίσκους, είναι ο πιο εμπορικός Έλληνας καλλιτέχνης. Το ίδιο η Αλεξίου. Ο Χατζιδάκις έχει υπάρξει επίσης εμπορικός.
Με τον Γιώργο Νταλάρα βρίσκεσαι στο στούντιο. Πώς προέκυψε η συνεργασία σας;
Γ.Σ.: Η Ελέανα Βραχάλη, με την οποία πια είμαστε οικογένεια, έγραψε ένα βιβλίο που λέγεται «Φυλακή Υψίστης Ασφαλείας», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, και ένιωσε την ανάγκη να γράψει στίχους βασισμένους στο περιεχόμενό του. Έπειτα μου ζήτησε να τους μελοποιήσω. Ο δρόμος που με πήγαν οι στίχοι της δεν ήταν το εμπορικό-λαϊκό ούτε η τζαζ-μπλουζ ούτε το ποπ-ροκ, αλλά αυτός που εκφράζει η έντεχνη ελληνική σκηνή. Με τον Γιώργο Νταλάρα έχω ψύχωση, μεγάλωσα με τους δίσκους του, οπότε ζήτησα από την Ελεάννα ο πρώτος που θ’ ακούσει τα τραγούδια να είναι εκείνος. Γνωριζόμαστε από το 2009, οπότε του τα έστειλα με mail. Την επόμενη απάντησε: «Είμαι μέσα». Επέλεξε το μισό δίσκο, το λαϊκό ρεπερτόριο. Οπότε, έπρεπε κάποιος να πει τα άλλα. Αγαπώ τη φωνή του Μπάμπη Στόκα, γι’ αυτό που σήμαινε για την εφηβεία μου η μπάντα του, αλλά και ο ίδιος. Δε γνωριζόμασταν, βρήκα το τηλέφωνό του από την ΑΕΠΙ. Τον συνάντησα εκεί που έκανε πρόβες, του έπαιξα τα τραγούδια live και είπε αμέσως «ναι». Μετά τα πήγα στον παραγωγό μου, το άλλο μου μισό στη μουσική, τον Χρήστο Σούμκα, ο οποίος επίσης είπε «ναι», όπως και η εταιρεία μου, η Cobalt, που θέλει ένα τέτοιο άλμπουμ και μάλιστα πληρώνει γι’ αυτό, κάτι σπάνιο στην εποχή μας. Κι έτσι μπήκαμε στο στούντιο.
Πώς είναι η εμπειρία;
Γ.Σ.: Είναι τελείως διαφορετικοί άνθρωποι και μουσικοί. Ο Γιώργος είναι τρομερά καταρτισμένος, αξιοθαύμαστος. Δεν έχω ξανασυναντήσει τέτοιον στη χώρα μας. Έχει μελετήσει πολύ. Και είναι τεράστιος. Η έκταση της φωνής του και ο τρόπος που τη διαχειρίζεται ανάμεσα στα μουσικά ύφη τον κατατάσσουν στις 4-5 κορυφαίες φωνές όλων των εποχών στην Ελλάδα. Ο Μπάμπης είναι αυθόρμητος. Λειτουργεί με την πρώτη επαφή. Είναι τρομερή η αντίθεση μεταξύ τους. Δύο διαφορετικοί κόσμοι που δένουν σ’ ένα δίσκο, τον οποίο θεωρώ ό,τι καλύτερο έχω κάνει. Είμαι περήφανος και για ολόκληρη την ομάδα, αλλά και για τις αντοχές μου, καθώς δουλεύουμε εδώ κι ένα χρόνο γι’ αυτόν. Ήδη κυκλοφορεί το ντουέτο «Κλειδαριές», η «Θάλασσα Εντός μου» από τον Γιώργο Νταλάρα και η «Υπομονή» από τον Μπάμπη Στόκα.
Παράλληλα δούλευες το άλμπουμ σου;
Γ.Σ.: Διέκοψα για λίγο, δεν τα έκανα παράλληλα. Πριν από δύο μήνες κυκλοφόρησε το «Λόγια που Καίνε» από την Cobalt και αξίζει να μπει ο κόσμος στο youtube για να δει τι κάναμε.
Το ότι μαζί με τα τραγούδια και τις εμφανίσεις σου «πουλάει» και η προσωπική σου ζωή σ’ ενοχλεί; Το έχεις αποδεχτεί;
Γ.Σ.: Δε μ’ ενοχλεί ούτε το έχω αποδεχτεί. Μου είναι παντελώς αδιάφορο, για να είμαι ειλικρινής.

Τόσο η σχέση όσο και ο χωρισμός σου από την Άννα Πρέλεβιτς έτυχαν εκτενούς δημοσιότητας.
Γ.Σ.: Καλά έκαναν. Το επάγγελμά μου δεν είναι εύκολο, έχει παράξενες απαιτήσεις από το συναίσθημα. Είναι δύσκολο να έχει πεθάνει συγγενής σου και να πας να τραγουδήσεις. Το έχω ζήσει. Είναι δύσκολο να χωρίζεις, να θέλεις να ξεσκάσεις και να ξέρεις ότι πρέπει να μιλήσεις ή ότι θα σε φωτογραφίσουν. Είναι δύσκολο να γνωρίσεις μια κοπέλα, να βγείτε για ένα ποτό και να σου «χρεώσουν» σχέση. Δεν έχω δικαίωμα να πάω στο φίλο μου τον Κιάμο ή τον Ρέμο με μια γυναίκα, με την οποία μπορεί να φιληθούμε. Αλλά η σχέση είναι κάτι διαφορετικό από ένα φλερτ, το οποίο μπορεί να μην οδηγήσει πουθενά. Όμως, δεν μπορώ να συγκρατήσω τον αυθορμητισμό μου. Ο κόσμος που έρχεται εκεί που εμφανίζομαι ξέρει την ειλικρίνειά μου.
Αυτό το κεφάλαιο της προσωπικής σου ζωής έχει κλείσει οριστικά;
Γ.Σ.: Υπάρχει ένα ωραίο κλισέ: η ζωή συνεχίζεται. Είμαι γεμάτος από τη γνωριμία μου με την Άννα. Νιώθω ευγνώμων. Πέρασα πολύ όμορφα. Όμως, δεν προορίζονται όλοι όσοι συναντούμε για να περάσουμε όλη τη ζωή μας μαζί τους. Αυτό δε σημαίνει πως δε φώτισαν τη ζωή μας. Πέρασα τρία σημαντικά χρόνια με την Άννα, ωστόσο αυτός ο κύκλος έκλεισε. Για πολλούς λόγους, έκλεισε όμως. Από εκεί και μετά, αναμένω με αγωνία ποιος θα είναι ο επόμενος. Θέλω να ζήσω, να γράψω μουσική, να έχω τον άνθρωπό μου δίπλα μου. Όπως όλοι. Δε διαφέρω.
Επιμέλεια: Χρήστος Αλεξανδρόπουλος
Grooming: Κωνσταντίνα Μιχοπάνου
Η φωτογράφηση έγινε στο All Day Bar Restaurant «Minnie the Moocher», Τσακάλωφ 6, Κολωνάκι, τηλ. 210 3641686.

