Μας υποδέχεται στο εξοχικό της, στο Θεολόγο, φωτογράφίζεται με τη μητέρα της και κάνει μια εκ βαθέων εξομολόγηση για την προσωπική της ζωή και την καριέρα της, τον τίτλο της «σταρ», ενώ δε διστάζει να αναφερθεί στη μονομερή αξιοποίηση της Επιδαύρου και του Ηρωδείου.
Του Άρη Καβατζίκη
Συναντηθήκαμε στο ησυχαστήριό της, στο Θεολόγο της Μαλεσίνας. Πρωτοβρέθηκε εδώ εξαιτίας του πατέρα της, ο οποίος ήταν στρατηγός και η περιοχή αρχικά δημιουργήθηκε από αξιωματικούς. Όταν το 1995 θέλησε η ίδια να κάνει ένα εξοχικό σπίτι, παρόλο που ήταν λάτρις των νησιών, «στρατοπέδευσε» στο Θεολόγο. «Ποτέ δε μου είχε περάσει από το μυαλό ότι θα βρεθώ με εξοχικό στην ηπειρωτική Ελλάδα. Σαν σπίτι ξεκίνησε, αλλά τώρα πια είναι ολόκληρο κτήμα, με μποστάνι, δέντρα και δάσος. Αυτό αγαπώ εγώ. Δεν είναι πολυτελής βίλα, διαθέτει απλότητα. Είναι ένα κανονικότατο εξοχικό για την οικογένεια και τους φίλους μου, για να γράψω και να διαβάσω», λέει σήμερα η πρωταγωνίστρια. Περιστοιχισμένη από τη μητέρα της, Μαρία, την κόρη της, Μαριτίνα, την αδελφή της, Σοφία, μαζί με τη δική της οικογένεια, τη βοηθό της, Νατάσσα Μπαρμπουνάκη -μέλος και αυτή πλέον της οικογένειας-, αλλά και τους τετράποδους φίλους τους, Τάρα και Νόελ, η Μιμή Ντενίση ακτινοβολεί καλοσύνη κι αυτοπεποίθηση, και ίσως αυτό να προέρχεται από την ασφάλεια που της προσφέρουν η μόρφωση και η κοινωνική αγωγή της, αλλά και το αστικό οικογενειακό της παρελθόν. Μιλήσαμε για τα πάντα, ακόμα και για τον τίτλο της «τελευταίας εναπομείνασας Ελληνίδας σταρ», που συχνά της αποδίδεται.
Πώς αντέδρασε, αλήθεια, ο πατέρας σου, ως στρατηγός, όταν του ανακοίνωσες την επιθυμία σου να ασχοληθείς με την υποκριτική;
Δεν ανακοίνωσα επιθυμία, αλλά του είπα ότι το βράδυ θα με δει στην τηλεόραση στο «Γιούγκερμαν», με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, καθώς είχα ήδη κάνει γυρίσματα. «Τι θα σε κάνουν εσένα εκεί;», με ρώτησε. Όταν το είδε, ήταν αρχικά μαζεμένος, αν και ήξερε ότι δεν επρόκειτο να αφήσω το πανεπιστήμιο. Μου είπε λοιπόν: «Αν πρόκειται να γίνεις σημαντική σε αυτό το χώρο, σκέψου το καλά και προχώρα. Αν θέλεις να είσαι μέσα στο σωρό, δοκίμασέ το όσο είσαι στη Φιλοσοφική και παράτα το». Ήταν ανοιχτόμυαλος άνθρωπος.
Πώς σε ανακάλυψε ο Βασίλης Γεωργιάδης;
Είχα κάνει ένα διαφημιστικό της L’oreal, με σκηνοθέτη τον Διαγόρα Χρονόπουλο. Πήγαινα στο πανεπιστήμιο και δούλευα παράλληλα στη μόδα. Με είδε, λοιπόν, και το φιζίκ μου ίσως τον παρέπεμπε έντονα στη δεκαετία ’20-’30, που διαδραματίζονταν ο «Γιούγκερμαν». Μου ζήτησε να κάνουμε δοκιμαστικό, του είπα ότι δεν ήμουν ηθοποιός. Έγινα η προστατευόμενή του, όπως και του Αλεξανδράκη, ο οποίος με μάθαινε πού να κοιτάω, αφού δεν καταλάβαινα ποια κάμερα τραβούσε. Είχα άγνοια κινδύνου και γι’ αυτό μιλούσα με φυσικότητα. Το σίριαλ ήταν δημοφιλές, μέσα σε ένα χρόνο έγινα αγαπητή στον κόσμο και πήγα στη δραματική σχολή.
Ετοιμάζεις θεατρικές υπερπαραγωγές εδώ και πολλά χρόνια, με αποκορύφωμα το «Σμύρνη μου αγαπημένη». Θα επιθυμούσες να σε καλέσουν να ετοιμάσεις μια παράσταση για μία κρατική μας σκηνή;
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με είχε καλέσει για να ερμηνεύσω την «Άννα Καρένινα», αλλά δεν μπορούσα, καθώς είχα ήδη κλείσει να την κάνω στο «Ακροπόλ». Το Εθνικό Θέατρο δεν πιστεύω ότι θα μου το προτείνει ποτέ. Υπάρχουν λίγοι καλλιτέχνες, ανάμεσά τους κι εγώ, οι οποίοι έχουμε ένα ολοκληρωμένο όραμα. Αγαπώ όλη τη διαδικασία του θεάτρου, το γράψιμο, τη μετάφραση, τη σκηνοθεσία, τη σκηνική ερμηνεία. Δεν είμαι ηθοποιός που ασχολείται μόνο με τον εαυτό του. Το Εθνικό δε νομίζω πως θέλει τους πολύ γνωστούς ηθοποιούς. Είναι λίγο «καπελωμένες» οι παραστάσεις, είτε από το όνομα του ίδιου του θεσμού είτε από το όνομα ενός σκηνοθέτη. Υπάρχει μια ομάδα ηθοποιών που παίζουν μόνο εκεί ή στο φεστιβάλ. Θεωρούν, λοιπόν, πως θα τους «καπέλωνα» αν πήγαινα εκεί.

Και αν ένας καλλιτεχνικός διευθυντής σε καλέσει, θα πας ή όχι;
Εάν είχε ενδιαφέρον, θα πήγαινα. Αλλά να υπήρχαν οι προϋποθέσεις, όχι να πάω για να είμαι απλώς στο Εθνικό. Άλλωστε, αυτό που κάνω εγώ είναι Εθνικό Θέατρο, σε επίπεδο παραγωγής, σε επίπεδο γραφής –σε αυτό μπορώ να μιλάω και με έπαρση, γιατί ξέρω ότι είναι καλά τα κείμενά μου και έχουν πολύ δουλειά από πίσω – σε επίπεδο αισθητικής και casting. Δε θεωρώ ότι το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού με τη «Σμύρνη» έκανε παραγωγή κατώτερη του Εθνικού.
Ζούμε πάντως μια εποχή ανακατανομής ρόλων. Τραγουδιστές παίζουν στο θέατρο ή εκφράζουν την επιθυμία να παίξουν στην Επίδαυρο. Ξαφνικά όλοι βρίσκονται παντού. Πώς το εισπράττεις;
Μα το έχω κάνει πρώτη απ’ όλους. Στη «Θεοδώρα», το 1995, έφερα μαζί τον Γιάννη Κακλέα και τον Στάθη Ψάλτη. Ο Ψάλτης, εμπορικότατος ηθοποιός της επιθεώρησης. Ο Κακλέας, πρωτοποριακός στο «Παγοποιείο». Τολμηρός συνδυασμός. Επίσης, στο «Ο βασιλιάς κι εγώ» πήρα την Ευριδίκη. Άρα, τι να είναι καινούργιο απ’ όλα αυτά για μένα; Ωστόσο, έχω κριτική ματιά απέναντι σε όλα αυτά, όταν γίνονται για εμπορικούς λόγους, όταν η διανομή είναι λάθος και γίνεται μόνο για παραξενισμό, για πρόκληση. Η τέχνη δεν έχει στεγανά, αρκεί να μη γίνεται για λόγους πρόκλησης. Το να πάρεις κάποιον άσχετο για να γίνει «της τρελής» οδηγεί σε δέκα ημέρες ενδιαφέροντος από ένα αλλοπρόσαλλο κοινό, σε άπωση του αμιγώς θεατρικού κοινού και σε τελική αποτυχία.
Τελικά, να εκφράζουν οι καλλιτέχνες τις επιθυμίες τους δημόσια;
Ναι, γιατί όχι; Είμαι εναντίον της λογοκρισίας. Όλοι μπορεί να έχουν ως όνειρο να παίξουν στην Επίδαυρο ή στο Εθνικό ή στο ΙΜΕ. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα τα καταφέρουν. Άκου, έχω δει πολύ θέατρο στο εξωτερικό και επειδή έχω πολύ στενή σχέση με ηθοποιούς και σκηνοθέτες του αγγλικού θεάτρου γνωρίζω πόσο μπροστά είναι το αγγλικό θέατρο. Το να βγει, λόγου χάρη, ο Τειρεσίας με κοστούμι δεν είναι προχωρημένο. Αυτά που νομίζουν σήμερα ότι είναι προχωρημένα, για μένα είναι passe. Έχουν γίνει στα πειραματικά θέατρα της Ευρώπης, 30 χρόνια πριν. Προχωρημένο για μένα είναι να πάρεις ατόφιο το αρχαίο κείμενο, που είναι αριστούργημα, και να το ανεβάσεις με ένα τόσο σύγχρονο τρόπο σε ό,τι αφορά την εκφορά του λόγου και την κίνηση, που να είναι κάτι καινούργιο. Αυτό το «κάτι» όμως, δε γίνεται με τα μαύρα γυαλιά του Τειρεσία ή τα τακούνια της Κλυταιμνήστρας. Το να καπνίζει τσιγάρα η Ηλέκτρα δεν προσθέτει κάτι. Ούτε υποδηλώνεις διαχρονικότητα βάζοντας να ακούγεται ένα τραγούδι της Μαρινέλλας ή του Ίγκι Ποπ. Διαχρονικό είναι το κείμενο από μόνο του. Εάν κάποιος σκηνοθέτης, λοιπόν, έχει μια αληθινή έμπνευση και ο Χ ήρωας της τραγωδίας βγαίνει ως ποπ σταρ, εκεί το καταλαβαίνω να πάρεις έναν πραγματικό ποπ σταρ στην παράσταση.

Είχες ποτέ καημό να παίξεις σε κάποιο θεατρικό χώρο;
Όχι, γιατί οι χώροι έρχονται. Αλλά, επειδή πολύς λόγος γίνεται τελευταία, θα σου πω την άποψή μου. Το ότι στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο βλέπουμε μόνο αρχαίες τραγωδίες περνάει λάθος μήνυμα στους ξένους, ότι εκεί τελειώνουν η Ιστορία και η λογοτεχνία της Ελλάδας. Όταν πρωτομίλησα στη Βανέσα Ρεντγκρέιβ για τη «Σμύρνη», μου είπε «Έχει συμβεί τέτοιο πράγμα;». Κατόπιν, διάβασε και συγκλονίστηκε. Θέλω να πω ότι αν ήμασταν πιο ανοιχτόμυαλοι κι έξυπνοι, θα έπρεπε να δείχνουμε και βυζαντινά θέματα ή από την Ελληνική Επανάσταση, τη Μικρασία, τον Εμφύλιο. Αν ήμουν καλλιτεχνικός διευθυντής, αυτό θα έκανα, γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο η αρχαιότητα. Έχουμε εκπληκτική λογοτεχνία. Δεν καταλαβαίνω γιατί να μην παίζεται ένα έργο του Τερζάκη, του Καραγάτση ή του Καζαντζάκη στην Επίδαυρο. Εάν, λοιπόν, έχω μια έμπνευση που την πιστεύω απόλυτα, ότι το τάδε έργο μπορώ να το κάνω έτσι ώστε να απευθύνεται και στον ξένο και στον Έλληνα, και να είναι για την Επίδαυρο, θα το προτείνω. Αν όμως είναι μία από τις τρεις «Λυσιστράτες» της χρονιάς, δεν έχω λόγο να πάω, γιατί το μόνο που θα γίνει είναι να προκληθεί μια τεράστια συζήτηση για το ότι πάω στην Επίδαυρο. Στην Ελλάδα έχουμε κι αυτό: χιλιάδες συζητήσεις και απορίες για το ότι πήγαν στην Επίδαυρο η Αλίκη Βουγιουκλάκη ή ο Νίκος Κούρκουλος, αλλά καμία απορία για τους μικρούς ηθοποιούς, που ποτέ δεν είχαν κοινό, αλλά θεωρείται φυσιολογικό να παίζουν εκεί.
Πώς πολέμησες τους ανθρώπους που δεν σε αποδέχτηκαν ή σου άσκησαν έντονη κριτική;
Δεν πολεμάω το αυτονόητο. Είμαι 34 χρόνια θιασάρχης και πρέπει να ψάξεις με το κερί να βρεις αποτυχία στην καριέρα μου… Τι να πολεμήσω, λοιπόν;

Ποτέ δεν έπεσες στο παράπονο εξαιτίας όσων μιλούσαν αρνητικά για σένα;
Στο παράπονο, βεβαίως έπεσα, αλλά όχι γενικά. Έπεσα με το Λάκη Λαζόπουλο. Εμένα ο Τύπος δεν με κατηγόρησε, κανένας κριτικός θεάτρου δεν με κακολόγησε. Ο Λαζόπουλος, λοιπόν, δημιούργησε ένα κλίμα με ένα παρεάκι γύρω του, του τύπου «Α, η Μιμή που τη θάβουμε». Το «Έλα μωρέ, η Μιμή Ντενίση», αυτός το δημιούργησε. Αυτή ήταν η εστία κακού και δεν ξέρω αν το έκανε τελικά επειδή είχε κάτι μαζί μου ή απλώς για να το χρησιμοποιεί στη δουλειά του και να πουλάει. Δεν τον έχω συγχωρήσει, γιατί έκανε πολύ κακό. Όχι στο θεατρόφιλο, ούτε στο αγνό κοινό. Έκανε κακό σε μένα – που το ξεπέρασα σαφώς με τη δουλειά μου– καθώς μία μερίδα κόσμου, που δεν πάει στο θέατρο, παπαγάλιζε ό,τι έλεγε ο Λαζόπουλος, την εποχή που τον πίστευε. Αυτό είναι κακό, γιατί δημιουργείς ψεύτικη εικόνα για έναν σκληρά εργαζόμενο, που προσφέρει δουλειά σε πολύ κόσμο και βγάζει νέα ταλέντα. Ποιος άλλος ηθοποιός της γενιάς μου έχει κάνει παραστάσεις από τις οποίες έχει περάσει μισό εκατομμύριο κόσμος; Ούτε ένας! Είμαι ήρεμη και υπομονετική και δε μασάω, αλλά όλη αυτή την υπερβολή τη θεωρώ ντροπή γι’ αυτόν, καθώς τη σάτιρα την αποδέχομαι. Αλλά να φτάνεις σε χαρακτηρισμούς, κακίες, ευτέλειες, να ανακατεύεις την οικογένεια του άλλου, δεν επιτρέπεται. Γι’ αυτό και δεν απάντησα ποτέ. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες.
Όταν πέφτει στο τραπέζι το όνομά σου, όλοι λέμε «η τελευταία εναπομείνασα σταρ». Σίγουρα το ακούς κι εσύ. Πώς είναι να κουβαλάς αυτόν τον τίτλο;
Διάβαζα πρόσφατα ένα βιβλίο του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι. Έγραφε λοιπόν ο ίδιος ότι όλοι του έλεγαν «είσαι το πρότυπο του μεσογειακού εραστή», κι αυτός πήγαινε στον καθρέφτη του, κοιταζόταν κι έλεγε στον εαυτό του «πού τον είδαν αυτόν τον εραστή; Χάλια είμαι…». Έτσι κι εγώ. Είναι τιμή που μου το λένε, αλλά ο ίδιος δεν αισθάνεσαι ποτέ σταρ, απλώς το ακούς και χαίρεσαι. Νομίζω ότι το «είμαι σταρ» το σκέφτονται ακριβώς αυτοί που δεν είναι σταρ, που είναι λίγο ψώνια. Για μένα αποδοχή είναι αυτό που συνέβη προχθές στη λαϊκή αγορά, εδώ στη Μαλεσίνα. Σηκώθηκαν οι άνθρωποι από τους πάγκους και μου έλεγαν για τη «Σμύρνη». Είχαν έρθει όλοι με πούλμαν να δουν την παράσταση. Δεν ενθουσιάζομαι με τους θεατές από την Εκάλη. Τρελαίνομαι που ο άνθρωπος του μεροκάματου, που δεν με βλέπει στην τηλεόραση, καθώς δεν είμαι λαϊκό τηλεοπτικό πρόσωπο, έδωσε τα λεφτουδάκια του και ήρθε να δει τη «Σμύρνη». Αυτό είναι η αποστολή μου. Δε δίνω σκουπίδια στον κόσμο. Αυτό για μένα είναι σταρ. Δεν είμαι κουλτουριάρα, είμαι μορφωμένη και ως εκ τούτου δεν κάνω διαχωρισμό του κοινού. Το θέατρο πρέπει να απευθύνεται σε όλους, να το καταλαβαίνει και ο λαϊκός και ο κουλτουριάρης. Εγώ θέλω να είναι από κάτω η γιαγιά με το τσεμπέρι και δίπλα ο καθηγητής πανεπιστημίου. Από μικρή έλεγα ότι δύναμή μου θέλω να είναι ο κόσμος. Δεν ήθελα να είμαι εξαρτώμενη από τον τάδε εκδότη, που δεν του «παραδόθηκα» όταν ήμουν μικρή.
Σε προσέγγιζαν εκδότες για να σε βοηθήσουν να ανέβεις;
Εννοείται. Όταν ήμουν μικρή, τα έχω ζήσει όλα αυτά. Μετά, ποιος να τολμήσει;
H αγωγή, η μόρφωση και η κουλτούρα, που είχες από το σπίτι σου, σου δημιούργησαν ποτέ εμπόδια;
Βέβαια. Η Μελίνα Μερκούρη μου είχε πει, «θα πληρώσεις πολύ ακριβά την αστική σου καταγωγή, όπως την πλήρωσα κι εγώ». Πιστεύω, ότι αν ήμουν ακριβώς η ίδια ως ψυχοσύνθεση, με την ίδια μόρφωση και το ίδιο ταλέντο, αλλά από οικογένεια με αριστερό παρελθόν και κυκλοφορούσα με χλαμύδα και ταγάρι, θα ζούσα την αποθέωση. Μόνο έτσι σε σέβονται στην Ελλάδα. Το ότι ο πατέρας μου είχε ένα τοίχο γεμάτο παράσημα δεν ήταν σεβαστό, καθώς δεν ήταν αριστερός, ασχέτως εάν έσωσε ο ίδιος 100 αριστερούς στο χωριό του. Εξάλλου, η Μελίνα τι πλήρωνε; Την αστική της καταγωγή και το ότι ο παππούς της ήταν δήμαρχος της Αθήνας. Δεν ήθελε τους αστούς ο καλλιτεχνικός χώρος. Ο αστός δεν είναι πλούσιος, αλλά χορτάτος, και δε θα πάει να σου βγάλει το μάτι από τη ζήλια του. Η μόρφωση δημιουργεί ασφάλεια!

Σου λείπει ένας άντρας από το πλευρό σου σήμερα;
Πάρα πολύ. Μου λείπει το μοίρασμα των ευθυνών, του προβληματισμού και της χαράς φυσικά. Δεν έχω ένα σύντροφο για να μοιραστώ τις σκέψεις μου ή την έγνοια μου για το παιδί μου. Το μοίρασμα μου λείπει, και όχι το πάθος. Εξάλλου, άτακτη ήμουν πάντα, και πολλούς έρωτες έχω ζήσει, και πάθη, και καβγάδες, και όλα. Δεν ήμουν ποτέ ήσυχο κορίτσι.
Σε ζήλευαν οι άντρες;
Πάρα πολύ, εξαιτίας της αδιαφορίας μου. Ήμουν πάντα πιστή, αλλά αδιάφορη ως προς τη ζήλια. Και επειδή ήμουν αδιάφορη, πάντα με υποψιάζονταν, σκέφτονταν ότι τους απατώ.
Ποιος ήταν ο πιο ζηλιάρης στη ζωή σου;
Όσοι με παντρεύτηκαν. Ο Γιάννης Φέρτης, ο Αντώνης Τρίτσης –γιατί σαν παντρεμένοι ήμασταν με τον Αντώνη – και ο Σωτήρης Πολύζος δεν ήταν ζηλιάρηδες. Αντίθετα, σε εκείνους που είπα «όχι» για γάμο, με ζήλευαν. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο όλοι ήθελαν να με παντρευτούν, θεωρώντάς με σοβαρή και πιστεύοντας πως θα γινόμουν καλή μητέρα. Αλλά εγώ είμαι πολύ πιο μποέμ απ’ ό,τι φαίνομαι. Και τους γάμους που έκανα τους έκανα γιατί ήθελαν οι άντρες. Ποτέ δεν ήμουν του γάμου. Ήμουν του παιδιού, άλλα όχι του γάμου. Δεν το θεωρούσα κάτι σπουδαίο.
Θα ήθελες να έχεις κι άλλα παιδιά;
Πάρα πολύ. Πιστεύω ότι ήμουν γεννημένη για μάνα, για να έχω πολλά παιδιά. Και θα μπορούσα να τα είχα κάνει, καθώς δεν είχα κανένα πρόβλημα υγείας. Δυστυχώς, η αναποδιά που ήρθε στη ζωή μου με το θάνατο του Αντώνη (Τρίτση), με τον οποίο ήθελα να κάνω παιδιά, δεν ευνόησε. Μετά τον Αντώνη, δεν ήθελα να κάνω παιδιά, γιατί ήμουν πληγωμένη. Δεν ήθελα μετά την απώλεια του μεγάλου μου έρωτα να πάω με κάποιον για να κάνω παιδί.

Γιατί δεν κάνατε παιδιά με τον Αντώνη Τρίτση;
Δεν είχα διαζύγιο και ήταν υπουργός τότε. Στις αρχές του ’90 δεν ήταν αποδεκτό. Δεν μπορούσα να κάνω παιδί με τον υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, χωρίς να έχω διαζύγιο. Δε μου το έδινε το διαζύγιο ο Φέρτης.
Βλέπεις κάποια κλίση στη Μαριτίνα;
Βέβαια, στην όπερα. Είναι σοπράνο. Κάνει κλασικό τραγούδι από τα 12 και μου λένε ότι έχει εξαιρετικό ταλέντο.
Στη συζήτηση παρεμβαίνει η ίδια η Μαριτίνα, η οποία διευκρινίζει πως, πέρα από την όπερα, θα ήθελε να σπουδάσει και marketing, ώστε να δημιουργήσει τη δική της event planning εταιρεία. Η 16χρονη είναι χαρακτήρας εύφλεκτος, «σπίρτο», σε αντίθεση με τη μητέρα της.
ΜΑΡΙΤΙΝΑ: Αν βρίσουν τη μαμά μου, μπορώ και να σκοτώσω. Όπως με προστάτευε τόσα χρόνια η μαμά μου, έτσι την προστατεύω κι εγώ.
ΜΙΜΗ ΝΤΕΝΙΣΗ: Έτσι εκρηκτικός ήταν και ο πατέρας μου, έτσι είναι και η αδελφή μου, Σοφία. Αντίθετα, εγώ έχω μια φυσική ωτοασπίδα στο κουτσομπολιό και την κακία του άλλου. Η Μαριτίνα έχει πιο καλό ραντάρ από μένα, μου λέει «μαμά, αυτός σε εκμεταλλεύεται». Εγώ ξεχνάω εύκολα, είμαι καλοπροαίρετη κι ελαστική.

Μαμά-κόρη ή φίλες πλέον;
ΜΑΡΙΤΙΝΑ: Πίστευα παλιά ότι ήταν η αυστηρότερη μαμά του σχολείου. Σήμερα, ξέρω ότι το έκανε για το καλό μου. Περιμένω, λοιπόν, να μεγαλώσω για να τα κάνω όλα όπως θέλω. Για τα αγόρια μιλάμε, της τα συστήνω κιόλας, αν και δεν είχαμε επιτυχία μέχρι σήμερα (γέλια).
Και εάν εμφανιστεί κάποιος κύριος στη ζωή της μαμάς;
ΜΑΡΙΤΙΝΑ: Θα τον δω και θα της πω αν κάνει ή όχι για κείνη. Είμαι αυστηρός κριτής, θέλω το καλύτερο για τη μαμά μου. Ξέρω ποιο είναι το καλό γι’ αυτήν και αν ο κύριος δεν είναι όπως πρέπει, δε θα τον πάρουμε στη ζωή μας!
Επιμέλεια: Χρήστος Αλεξανδρόπουλος
Μακιγιάζ: Κερασία Κουή
Χτένισμα: Κωνσταντίντος Σακκάς (D-Tales)

