HomeCELEBRITIESΝικόλας Μπράβος: «Στο τέλος, όλα όμορφα είναι»

Νικόλας Μπράβος: «Στο τέλος, όλα όμορφα είναι»

Βλέπει τον έρωτα σε οτιδήποτε κάνει. Όχι σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, μια ιδέα, αλλά στην ίδια τη ζωή που όσο περνάνε τα χρόνια αποδεικνύεται όλο και πιο ωραία, όλο και πιο συναρπαστική. Ο γοητευτικός πρωταγωνιστής στα Δίδυμα Φεγγάρια που μονοπώλησε το ενδιαφέρον των media ως το αγόρι που παράτησε την Ιατρική για να γίνει  ηθοποιός, έμαθε να βλέπει τη θετική πλευρά των πραγμάτων, ψάχνοντας πάντα το φως και στο πιο βαθύ σκοτάδι.

Της Νταϊάνας Αζά

Ήταν 15 χρονών. Σε εκείνη τη φάση της εφηβείας που κοιτούσε το απέναντι βουνό και ήθελε να κάνει ένα σάλτο και να πηδήξει σαν αγρίμι,  να φτάσει στην πιο ψηλή του κορυφή. Τόσο δυνατός ένιωθε. Τότε, ζούσε στο Ξυλόκαστρο και βοηθούσε στο νταμάρι τον πατέρα του και την ώρα της δουλειάς χάζευε τη φύση, μοιραζόταν τους προβληματισμούς του μαζί της, έκανε όνειρα, σχέδια για το μέλλον. Σχέδια που σε εκείνη την περίοδο της ζωής του δεν έβρισκε τον τρόπο να επιτύχει. Από μικρός είχε κλίση σε οτιδήποτε καλλιτεχνικό. Έπαιζε μουσική, θέατρο, συμμετείχε σε παραστάσεις, έγραφε τραγούδια. «Γι’ αυτά καιγόμουν. Αυτά με ενεργοποιούσαν. Αλλά για ένα παιδί που μεγαλώνει σε μια κλειστή κοινωνία των 7-8 χιλιάδων κατοίκων, δεν υπάρχει ούτε η κατάλληλη υποδομή, ούτε η ώθηση». Τον τόπο του τον αγαπούσε, ακόμα τον λατρεύει. Ένιωθε όμως μόνος. «Ήμουν σαν ξένος. Σαν να μην ταίριαζα εκεί».  Παρόλο που είχε μεγαλώσει σε μια πολύτεκνη οικογένεια, με δυο μεγαλύτερες αδελφές και έναν μικρότερο αδελφό, τις σκέψεις του συνήθιζε να τις μοιράζεται με τη θάλασσα, το δάσος, τον ουρανό. «Υπεραγαπώ τα αδέρφια μου και έχουμε πολύ δυνατή σχέση. Είναι ευλογία που τους έχω στη ζωή μου. Σε εκείνη τη φάση, όμως, δεν ήμασταν ιδιαίτερα κοντά. Δεν ένιωθα άνετα να ανοιχτώ, δεν μιλούσαμε για αυτά τα θέματα. Καθόμουν στο μικρό γραφειάκι μου και έγραφα με τις ώρες».  Έβλεπε θέατρο, ταινίες και ήθελε να είναι μέσα σε αυτές, να πρωταγωνιστεί. Το όνειρο, όμως, έμοιαζε ουτοπικό. «Δεν πίστευα τόσο στον εαυτό μου, στις δυνατότητές μου, ότι μπορούσα να τα καταφέρω σε αυτό τον τομέα. Η πραγματικότητα κάπου αλλού με πήγαινε. Δεν μπορούσα να βρω στήριγμα και δεν ένιωθα την αυτοπεποίθηση, ώστε να πάρω μια ανατρεπτική απόφαση. Να τα αφήσω όλα και να ασχοληθώ μόνο με αυτό, να γυρίσω τον κόσμο!».

Ήταν ένα στοίχημα που έβαλε με τον εαυτό του. Να καταφέρει να διαβάσει την ύλη, με το δικό του σύστημα, γραμμή-γραμμή, χωρίς να στηριχθεί σε παραδόσεις, σημειώσεις και κύρια σημεία.  Στο φροντιστήριο, όταν ρωτούσε κάτι ο καθηγητής και ήξερε την απάντηση, δεν σήκωνε το χέρι αφού δεν  ήθελε κανείς να καταλάβει το «μυστικό» του. Μέχρι που βγήκαν τα αποτελέσματα των Πανελλήνιων Εξετάσεων. Συγκέντρωσε 19.804 μόρια, πέρασε απ’ τους πρώτους στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και έγινε κάτι σαν μύθος στο Ξυλόκαστρο, αφού ακόμα και σήμερα ο κόσμος συζητά για εκείνο το αγόρι, που αρίστευσε σε όλα τα μαθήματα.  «Όταν πέρασα στην ιατρική και έκανα το βήμα να φύγω από το Ξυλόκαστρο, να πάω στην Αθήνα, ανοίχτηκε ένα νέος κόσμος για εμένα!». Εκεί ασχολήθηκε πιο εντατικά με αυτά που τον ενδιέφεραν. «Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν ο πιο συνεπής φοιτητής της Ιατρικής, αλλά παρακολουθούσα μαθήματα, εργαστήρια, κλινικές και πήγαινα στα νοσοκομεία. Τελείωνα το μεσημέρι και την υπόλοιπη μέρα έκανα αυτά που μου άρεσαν. Συμμετείχα σε παραστάσεις ερασιτεχνικά και έπαιζα μουσική κι επειδή ήθελα να ανεξαρτητοποιηθώ και να στηρίζομαι στις δικές μου δυνάμεις, αναζήτησα μια δουλειά για να έχω τα δικά μου χρήματα. Τι καλύτερο από το να παίζω πιάνο κάπου και να αξιοποιήσω αυτή τη δυνατότητα;». Άρχισε να ψάχνεται, να πηγαίνει από πόρτα σε πόρτα, μέχρι που τα κατάφερε.  «Άρχισα να παίζω κλασική μουσική, κινηματογραφικά soundtracks, ελληνική μουσική, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Λοΐζο, Μικρούτσικο. Στη συνέχεια, συμμετείχα και σε διάφορα σχήματα, έπαιζα και μόνος μου πιάνο, και έντεχνα και πιο rock, jazz-swing». Υπήρχε μεγάλη εκμετάλλευση στο χώρο, ήταν όμως η αρχή, που τον βοήθησε να κάνει γνωριμίες και να του δοθούν οι ευκαιρίες για το επόμενο βήμα. «Άρχισα να βγάζω κάποια χρήματα, να γνωρίζω και κόσμο ως μουσικός. Παράλληλα, έπαιζα θέατρο ερασιτεχνικά σε διάφορες παραστάσεις». Με αργά και σταθερά βήματα, ήρθαν οι πρώτες επαγγελματικές προτάσεις στο θέατρο. Στην αρχή ως μουσικός και αργότερα, ως ηθοποιός.

Η πρώτη φορά που ανέβηκε επαγγελματικά στο σανίδι, ως ηθοποιός, ήταν όταν έκανε τον Αττίκ στην παράσταση «Φώτα, Κλακέτα, Χειροκροτήματα» στο Θέατρο Αθήναιον στη Θεσσαλονίκη. «Τα συναισθήματα ήταν πολύ δυνατά. Ένιωθα βασιλιάς! Ήμουν τότε στο τρίτο έτος, τελείωνα τα μαθήματα την Παρασκευή, έπαιρνα το τρένο και πήγαινα Θεσσαλονίκη για παραστάσεις. Ήταν τρομερή αυτή η αίσθηση, μου φαινόταν σαν κάτι πολύ σπουδαίο! Δεν ήταν μόνο ότι έπαιζα σε μια παράσταση. Ήταν ότι ταξίδευα μόνος, μου πλήρωναν τη μεταφορά, τη διαμονή και έπαιζα στο θέατρο σε μια πόλη που αγαπώ, που αγαπούσα από τα μαθητικά μου χρόνια. Ένιωσα για πρώτη φορά ότι είμαι καλλιτέχνης και εκείνη ήταν η στιγμή που θα ζούσα την καλλιτεχνική μου ζωή. Κάνοντας κάτι που μου άρεσε και από το οποίο θα πληρωνόμουν». Με τους γονείς του δεν συζητούσε και πολύ γι’ αυτά τα πράγματα – τους τα ανακοίνωνε όταν είχε πια πάρει τις αποφάσεις του. «Όταν είχα ξεκινήσει κάτι και μετά. Τότε το μάθαιναν. Άκουγα την άποψή τους και τη σεβόμουν, αλλά μόνος μου αποφάσιζα για τη ζωή μου. Δούλευα από μικρή ηλικία και είχα τα δικά μου χρήματα. Ήθελα να είμαι αυτόνομος, ανεξάρτητος, να είμαι ελεύθερος να ακολουθήσω το δρόμο μου, να κάνω τις επιλογές μου». Δεν ένιωθε όμως την ανάγκη, ως 19 χρονών αγόρι, την επιδοκιμασία τους; «Ήμουν τόσο παθιασμένος, που ακολουθούσα το δικό μου ένστικτο και δεν με ένοιαζε η γνώμη των άλλων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι γονείς μου ήθελαν το καλύτερο για εμένα. Και όλοι οι γονείς του κόσμου, αυτό θέλουν. Απλά, αυτό που πιστεύουν οι ίδιοι ότι είναι το καλύτερο, μπορεί και να μην είναι».  Το ένα έφερε το άλλο και βρέθηκε να κάνει ένα πέρασμα στο «Μην Αρχίζεις τη Μουρμούρα» και στο «Διά Ταύτα» στον Alpha, μέχρι που απέκτησε τον πρώτο του βασικό ρόλο στη «Μοντέρνα Οικογένεια» στο Mega. «Ήταν ένας μικρός ρόλος, αλλά πολύ διασκεδαστικός, απολαυστικός! Μου άρεσε πάρα πολύ και ήταν για εμένα το καλύτερο ξεκίνημα. Άρχισα με κάτι μικρό, αλλά πολύ όμορφο και σιγά-σιγά μπήκα στο παιχνίδι. Και έγινε πολύ ομαλά όλο αυτό».

Πριν δύο καλοκαίρια, πέρασε μια δύσκολη φάση. Είχε τελειώσει τα γυρίσματα από τη «Μοντέρνα Οικογένεια» και τη «Δικαίωση», ολοκληρώθηκαν οι παραστάσεις «Κρέας» και «Ακροβάτες της Τύχης» και παράλληλα με την κούραση που ένιωθε, ήρθε αντιμέτωπος με διάφορα στη ζωή του. «Είχα μια πολύ μεγάλη απώλεια, έφυγε ο Γιώργος Μάνεσης, ο δάσκαλός μου, είχα χωρίσει και από μια δύσκολη σχέση. Όλα αυτά έγιναν μέσα στη χρονιά, όμως επειδή δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ δεν προλάβαινα να τα επεξεργαστώ, να τα νιώσω. Και ξαφνικά, βγήκαν στην επιφάνεια». Μια νέα δουλειά που θα ξεκινούσε μπήκε στα συρτάρια, αφού ήταν το περίφημο καλοκαίρι του δημοψηφίσματος, που κανείς δεν ήξερε τι θα γίνει στην Ελλάδα. «Με κρατούσε το επαγγελματικό κομμάτι και όταν έβλεπα ότι ούτε αυτό δεν λειτουργεί, έπεσα ψυχολογικά. Ήμουν κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους, στο δωμάτιο του διαμερίσματος στην Αθήνα, κατακαλόκαιρο, δεν έβγαινα έξω και καθόμουν μπροστά από έναν υπολογιστή να παρακολουθώ τις εξελίξεις, να δω τι θα γίνει. Κάπνιζα και έπινα μέχρι τα ξημερώματα. Εγώ. Που δεν πίνω και δεν καπνίζω…». Μέχρι που σηκώθηκε μια μέρα, πήρε το σάκο του, τη μηχανή του και χωρίς πολλά λεφτά ξεκίνησε για ένα ταξίδι σε όλη την Ελλάδα. Πήγαινε χωρίς προορισμό, χωρίς να ξέρει ποιος θα είναι ο επόμενος σταθμός του. «Ταξίδευα από το ένα μέρος στο άλλο και μόλις ένιωθα ότι βαριέμαι, μάζευα τα πράγματά μου και έφευγα. Και έτσι γύρισα όλη την Ελλάδα σε ένα μήνα». Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, ήταν πλέον αποφασισμένος να συνεχίσει τα μαθήματά του στην Ιατρική.  «Και άρχισα να παρακολουθώ τις κλινικές που χρωστούσα του έκτου έτους. Είχα μπει σε μια ροή, ένα ρυθμό, άρχισα να δίνω μαθήματα, έκανα ψυχιατρική, χειρουργική, γυναικολογία, ιατροδικαστική».

Η ανάρτηση για τις ακροάσεις για τη νέα σειρά που ετοίμαζε ο Αντρέας Γεωργίου, έκανε εκείνο το διάστημα το γύρο των social media. «Την έβλεπα που έπαιζε, αλλά δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα. Ήμουν σε έναν άλλο ρυθμό τότε. Ένα βράδυ όμως, ενώ έγραφα μια εργασία που έπρεπε να παραδώσω την επόμενη μέρα, εκεί που είχα πελαγώσει και έκανα ένα διάλειμμα, έπεσα πάλι πάνω της . Και επειδή μέσα μου κάτι μ’ έτρωγε, έστειλα βιογραφικό και φωτογραφίες. Με πήραν, λοιπόν, τηλέφωνο και με κάλεσαν σε ακρόαση».  Η χημεία με τον Ανδρέα Γεωργίου και τη Βάνα Δημητρίου φάνηκε απ’ την πρώτη τους συνάντηση. «Ένιωσα αμέσως μια εμπιστοσύνη. Το ένστικτό μου μού έλεγε ναι! Και ενώ από το περιβάλλον μου όλοι έλεγαν “Τι; Θα πας τώρα στην Κύπρο;”, ένιωθα ότι ήθελα να το κάνω, να το τολμήσω! Και έτσι άρχισε αυτή η συνεργασία για τα Δίδυμα Φεγγάρια στον ΑΝΤ1. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή, στην κατάλληλη φάση, κούμπωσε και ήταν ό,τι καλύτερο. Και συνεχίζεται». H ζωή στην Κύπρο είναι αρκετά διαφορετική απ’ ό,τι στην Ελλάδα, λέει. Χωρίς μεταφορικό μέσο δεν μπορούσε να κάνει ούτε τα πιο βασικά. Να ψωνίσει για το σπίτι, να πάει στην πρόβα, να φροντίσει τη γάτα του, την Ελένη, που είχε κάνει χειρουργείο στα πόδια της και έπρεπε να πηγαινοέρχεται στο γιατρό. Μέχρι που προσαρμόστηκε στα δεδομένα, έφερε τη μηχανή του στην Κύπρο και όργωσε το νησί.  «Και ξαφνικά, άλλαξε η ζωή μου. Κατάφερα να το ζήσω, να το γυρίσω από τη Λάρνακα μέχρι την Πάφο, τη Λεμεσό μέχρι το Τρόοδος, στο βουνό και τα χωριά».

Σήμερα, μετά από 10 χρόνια, ζει ξανά την ορμή εκείνου του ατίθασου, 15χρονου εφήβου. Που πίστευε ότι τα πάντα είναι εφικτά. «Νιώθω πάλι αυτή τη δύναμη του αγριμιού. Το πάθος, τη λαχτάρα να ζήσω, να γνωρίσω πράγματα, να ακούσω, να δω, να ταξιδέψω, να ρουφήξω όλο τον κόσμο! Μόνο που σήμερα, βλέπω μπροστά μου δρόμους. Βλέπω επιλογές!». Τώρα, όλα του φαίνονται όμορφα, ακόμα και οι μεγαλύτερες δυσκολίες που έχει περάσει. «Όλοι έχουμε και όμορφες και άσχημες στιγμές να θυμόμαστε, αλλά στο τέλος, όσο περνάνε τα χρόνια και προχωράμε, όσο εξελισσόμαστε και ωριμάζουμε, όλα όμορφα φαίνονται.  Σε αυτή τη φάση θέλω τόσα πολλά πράγματα να κάνω που δεν έχω την ανάγκη να αναπολώ, να επιστρέφω στα παλιά. Θέλω να ζήσω το τώρα! Να ζήσω τη στιγμή!».

Styling: Γιώργος Χρυσοστόμου

 

Μείνετε ενημερωμένοι με όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, μέσα από το Philenews.
Εγγραφή στο Newsletter

Δείτε Επίσης

Like Recommends